Λόγος για την Εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, 1940.

 




Τα ιστορικά συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από την Εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου του 1940 είναι πολλά και χρήσιμα. Σε αυτόν επίσης τον πόλεμο η Ελλάδα βοήθησε αποτελεσματικά –όπως και στον Α΄παγκόσμιο πόλεμο- ώστε οι σύμμαχοί της να νικήσουν. Η Ελλάδα ήταν με το μέρος των νικητών, άξιζε κάθε μορφή ανταπόδοσης και στήριξης ώστε να γιατρευθούν οι πληγές της και να ακολουθήσει το δρόμο της προόδου και της εξέλιξης.

Η Ελλάδα μέσω του ενεργού της πολεμικού ρόλου, έπειτα ειδικά από την άρνηση στο Μουσολίνι, απέδειξε ότι ελέγχει  πλήρως το ζωτικό της χώρο από τα βόρεια σύνορά της, μέσω του Αιγαίου και Ιονίου πελάγους, έως τα νότια σύνορά της. Η Ελλάδα κατάφερε ώς όριο της Ευρώπης προς την Ανατολή και προσέφερε το Αιγαίο πέλαγος και την Κρήτη στους συμμάχους της, καθυστέρησε τις δυνάμεις του Άξονος, το Αιγαίο πέλαγος δεν χρησιμοποιήθηκε από τις δυνάμεις του Άξονος. Την ίδια στιγμή κατά την οποία η τουρκία ήταν σύμμαχος των δυνάμεων του Άξονος η Ελλάδα αντιστεκόταν στο Αιγαίο πέλαγος κατά των δυνάμεων του Άξονος. Αποδεικνύοντας ότι δικαιωματικά μέσα από την ιστορική της προσφορά κατέχει όσα Εθνικά εδάφη της ανήκουν.

Στην Ευρώπη που ανέτειλε στη δύση του πολέμου, όταν οι σύμμαχοι αναδείχθηκαν νικητές του Β΄Παγκοσμίου πολέμου, σε αυτή την Ευρώπη των αξιών και του ανθρωπισμού, της εξέλιξης και της ενιαίας ανάπτυξης, η Ελλάδα είχε δώσει ήδη τα διαπιστευτήριά της. Από την 28η Οκτωβρίου και μετά η Ελλάδα επολέμησε για τις αξίες της Ευρώπης, για όσα υποσχόταν η Ευρώπη του Διαφωτισμού, της Αναγέννησης, των επιστημών και του πολιτισμού. Θα πρέπει προσεκτικά να αποτιμηθεί το γεγονός ότι η απόλυτη συνεισφορά της Ελλάδας στη νίκη των συμμάχων ισοδυναμεί με το γεγονός ότι ο Ελληνικός πολιτισμός, οι ιδέες και οι αξίες του, οι οποίες είχαν επί αιώνες ζωοποιήσει το ευρωπαϊκό πολιτιστικό έδαφος, είναι αυτός που αποτελεί το θεμέλιο της ευρωπαϊκής πνευματικότητας: άρα ουσιαστικά η Ελλάδα πολέμησε για να προασπίσει όσα αυτή εδίδαξε στη Δύση, όσα έπρεπε να εφαρμοσθούν και έπειτα στην Ενωμένη Ευρώπη: η Ελλάδα της Ειρήνης μπορεί με τις αξίες της και την κουλτούρα να προσφέρει όσα και η Ελλάδα του Πολέμου: δεν πρέπει όμως η Ελλάδα της Ειρήνης να λησμονείται αλλά να απολαμβάνει στο νέο κόσμο που ανατέλλει όσα έχει κερδίσει στην ιστορική σκηνή, στα πεδία των μαχών.

Ο Ελληνικός λόγος, από τον Πλάτωνα έως τον Αριστοτέλη, τους Στωϊκούς και τον Επίκουρο, είναι αυτός ο οποίος ένωσε τον κόσμο σε μία οικουμενική έλλογη ηθική και πνευματική στάση έναντι του θεού, της φύσης, του ανθρώπου. Ο Μέγας Αλέξανδρος είναι ο πρώτος ο οποίος ένωσε την οικουμένη υπό τον ζείδωρο Ελληνικό Λόγο. Η Ελλάδα εξήλθε βαθύτατα διχασμένη (αν και με τους νικητές) από τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε με το περήφανο ΌΧΙ της 28ης Οκτωβρίου, 1940. Όμως η χώρα λίκνο του παγκοσμίου πολιτισμού μπορεί να ενωθεί έναντι της Ιστορίας της, του Λόγου της, των επιδιώξεών της, της ηθικής εξέλιξης και ανάπτυξής της: ώς Χώρα και Πολίτες.

Περί του Γοργίου, ανατρεπτικός λόγος.

 


Ο Πλατωνικός Γοργίας είναι ο διάλογος ο οποίος έντονα μας θυμίζει τη βίβλο, σε πολλά και κρίσιμα αυτού σημεία. Το πνεύμα της βίβλου φαίνεται ότι απόλυτα διακατέχει το διάλογο αυτό στη βάση ότι επικρατεί ώς θείος λόγος ως Σωκρατικός λόγος: ένα πνεύμα απαξίας διακατέχει το διάλογο για τις απόψεις όλων των άλλων ομιλητών, απαξίωση για όλους (Πώλος, Καλλικλής, Γοργίας).

Ο διάλογος αυτός του Πλάτωνος καταδεικνύει την προσπάθεια του φιλοσόφου να επιβάλει τις νοησιοκρατικές του απόψεις στην βάση ότι εάν είναι αλήθεια τόσο το καλύτερο για το νού, εάν είναι ψέμματα δεν πειράζει με κάτι πρέπει να γεμίσει ο νούς. Αυθαίρετες έννοιες, αυθαίρετοι συνδυασμοί, χωρίς καμμία έμπρακτη ή ηθική επιβεβαίωση αλλά και χωρίς καμμία περαιτέρω συμπαντική επιβεβαίωση για όσα εκεί ακούγονται: Βέβαια το τεράστιο πρόβλημα του διαλόγου είναι το γεγονός ότι ορίζει γενικώς έννοιες, χωρίς συγκεκριμένες ειδοποιούς διαφορές και έννοιες όπως η αδικία ερμηνεύεται κατά την ατομικότητα του κάθε ενός.

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: Ο Πλατωνικός Γοργίας ασχολείται με το θέμα της ρητορείας την οποία βέβαια απορρίπτει διότι είναι κολακεία του πλήθους από ανθρώπους οι οποίοι επ΄ ουδενί δεν γνωρίζουν το αντικειμενικό σωκρατικό καλό άρα διασπείρουν το υποκειμενικό και πρόσκαιρο των απόψεών τους. Ο Γοργίας όμως ουδέποτε συζήτησε για αντικειμενικές αλήθειες, συζήτησε για τη δυνατότητα του ανθρωπίνου Νοός να σκέφτεται, να διατείνεται, να αμφιβάλλει, να διατυπώνει γνώμες και το επιστητό: ο Σωκράτης σε ένα πνεύμα άγνωστο προς την Ελληνική κοσμοθέαση επιβάλλει τις δικές του δήθεν αντικειμενικές απόψεις, από κάποιο σημείο μάλιστα και έπειτα δεν αφήνει κανέναν άλλο να ομιλήσει. Συγκεκριμένα εάν όλα δεν σχετίζονται με το Αγαθό θα πρέπει να θεωρούνται ώς άσχημα, ανήθικα, και οδυνηρά. Το ερώτημα είναι σημαντικο: πότε οι Έλληνες απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από το Σύμπαν, τη Φύση, την ενόραση του Όλου, ώστε κλεισμένοι στις πόλεις να προσπαθούν αντικειμενικά να περιορίσουν τη ζωή τους σε ιδέες αφηρημένες του αγαθού και στις συνεπαγόμενες ηθικές πράξεις; Το μεγάλο πρόβλημα είναι η ανάδυση ενός απολύτου Υποκειμένου (Σωκράτης) ο οποίος επιβάλλει νοησιοκρατικές φαντασιώσεις περί ενός αυθαιρέτου Αγαθού (το οποίο ουδέποτε ορίζεται ώς ιδέα, έννοια, δομή, τρόπος ζωής, το οποίο αυθαίρετα απόκόπτεται από την σωματική ζωή την οποία κυριολεκτικά εξευτελίζει λές και ο άνθρωπος δεν έχει σώμα) αυτό μάλιστα το Υποκείμενο οδήγησε απ΄ευθείας στη γένεση του μονοθεϊσμού, του απολύτου Υποκειμένου ενός φαντασιακού θεού, ο οποίος όπως ο Σωκράτης έπλασε το Αγαθό στο μυαλό του και μόνο αυτός ο θεός έπλασε τον αγαθό κόσμο και άνθρωπο στο μυαλό του και μόνο.

Στον Πλατωνικό Γοργία ο Σωκράτης απόλυτα διαχωρίζει το βασίλειο της Φύσης (φυσικού εγγενούς δικαίου) από το βασίλειο της Πόλης (θετό δίκαιο): η Φύση σταδιακά απορρίπτεται υπό την έννοια ότι δίδεται απίστευτη βαρύτητα στην έννοια του δικαίου: επί αιώνες ο κόσμος δέχθηκε μία έννοια η οποία πουθενά στη φύση δεν υφίσταται: ο διαχωρισμός του Σωκράτους σε κόσμο της Φύσης και σε κόσμο της Πόλης είναι επίπλαστος διότι όσα λέγει στο Γοργία ουδεμία εφαρμογή δεν έχουν σε μία Φύση ελευθερίας, συμπαντικής ανοικτότητας και οντολογικής συνεχείας. Θεωρεί ότι η ρητορεία πείθει για όσα θεωρεί ο ρήτορας  όχι ώς δίκαιο ή άδικο αλλά ως χρήσιμη κολακεία προκειμένου και χρήματα να κερδίσει και να επιτύχει του σκοπού του. Διότι ο ρήτορας δεν ενδιαφέρεται για αυτό το οποίο αυτός ενδιαφέρεται δηλαδή για το αγαθό: ουδέποτε ο ρήτορας αναλύει τις έννοιες σε σχέση με το Αγαθό ώστε να τις συνδέσει μαζί του και να υποστηρίξει τα ανάλογα. Άρα ο ρήτορας δεν είναι εραστής του Αγαθού και η ρητορεία δεν χρειάζεται στην πόλη γιατί η πόλις χρειάζεται ανθρώπους που θα διαφημίσουν το Αγαθό.

Έκθεση- έφραση γ λυκείου. Η θεατρικότητα στην περίληψη: μια άλλη πρόταση για τη διδασκαλία της περιλήψεως.

 



Παραδίδεται το παρακάτω κείμενο:

Άποψη: Παιδεία, κοινωνία και ανάπτυξη!

 

Η παιδεία και η εκπαίδευση είναι ο τομέας στον οποίο η Ελλάδα παρουσιάζει ένα  από τα σημαντικότερα ελλείμματα συγκριτικά με τις άλλες προηγμένες χώρες της Ευρώπης και αυτό δεν μπορεί κανείς να το υποβαθμίσει, με τον οποιοδήποτε τρόπο, ό,τι είδους  ιδεοληψία και να κουβαλάει πάνω του. Η παιδεία είναι προτεραιότητα επιβίωσης, πλέον, για  τον τόπο μας και ως τέτοια επιβάλλεται να την αξιολογήσει και να την αναβαθμίσει, επειγόντως μάλιστα, το σύνολο της κοινωνίας. Η παιδεία σήμερα είναι ένα πολύ σημαντικό οικονομικό θέμα, αλλά και ένα μείζον κοινωνικό ζήτημα για την ταλαιπωρημένη από τη δεκαετή κρίση Ελλάδα.

Η παιδεία, πράγματι, είναι ένα κολοσσιαίας σημασίας ζητούμενο για την ελληνική κοινωνία και το μέλλον της νέας γενιάς, καθώς αποτελεί το βασικό μοτέρ εξέλιξης της κοινωνικής δομής, των επιστημών και του πολιτισμού. Παράλληλα είναι εργαλείο βασικό για την αναβάθμιση της οικονομίας και της τεχνολογίας. Η παιδεία, μαζί με την ελευθερία και τη δημοκρατία, έννοιες αναπόσπαστες άλλωστε και μεταξύ τους ανατροφοδοτούμενες, αποτελούν το ύψιστο δημόσιο αγαθό στον σύγχρονο κόσμο. Η πρόσβαση στην παιδεία αφορά ή πρέπει να αφορά όλες σχεδόν τις κοινωνικές ομάδες και αυτή ήταν η επιτυχία του μεταπολεμικού συστήματος της Δύσης. Η περίφημη μεσαία τάξη, η οποία λειτούργησε όντως  ως η ραχοκοκαλιά του μεταπολεμικού μοντέλου, ήταν το αποτέλεσμα αυτής της ευρύτερης πρόσβασης στην παιδεία γενικότερα και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ειδικότερα.

Η παιδεία υπήρξε ο μεγάλος κοινωνικός αναβατήρας (και περισσότερο στις φτωχότερες χώρες σαν την Ελλάδα) και ο παράγοντας σύγκλισης ισοδυνάμων ευκαιριών και δυνατοτήτων, πεμπτουσία δηλαδή της δημοκρατίας σε κάθε πολιτισμένη και ανεπτυγμένη κοινωνία. Τα χρόνια της κρίσης, όμως, στην Ελλάδα αυτός ο εξαιρετικός μηχανισμός σχεδόν κονιορτοποιήθηκε. Η έλλειψη συγκρότησης και στόχων με γνώμονα την παιδεία, οδήγησε γρήγορα στην περαιτέρω όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Σήμερα, τα περιθώρια που διαθέτουν αρκετές κοινωνικές ομάδες, για να σπουδάσουν τα παιδιά τους, είναι δραματικά συμπιεσμένα… Άρα; Η απόκτηση των γνώσεων, η ανάδειξη των δεξιοτήτων, η εκπαίδευση υψηλού επιπέδου, οι μεταπτυχιακές σπουδές και οι καλές δουλειές είναι στην Ελλάδα το αποκλειστικό προνόμιο των εύπορων οικογενειών;

Η νέα εποχή της ατελείωτης τεχνολογίας, της πλούσιας γνώσης, του καλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και της ταχύτατης μετανάστευσης των πληροφοριών και των κεφαλαίων, διαμορφώνει οικονομίες πολύ υψηλής ανταγωνιστικότητας. Οι κοινωνίες  που δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε αυτήν την πρόκληση κινδυνεύουν να γκρεμιστούν (και ήδη υποχωρούν) από τη θέση που έχουν καταλάβει στο διεθνές σύστημα επί πολλές δεκαετίες. Πόσο μάλλον η Ελλάδα! Το αντίδοτο ασφαλώς είναι η παιδεία δυνατού  επιπέδου, οι επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και έρευνα. Από την ικανότητα των χωρών, στη δημιουργία νέων ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών διεθνούς ζήτησης, στη νέα τεχνολογία που μεταβάλλει τα κόστη και τους οικονομικούς κλάδους, θα κριθούν η ανάκαμψη των οικονομιών και η ανάπτυξη των κοινωνιών, για τις οποίες πολύς λόγος γίνεται    πρωτίστως  σήμερα στη χώρα μας. Είναι ο επόμενος κύκλος που θα κρίνει τη βιωσιμότητα και την προοπτική, το βιοτικό επίπεδο, τα εισοδήματα, τις θέσεις απασχόλησης, ιδίως για την Ελλάδα. Εάν πράγματι η χώρα μας θα καταφέρει κάποτε, δηλαδή, να βγει από την κρίση.

Γιατί υπάρχουν οι δημηγορίες στο Θουκυδίδειο έργο;

 



O Θουκυδίδης θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ώς ο ιδρυτής ή θεμελιωτής της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Λέο Στράους ικανώς έχει αποδείξει ότι ο Αθηναίος Ιστορικός είναι ο πρώτος ο οποίος εθεμελίωσε την πολιτική φιλοσοφία. Ο Πλάτων δεν αποτελεί ακριβώς πολιτικό φιλόσοφο διότι δεν ασχολήθηκε με την Πόλη ως συμβάν το οποίο στηρίζεται σε συγκεκριμένες ιδέες και αξίες, ο Θουκυδίδης ασχολήθηκε με την Πόλη ώς σύνολο εφηρμοσμένων ιδεών και αξιών, αλλά και έλλειψης ιδεών και αξιών. Όχι σε μεταφυσικό επίπεδο (Πλάτων) αλλά σε πραγματικό χωρόχρονο.

Τι ακριβώς προσδιορίζεται ώς φιλοσοφία; Σύμφωνα με τον Πλάτωνα (δεν θα διαφοροποιηθεί πολύ ο Αριστοτέλης) φιλοσοφία είναι η έρευνα των πρώτων αρχών, της νόησης της νοήσεως ενός όντος προσώπου και πράγματος. Αυτό ακριβώς έπραξε επί της πολιτικής ο Θουκυδίδης για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά: Όταν ο Σωκράτης προσάρμοσε τις πρώτες αρχές στον εσωτερικό Άνθρωπο, ο Αναξαγόρας στο Νού, ο Γοργίας στο Υποκείμενο ώς συμπαντικό μέγεθος, ο Αθηναίος ιστορικός είναι ο πρώτος ο οποίος προσπάθησε πίσω από τα ανθρώπινα γεγονότα και συμβάντα να εύρη αιτίες και εξηγήσεις. Είναι η πολιτική φιλοσοφία διότι με αυτόν τον τρόπο οι πράξεις της πόλεως και των πολιτών αποτελούν ενσυνείδητες  πράξεις μη τυχαίες αλλά μάλλον βασιζόμενες σε συγκεκριμένες ιδέες και αξίες.

Ο Θουκυδίδης και το νόημα της πολιτικής ιστορίας.

 


http://www.ekivolos.gr/O%20Thoukydidhs%20kai%20to%20nohma%20ths%20politikhs%20istorias.htm

Αυτή η παράδοση αποτελεί μέρος της σειράς: Η δυτική παράδοση, οι σημαντικές ιδέες και τα ζητήματα. Η δυτική παράδοση αντιμετωπίζει σή­μερα πρωτόγνωρες απειλές. Διότι τώρα απειλεί­ται όχι μόνον από εξωτερικούς παράγοντες αλλά και από εσωτερικούς. Βρίσκεται σε ένα στάδιο αποσύνθεσης. Αυτοί που ζουν ανάμεσα μας και πιστεύουν στη δυτική παράδοση, εμείς οι δυτικίζοντες - εμείς οι ξεχωριστοί όπως ο Ντοστογιέφσκι και οι φίλοι του συνήθιζαν να αποκαλούν τους δυτικίζοντες ανάμεσα στους Ρώσους - θα πρέπει να συσπειρωθούμε κάτω από τη σημαία της δυτικής παράδοσης. Αλλά θα πρέπει να το κάνουμε σύμφωνα με ένα τρόπο άξιο της ένδοξης παράδοσης ή τουλάχιστον με ένα τρόπο ο οποίος θα την θυμίζει. Θα πρέπει να τηρούμε τις δυτικές αρχές και αξίες σύμφωνα με το δυτικό τρόπο ζωής. Δεν θα πρέπει να πνίξουμε τις αμφιβολίες μας σε μία θάλασσα δακρύβρεχτης ή ψοφοδεούς συναίνεσης. Επιβάλλεται να είμαστε ενήμεροι για το γεγονός ότι η ζωτικότητα και η ενδοξότητα της δυτικής μας παράδοσης δεν μπορούν να αποσχισθούν από τον προβληματικό χαρακτήρα της. Διότι αυτή η παράδοση έχει δύο ριζώματα: Αποτελείται από δύο ανομοιογενή στοιχεία τα οποία τελικά είναι ασύμβατα το ένα σε σχέση με το άλ­λο. Το εβραϊκό στοιχείο και το ελληνικό στοιχείο.

Μιλάμε και μάλλον μιλάμε ορθά για τον ανταγω­νισμό ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και στην Αθήνα, ανάμεσα στην πίστη και τη φιλοσοφία. Από κοι­νού η φιλοσοφία και η Βίβλος ισχυρίζονται ότι τελικά υφίσταται μία τέτοια οντότητα, μία οντό­τητα και μόνη, χρήσιμη στον άνθρωπο. Αλλά αυτή η χρήσιμη και μοναδική οντότητα η οποία αναγο­ρεύεται στη βίβλο αντιτίθεται στη χρήσιμη και μία οντότητα η οποία αναφαίνεται στην ελληνική φιλοσοφία. Σύμφωνα με τη Βίβλο το πλέον απα­ραίτητο πράγμα είναι η υπάκουη αγάπη. Σύμφω­να με τη φιλοσοφία το πλέον απαραίτητο πράγμα είναι η ελεύθερη έρευνα. Ολόκληρη η ιστορία της Δύσης μπορεί να ιδωθεί σαν μία επαναλαμβανό­μενη διαρκώς προσπάθεια προκειμένου να επι­τευχθεί ο συμβιβασμός ή η σύνθεση ανάμεσα στις δύο αυτές ανταγωνιστικές αρχές. Όλες αυτές ό­μως οι προσπάθειες έχουν αναγκαστικά αποτύχει. Σε κάθε σύνθεση όσο εντυπωσιακό και αν είναι ένα στοιχείο της σύνθεσης θυσιάζεται παρό­λα αυτά σίγουρα στο άλλο, όσο και αν αυτό γίνε­ται με λεπτότητα. Η φιλοσοφία μετατρέπεται ε­νάντια στη φύση της σε θεραπαινίδα της θεολο­γίας, ή η πίστη μετατρέπεται ενάντια στη φύση της σε υποχείριο της φιλοσοφίας. Η δυτική πα­ράδοση δεν επιτρέπει τη σύνθεση αυτών των δύο στοιχείων, επιτρέπει να συνδυάσουμε μόνον την έντασή τους. Αυτό εξάλλου είναι και το μυστικό της δυναμικότητας της Δύσης. Η δυτική παράδο­ση δεν προσφέρει κάποια τελική λύση αυτής της θεμελιώδους αντίφασης, δεν προσφέρει μία κοι­νωνία χωρίς τις αντιφάσεις της. Στο βαθμό που θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για ένα δυτικό κόσμο επίσης θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για θεολόγους οι οποίοι δεν εμπιστεύονται τους φιλοσόφους επίσης για φιλοσόφους οι οποίοι ενο­χλούνται από τους θεολόγους. Καθώς συσπειρω­νόμαστε κάτω από τη σημαία της δυτικής παρά­δοσης θα πρέπει να συναισθανθούμε τον κίνδυνο να γοητευθούμε ή να τρομοκρατηθούμε καθώς θα συμμορφωνόμαστε με αυτή, κάτι το οποίο θα αποτελεί και το άδοξο τέλος της δυτικής παρά­δοσης.

Η Οντολογία της Γλώσσας.

 



Για να καταλάβουμε τη Γλώσσα ώς οντολογικό εργαλείο θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα βάθη της φύσης: από τα τέσσαρα στοιχεία της: τη γή, τον αέρα, τη φωτιά και το νερό: αυτοί οι ήχοι στα σπλάχνα του Όλου ετοιμάζονται να αποτελέσουν κραυγές, φωνές, λόγο: άρα θα πρέπει να σημειώσουμε κάτι το πολύ σημαντκό: η γλώσσα ώς σύνολο δυνάμεων οι οποίες θα διοχετευθούν στον Άνθρωπο ώς λέξεις προϋπάρχει, ώς υλικό το οποίο θα δουλευθεί στο ανθρώπινο φωνητικό σύστημα πρίν να μεταλλαχθεί σε λέξεις: καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ο θεός της παλαιάς διαθήκης δεν εδημιούργησε κανένα κόσμο, απλά περιέγραφε τις δυνάμεις του όλου οι οποίες έφεραν στην οντολογική συνέχεια τον κόσμο: άρα η γλώσσα είναι το διά θεού ή ανθρώπου όπλο περιγραφής και παρατήρησης όλων όσων από τα σπλάχνα του όντος διά των ριζωμάτων συμβαίνουν: άρα η γλώσσα όχι μόνον δεν προκαλεί τίποτε αλλά απλά είναι συνέχεια των δυνάμεων οι οποίες ώς στοιχεία της φύσης προκαλούν τον κόσμο και τον άνθρωπο: αυτά σε αρχικό στάδιο: για αυτό στον Ησίοδο και στον Όμηρο εάν δεν υπήρχε το σκότος δεν θα είχε εφευρεθεί η κατάλληλη λέξη: για αυτό στον Όμηρο ο Οδυσσέας διά των λέξεων περιγράφει συγκεκριμένες καταστάσεις και οι λέξεις δεν δημιουργούν καμμία οντολογική δύναμη, απλά πρώτα υπάρχει η οντολογική δύναμις και έπειτα η λέξη που την ενδύει. Ο Οδυσσέας όταν ξεγελά τον Πολύφημο είναι σιωπηλός, τα μεγάλα έργα γίνονται εν σιωπή, η γλώσσα απλά συμπληρώνει τον ανθρώπινο πολιτισμό όταν ο άνθρωπος ήρεμος θέλει να αφήσει τις ήδη υπάρχουσες δυνάμεις να κατακλύσουν τη ζωή του: στον πόλεμο δεν υπάρχει γλώσσα στην ειρήνη όμως αναπτύσσεται η γλώσσα της επιστήμης κ.ο.κ.

Ας προσέξουμε όμως τούτο: η παλαιά διαθήκη προσπάθησε να ταυτίσει (όπως είπε ο Παρμενίδης) τη γλώσσα ώς νόηση με το Είναι :απεδείξαμε όμως ότι αυτό δεν ισχύει διότι οι δυνάμεις του Όντος δεν ξέρουν το όνομά τους αλλά ώς δυνάμεις αυτοπορεύονται άρα ο θεός απλά περιέγραφε με δικές του λέξεις τη σειρά που έμπαινε διά του όντος στο σύμπαν και στον παρόντα κόσμο μας: άρα για να υπάρξει μία λέξη πρέπει να έχει υπάρξει η δύναμή της πρώτα η οποία να έχει εξελιχθεί σε μορφή και σε δράση: άρα όταν ο πρώτος άνθρωπος ομίλησε ήξερε το σύνολο των κοσμικών δυνάμεων οι οποίες είχαν σταθεροποιηθεί ώς θεός και φύση και άνθρωπος στον κόσμο μας: άρα η γλώσσα είναι άχρηστη οντολογικά διότι όσο καιρό το Όν δημιουργούσε τον κόσμο μας η γλώσσα απουσίαζε: διότι εμφανίσθηκε μόνον όταν καταστάλαξαν στη μορφή τους οι οντολογικές δυνάμεςι του κόσμου μας: άρα όλες οι κοσμογονίες Ησιόδου και Ομήρου όπως και την παλαιάς διαθήκης είναι ηδέα ψεύδη: διότι για όσο καιρό επλάθετο η ημέρα και η νύκτα, η φύση και ο άνθρωπος κανείς δεν μπορούσε να μιλήσει γιατί τίποτε σταθερό δεν υπήρχε: όταν σταθεροποιήθηκε η εικόνα του κόσμου και εμφανίσθηκαν οι λέξεις ώς εργαλείο επικοινωνίας απλά ο Όμηρος και ο θεός και ο κάθε ένας ποιητής περιέγραψε αυτό που είδε κατ΄αρχάς: άρα πολλά από τα οντολογήματα του κόσμου μας αγνοούνται άρα πίσω από την Ησιόδεια νύκτα και την Μούσα του Ομήρου μπορεί να υπάρχουν όντα που ποτέ δεν έγιναν λέξεις: αυτό ισχύει και για την παλαιά διαθήκη.

Μία πρόταση διδασκαλίας του λόγου του Λυσίου: Υπέρ Μαντιθέου.



1. Η ρητορική –στη μορφή την οποία την συναντούμε τον 4ο αι.π.Χ – αποτελεί τη συνέχεια μιάς μακράς ανθρωποκεντρικής διαδικασίας, η οποία σκοπό είχε την ανάδειξη όλων των πλευρών της νοητικής και αξιακής επίδρασης του ανθρώπου στην Πόλη και στους Πολίτες. Η ρητορική αποτελεί τέκνο του Ομηρικού Ανθρωποκεντρισμού και Ανθρωπομορφισμού, τέκνο του Ανθρωπίνου Λόγου ώς παράγοντος που αναλύει το σύμπαν και επιλέγει ποιες δυνάμεις θα χρησιμοποιηθούν από τον Άνθρωπο: εάν η δραματική ποίηση πείθει με την μίμηση πράξεων η ρητορική (παράλληλο και δίδυμος αδελφός της δραματικής ποίησης) πείθει με την μίμηση της θεωρίας: η πράξη του δράματος μιμείται τους μεγάλους ήρωας της Μυθολογίας, αυτά τα αρχέτυπα πρότυπα, η θεωρία της ρητορείας μιμείται αυτούς που ηρέμησαν ελλόγως τη μυθολογία: τους φιλοσόφους: η ρητορεία στην Αρχαία Αθήνα, η ρητορεία του Λυσίου, αποτελεί πρωτότοκο παιδί της νοησιοκρατικής φιλοσοφίας του Αναξαγόρου και των συνοδοιπόρων του, των σοφιστών και των συνοδοιπόρων τους: ο Άνθρωπος πλέον θεωρεί ότι μέσω της ρητορικής μπορεί να πείσει έχοντας ώς μέσο τους συλλογισμούς, τα τεκμήρια, τις ιδέες και τις αξίες. Η ρητορική ως θεωρία είναι η φιλοσοφία του νοός η οποία όμως έχει φύγει από τη συμπαντική έρευνα και έχει μετατοπίσει τις δυνάμεις της σε σχέση με τους πολίτες και την πολιτική ζωή: για αυτό ο ρήτορας δεν ασχολείται με θέματα φύσης ή μεταφυσικής, δεν ασχολείται με το θάνατο και τη μεταθανάτια ζωή, ο ρήτορας είναι ο εφηρμοσμένος επί την πολιτικήν φιλόσοφος, ο Πλάτωνας όταν απεφάσισε να αφήσει τας νήσους των μακάρων και να καταβεί στην πραγματικότητα της πόλης. Ο Λυσίας είναι ο Σωκράτης ο οποίος όμως έχει προσαρμοσθεί στην ρέουσα πολιτική πραγματικότητα: ο Μαντίθεος είναι ο Πολίτης εκείνος ο οποίος ως Πολίτης πρέπει να ψυχαναλυθεί, μαιευτικά να εξωτερικευθεί η αγάπη του για την πόλη, η τιμιότητά του, η αξιοπρέπειά του, η αριτότητά του σε σχέση με την οικογένεια και την πόλη: άς το προσέξουμε: η ρητορεία είναι η εφηρμοσμένη πλατωνική σωκρατική φιλοσοφία επί της πόλεως όμως και όχι επί της φύσεως (Σωκράτης):

Διδάσκοντας το προοίμιο της Οδύσσειας.

 



Oι στίχοι 1-25 αποτελούν την εισαγωγή της Οδύσσειας. Ο πρόλογος, η εισαγωγή ενός επικού ποιήματος ονομάζεται προοίμιο (οίμος = ο δρόμος, πρίν να βαδισθεί ο δρόμος και η οδός του έπους).

Στην Οδύσσεια όμως η εισαγωγή της κατανέμεται σε δύο προοίμια, τα οποία είναι συμπληρωματικά μεταξύ τους ( αυτά αποτελούν και τις δύο θεματικές ενότητες των στ.1-25):

1) το κυρίως προοίμιο ή προοίμιο του ποιητή (1-13): σε αυτό ομιλεί ο ποιητής.

2) το προοίμιο της Μούσας (14-25): σε αυτό υποτίθεται πώς έπειτα από την επίκλησή της από τον ποιητή έχει αρχίσει τη διήγησή της η Μούσα.

Το κυρίως προοίμιο ακολουθεί τη συνήθη οργάνωση ενός επικού προοιμίου:

Α) Επίκληση στη  Μούσα:  Ο ποιητής καλεί τη Μούσα να τον βοηθήσει να αφηγηθεί τα γεγονότα (στ.1).

Β) Διήγηση: (το θέμα του έπους και η υπόθεσή του σε γενικές γραμμές ): (στ.1-11).

Γ) Παράκληση: (ο ποιητής ζητεί από τη Μούσα να αρχίσει τη διήγησή της από κάποιο ορισμένο σημείο ή από όπου θέλει αυτή (στ.12-13).

Ωστόσο παρατηρούμε πώς το πρώτο προοίμιο, το κυρίως προοίμιο, καλύπτει σε γενικές γραμμές μόνο ένα μέρος της υπόθεσης του έπους, και συγκεκριμένα τον αγώνα του Οδυσσέα για το νόστο από την άλωση της Τροίας μέχρι το επεισόδιο με τα βόδια του Ηλίου στη Θρινακία  και το ναυάγιο που ακολούθησε. Έτσι προκύπτει η ανάγκη ενός δευτέρου προοιμίου που θα συμπληρώσει τη θεματογραφία της Οδύσσειας με την αναφορά στην παραμονή του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψούς, στην αποφασισμένη από τους θεούς επιστροφή του στην Ιθάκη, στους αγώνες που τον περιμένουν εκεί, στην οργή του Ποσειδώνα, ενώ σε αυτό ακούγεται για πρώτη φορά και το όνομα του κεντρικού ήρωα.

 

Η Οντολογία του προοιμίου:

Η Οντολογία του Ελληνισμού μέσα από τις λέξεις:

 



Ο Ελληνισμός, μέσω κειμένων αλλά και έξω από αυτά, είναι ροή, κίνησις, δράσις, σκοπός. Η λέξις ροή εξάλλου (αλλά και το γράμμα –ρ) ευρίσκεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε πλείστες όσες λέξεις: Θεών, φυσικών οντοτήτων, πλανητικών συστημάτων και ανθρώπων: Η ροή είναι η Ήρα, η οποία ώς Ρέα ρέει: η Ρέα διά του Κρόνου ρέει την οντολογική ενέργεια φανερώνοντας θεούς και ανθρώπους, είναι οι θεογονείς, θεομήτωρ και θεοπάτωρ: η Ήρα επίσης διά της δυνάμεως Διός ρέει την ενέργειά της προς τους ανθρώπους: η Ήρα με την Αθηνά είναι ο ορισμός της Ομηρικής ωραιότητος: η Ήρα ρέει τη ζήλεια, την οργή, την ψυχική ενατένιση δημιουργική της ψυχής, η Αθηνά τη Σοφία του Νοός: η οποία αφυπνίζει το Νού: με αυτόν τον τρόπο η ροή της Ήρας και της Αθηνάς ζωοποιεί Νού και Ψυχή του Ανθρώπου: διότι ο Όμηρος μετέφερε τα χαρακτηριστικά της Ήρας και της Αθηνάς στην Ελένη ώς Ωραιότητα τα οποία ενσαρκώνονται από αυτούς που ρέουν τη συμπαντική ενέργεια, Ήρωες. Οι άνθρωποι έχουν τη ροπή, ρέουν προς τη συμπαντική τους τελειότητα. Έχουν επί της ροής (φρήν) Νούν ώστε να αντιλαμβάνονται την πορεία τους και να την κατευθύνουν με ιδέες και αξίες. Θρώσκουσιν άνω (επί ροής εισίν-θρώσκω) ώστε να επιστρέψουν σε όλους τους οντολογικούς προορισμούς τους.

Η ροή έπαιξε τεράστιο ρόλο ως οντολογικό μέγεθος στους προσωκρατικούς και αυτό φαίνεται από την ετυμολογία των λέξεων που αυτοί οι τιτάνες του πνεύματος χρησιμοποίησαν: επί της μη περατής ροής (άπειρο) ο Αναξίμανδρος έστησε την Οντολογία του, και ο τεράστιος Εμπεδοκλής επί της ροής των ζωντανών όντων (ριζώματα) στοιχειοθέτησε τη σειρά της οντολογίας του.

Οι Έλληνες όμως ήταν οντολόγοι σύμμετροι, οπαδοί της αρμονίας: Επί της ροής εισίν (αραρίσκω-αρμόζω=αρμονία). Ήξεραν πολύ καλά ότι πρέπει να προσδιορισθούν σε σχέση με τη θέση τους στο Όλον ώστε να κατανοήσουν τη σταθερή οντολογική τους συνέχεια ώς μεταβολή του σταθερού τους σημείου: για αυτό και ανεκάλυψαν το Ειμί: μέσα από το Ειμί ξεπήδησε το  Είναι, Είναι κάτι όταν υπάρχει ώς πηγή οντολογικών προσδιορισμών οι οποίοι εξελίσσουν τον άνθρωπο: για αυτό ο Παρμενίδης ωμίλησε περί του Είναι, εννοούσε ότι Είναι (υπάρχουν) όλα εκείνα τα οντολογικά όπλα τα οποία ώς ιδέες αξίες και αρχές υπάρχουν και κατευθύνουν τον άνθρωπο. Άρα υπάρχει το Όν (μετοχή του ειμί) ώς κάτι πλήσμον δυνάμεων, άρα η τελεία ύπαρξις είναι η μετοχή του ειμί (ουσία): κάτι είναι ουσία όταν είναι γεμάτο από τις δυνάμεις που το ωθούν προς το επόμενο οντολογικό στάδιο. Το Ειμί ζωντανεύει την ανθρώπινη σχέση σε συνάρτηση με όλους και όλα: παρουσία, απουσία, συνουσία (όλα εκ της μετοχής του: ούσα): ειδικά η συν-ουσία είναι η ανταλλαγή όλων των συμπαντικών δυνάμεων οι οποίες συνεργάζονται για την επιστροφή στην μεγάλη οντολογική σειρά.

H Οντολογία του γορδίου δεσμού.

 




H Οντολογία του γορδίου δεσμού.

Το περιστατικό του Γορδίου δεσμού είναι γνωστό. Ο Μέγας Αλέξανδρος όταν κατάλαβε ότι ο δεσμός στην άμαξα του Γορδίου δεν λύεται με το ανίκητο ξίφος του τον απέκοψε, και πλέον δεν υπήρχε ο περίφημος και προφητικά συμβολικός αυτός δεσμός. Μας ενδιαφέρουν τα κίνητρα όπως παρέχονται από τον Αρριανό: ο Αλέξανδρος όταν κατενόησε ότι δεν μπορεί διά χειρός να λύσει το δεσμό, σκέφθηκε ότι εάν το αφήσει το όλο θέμα και δεν αντιδράσει διαφορετικά ίσως οι στρατιώτες αμφέβαλλαν για τις οικουμενικές και χαρισματικές ιδιότητές του: διότι υπήρχε προφητεία ότι όποιος λύσει το γόρδιο δεσμό θα κυριαρχήσει επί της Ασίας. Ο Μακεδών Βασιλεύς ήξερε ότι οι στρατιώτες του, γνωρίζοντας αυτήν την προφητεία θα διερωτώντο για το εάν πράγματι ο υιός του Φιλίππου ήταν αυτός ο οποίος θα γινόταν παντοκράτωρ, Βασιλεύς της Ανατολής και της Δύσης. Ίσως υπήρχαν και στάσεις ανάμεσα στο στράτευμα.

Γι αυτό ακριβώς το λόγο ο Αλέξανδρος διά του ξίφους διέλυσε το γόρδιο δεσμό. Όπως αναφέρεται στις ιστορικές πηγές αμέσως συνέβησαν ακραία καιρικά φαινόμενα, βροντές και αστραπές, συμβολίζοντας όλα αυτά ότι οι συμπαντικές θείες δυνάμεις, αυτές οι οποίες κινούν τον άνθρωπο και τον κόσμο, ευδοκίμησαν την πράξη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ουσιαστικά τον κατέστησαν εκείνη τη στιγμή Βασιλέα της Ασίας.

Μας ενδιαφέρει όμως να εμβαθύνουμε στον αξιολογικό κώδικα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ευρισκόμαστε στα μέσα του 4ου αι. α.κ.χ η πλατωνική φιλοσοφία και η αριστοτελική φιλοσοφία επιζητούν εναγωνίως την αξιακή πραγμάτωσή τους: η διάλυση της πόλεως-κράτους εναγωνίως επιζητούσε τον αντικαταστάτη της: ο θάνατος του Σωκράτους ανέστησε τον άνθρωπο του Νοός ο οποίος δεν εγνώριζε όρια και πολιτειακά σύνορα: ο Μέγας Αλέξανδρος, ο γνώστης και της πλατωνικής και της αριστοτελικής φιλοσοφίας είναι το νέο οικουμενικό Υποκείμενο, ένα έμψυχο αριστοτελικό Υποκείμενο καινοφανές, πρωτότυπο ομοίωμα του καθολικού Ανθρώπου: ο Αλέξανδρος ως βούληση συνεχίζει τη Σωκρατική απόλυτη νόηση ότι ο νοήμων άνθρωπος μέσα από τις απόλυτες αξίες μπορεί να επιβάλει το δίκαιο και το καλό και το Αγαθό: ο Αλέξανδρος είναι η ηθική επιτομή της Ελληνικής κοσμοθέασης: η νίκη της ανθρωπίνης βουλήσεως επί του παντός: για πρώτη φορά ο Άνθρωπος συνδέει την επιθυμία του με την πράξη, εξηγεί τους χρησμούς με ένα τρόπο βιωματικό και πρακτικά δικό του, ξημερώνει η ηθική παντοκρατορία του νοήμονος ανθρώπου ο οποίος πλέον θα ερμηνεύει το σύμπαν τον άνθρωπο και τη ζωή του όπως αυτός θέλει, χωρίς να υποτάσσεται σε θείες ή άλλες δυσκολίες.

Ο γόρδιος δεσμός σηματοδοτεί την ηθική πραγμάτωση της Ελληνικής κοσμοθέασης , από τον Όμηρο και έπειτα, την πραγμάτωση του μυθικού Αχιλλέα μέσω του πραγματικού ηθικού Σωκράτους: αποτελεί την επικράτηση του λόγου επάνω σε κάθε αλογία χρησμού ή άλλης δυσκολίας: σηματοδοτεί την απαρχή της Ανθρωπίνης βουλητικής βολουνταριστικής εποχής: ο άνθρωπος επειδή εξήγησε διά του νοός το Αγαθό, επειδή έφερε διά του Νοός την πολιτεία του Αγαθού στη γή, τώρα νοιώθει ικανός να επιβάλει ηθικώς τη νοητική βούλησή του. Ο Αλέξανδρος είναι το νέο υποκείμενο το οποίο διά του νοός του καλύπτει τη γή, επιβάλει τη βούλησή του, επικρατεί και ξεκινά την ανθρώπινη εποχή: αυτή η οποία μέσω της ρώμης και του δικαίου, θα φέρει τον κλαυδιανό χριστιανισμό, διότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να λάβει θεανθρώπινες διαστάσεις, η ανθρώπινη εποχή θα συνεχίσει με τον ηγεμόνα, τον επιστήμονα, τον άνθρωπο ο οποίος ειδικά στην ψηφιακή εποχή δεν θα λύει τους γορδίους δεσμούς ήρεμα αλλά με ένα δικό του απόλυτο τρόπο ώστε πλήρως να επικρατήσει στη γή και στους ανθρώπους μέσω ειδικά της εφηρμοσμένης επιστήμης.

Πώς εξηγείται η συμπεριφορά των τριάκοντα τυράννωνς; Μία άλλη πρόταση ερμηνευτικής διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών α΄λυκείου.

 


Πώς εξηγείται η συμπεριφορά των τριάκοντα τυράννων; Μία άλλη πρόταση ερμηνευτικής διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών α΄λυκείου.

Αναμφίβολα στα Ελληνικά του ο Ξενοφώντας μας δίνει ανάγλυφη την εικόνα και τα πεπραγμένα στην Αθήνα του τέλους του Πελοποννησιακού πολέμου. Συμβαίνουν σημαντικές πολιτικές αλλαγές οι οποίες λόγω της  έκβασης του Πελοποννησιακού πολέμου οδηγούν στην επιβολή στην Αθήνα του καθεστώτος των τριάκοντα τυράννων. Κυρίαρχος των τριάκοντα τυράννων ήταν ο Κριτίας. Αναλύοντας την προσωπικότητα και τις πράξεις του Κριτία, μπορούμε να οδηγηθούμε σε κάποια συμπεράσματα, εμβαθύνοντας στην προσωπικότητα του Κριτία μπορούμε να οδηγηθούμε σε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.

Ας ξεκινήσουμε από το σύντομο βιογραφικό του Κριτία: το πιο σημαντικό στοιχείο της ζωής του αρχηγού των τριάκοντα τυράννων είναι το ότι υπήρξε μαθητής του Σωκράτους. Σε καθαρά ιστορική βάση ας μην λησμονούμε ότι ολίγον μετά το θάνατο του Κριτία (403) ο δάσκαλός του εξαναγκάσθηκε και ήπιε το κώνειο (399). Το ερώτημα είναι το εξής: είναι παράλληλοι οι βίοι μαθητού και δασκάλου; Οι κοντινοί χρονολογικά θάνατοί τους συνδέονται με βαθυτέρους ιδεολογικούς ή αξιολογικούς λόγους;

Ο Σωκράτης επέφερε τη διάλυση της πόλεως- κράτους: Ό,τι έκανε ο Πελοποννησιακός πόλεμος στα πεδία των μαχών (εξασθένησε τις πόλεις-κράτη, μετά μάλιστα τις αναλύσεις των Κράστλ και Ντέλεζ μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήταν το τέλος των φιλοδοξιών του Περικλέους οι Έλληνες να αποκτήσουν ένα ενιαίο κράτο) το έπραξε ο Σωκράτης στα συμπόσια και στην Αθηναϊκή αγορά μέσα από τις φιλοσοφικές εκμαιεύσεις του. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος διέλυσε πολιτικά τις πόλεις-κράτη, απέδειξε ότι δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει μία Πανελλήνια κρατική οντόττηα, ο Μέγας Αλέξανδρος θα καταφέρει όχι το Πανελλήνιο αλλά το οικουμενικό του κράτος. Στην Ελλάδα συνεχώς και έπειτα από τον Αλέξανδρο συνεχίσθηκαν οι εμφύλιες διαμάχες.

Ο Σωκράτης διέλυσε εννοιακά τις πόλεις-κράτη. Έφερε στην επιφάνεια τον άνθρωπο όχι ώς πολίτη αλλά ώς νοήμον υποκείμενο: ο Σωκρατικός άνθρωπος (διάλογοι όπως ο Φίληβος (περί ηθικής σημαντικός) , ο Φαίδων (η φιλοσοφία ώς μελέτη θανάτου) ) αποδεικνύουν ότι ο Σωκράτης πρώτα ήταν σκεπτόμενο υποκείμενο και έπειτα Αθηναίος πολίτης. Εξάλλου αυτό το οποίο αναφέρει ο Νίτσε στην «γένεση της τρσαγωδίας» είναι σημαντικό, το πρότυπο του Σωκράτους, εμφανισισκά, ήταν τελείως αντισυμβατικό εάν σκεφθούμε το πρότυπο του σωματικού κάλλους που συνόδευε τους Αθηναίους ( όπως εντυπωσιακά αποτυπώθηκε στα αγάλματα): ο Σωκράτης υπερέβη φιλοσοφικώς τα όρια της πόλεως-κράτους αντικαθιστώντας τη σημαντικότητα του ανθρώπου-πολίτου με τον άνθρωπο ώς υποκείμενο αυτογνωσίας και βαθείας εσωτερικής γνώσης. Ο Σωκράτης υποτίμησε τους Αθηναίους στο ότι ο Άνθρωπος πρώτα είναι γνωρίζον υποκείμενο, πρώτα είναι εκόντος καλός ώς γνώση και έπειτα επειδή το λένε οι νόμοι των Αθηνών.

Διδάσκοντας τα Αρχαία Ελληνικά από το πρωτότυπο, στην Α΄γυμνασίου.

 


Διδάσκοντας αρχαία Ελληνικά από το πρωτότυπο στην Α΄γυμνασίου.

1.Ενότητα 2.

Η εκπαίδευση των παιδιών στην αρχαία Αθήνα.

Προσέχουμε πρίν ξεκινήσουμε την ανάλυση του κειμένου, να το εντάξουμε στον πολιτειακό κορμό της εποχής του. Ο Πλατωνικός Πρωταγόρας εγράφη κατά τα έτη του θανάτου του Σωκράτους, άρα όσα λέγει ο διάλογος υπακούουν στο υφιστάμενο πολιτειακό κράτος των Αθηνών το οποίο λόγω της νοησιοκρατικής φιλοσοφίας είχε αναγάγει το Νού κυρίαρχο μέγεθος ανθρώπινης εξέλιξης και ενδελεχείας. Ο Αθηναίος, από τα χρόνια ακόμη του Αναξαγόρα, είχε εντρυφήσει στην νοητική μελέτη και εξέλιξη μέσα από τις ιδέες του καλού και του ωραίου, τα οποία είναι πνευματικά μεγέθη διότι γνωρίζονται. Ο άνθρωπος γνωρίζει το αγαθό μέσω των αρετών της αρμονίας, της ισορροπίας, της σοφίας, της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης. Το νοητικό σύστημα του Αναξαγόρα το οποίο συνέχισε ο Πλάτων στηρίχθηκε στη μεταφορά του φυσικού αρμονικού κόσμου στην πολιτεία: η Πολιτεία πρέπει να διαθέτει τις φυσικές αρετές  που παραπάνω είπαμε. Αυτό μέσω της μελέτης, επιμελείας, διδαχής.Ώστε να προέλθει ο καλός και αγαθός Πολίτης.

Άρα το κείμενο είναι μέσον ώστε όλα τα παραπάνω να οδηγήσουν διά της παιδείας των νέων (όπως αναφέρεται στο κείμενο) στην παραγωγή του Νοήμονος Πολίτου σε μία νοησιοκρατική Πολιτεία η οποία κινείται υπό τις επιταγές του Λόγου.

Τα είδη του αναρχισμού στην Αρχαία Ελλάδα.

 




Ο  Όμηρος είναι ο ποιητής των συμπαντικών αρχών: στα έπη του διά των θεών εισάγονται οι αρχές που θεμελιακά σταθερά θα εισαχθούν –ειδικά από τον Πλάτωνα και μετά- στην κοινωνία και στην πολιτεία: δικαιοσύνη, δύναμη, λογική, ισορροπία, σοφία, γνώση, ενημέρωση. Όμως ο Όμηρος γνωρίζει ότι ο κόσμος του είναι μία απλή παραγκούλα μέσα στο Όν για αυτό και γρήγορα θέτει ώς ένα από τα χαρακτηριστικά της Ωραίας Ελένης (της Ωραιότητας) την οργή: ο Αχιλλέας είναι ο πρώτος αναρχικός της Επικής ποιήσεως, είναι αυτός ο οποίος αναδεικνύει ώς Ωραίο το να διαλύει ο άνθρωπος τις αρχές που συγκρατούν την παραγκούλα αυτής της διάστασης και να καθυστερούν την πλημμύρα του Όντος. Ο Αχιλλέας διαλύει κάθε εξουσία, ευτελίζει τον Αγαμέμνονα, δεν παραδέχεται καμμία εξουσία, πεθαίνει νέος, δεν υπολογίζει τίποτε, η οργή του είναι η αναρχική φύση της ωραιότητας, η οποία αντικατοπτρίζει την ικανότητα του ανθρώπου να τα διαλύει όλα με την ο(έ)ργή του και να πορεύεται στο χάος. Ο αναρχισμός του Αχιλλέως δεν κατευθύνεται προς τη γή (όπως ο σημερινός αναρχισμός ο οποίος είναι ένας από τους τρόπους της κρύφιας εξουσίας ώς εξουσία των μαζών) αλλά προς το χάος. Ο Αχιλλέας είναι αναρχικός διότι διαλύει όλες τις πολιτικές αρχές, δεν υπολογίζει τον Βασιλέα όλων (Αγαμέμνονα) και πορεύεται στον εαυτού κόσμο: ας μην ξεχνούμε ότι αυτή η πορεία απεδόθη ώς δικαιοσύνη στην Πλατωνική Πολιτεία.

Ο Οδυσσέας ( ή άλλη πλευρά του Ωραίου, ο Νούς ο οποίος διανοίγει συμπαντικούς δρόμους και ώς Νόστος επιστρέφει στην Πατρίδα είναι ή άλλη πλευρά της Ωραιότητας, η ψυχή (Ελένη) είναι ωραία διότι διά της οργής και του νοός διαλύει το τώρα , κάθε πόλη (Τροία) του τώρα και ανοίγεται στα συμπαντικά παλάτια) είναι επίσης Αναρχικός στην Οδύσσεια: δεν σέβεται κανέναν όποιον προσπαθεί να τον εμποδίσει στην μεγάλη επιστροφή του στην Πατρίδα του. Ενάντια σε κάθε αρχή σεβασμού και υποταγής αρνείται την ησυχία της Καλυψούς, την απάθεια του Ποσειδώνος, τη λήθη των Λωτοφάγων, την ησυχία της Κίρκης, επιστρέφει στην Πατρίδα του όπου και εκεί σκοτώνει όλους τους αριστοκρατικούς πολίτες – άρχοντες οι οποίοι καταχράσθηκαν το βιός του. Άρα ο Ομηρικός αναρχισμός είναι η ατομική διαλυτική αλλά και εποικοδομητική χρήση του Νοός ώστε ο άνθρωπος να φθάσει στον κόσμο του και να δημιουργήσει το αύριο του κίσμου του. Καμμία σχέση με το σημερινό αναρχισμό της αλογίας και της αδολεσχίας. Άρα ο Οδυσσεϊκός αναρχισμός είναι η νοητική συμπαντική απελευθέρωση του ανθρώπου στην Ιθάκη του, προς την Ιθάκη του.

Ο Θερσίτης αντιπροσωπεύει τον α-νόητο και ά-νευρο αναρχισμό ενός ανθρώπου ο οποίος απλά διαφωνεί: ο αναρχισμός του Θερσίτη αμφισβητεί τα πάντα αλλά είναι παθητικός, δεν μπορεί να ανοίξει δρόμους ούτε να αποτελέσει πρότυπο και παράδειγμα για κάθε άνθρωπο ακόλουθο. Σε αντίθεση ο αναρχισμός του Οδυσσέα και του Αχιλλέα είναι οδοί που καλούν σε κουστωδία και ενδελεχή πορεία κάθε νουνεχές όν.

Οι μεταλλάξεις του καπιταλισμού.


 Η δαιμονοποίηση του καπιταλισμού κινείται στα όρια του αστείου. Η αποκοπή του καπιταλισμού από τις θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές του ρίζες, ομοίως. Ο Ντελέζ και ο Καστοριάδης κατενόησαν ορθώτατα τη φύση του καπιταλισμού, αλλά αδυνατούν να τη συνδέσουν με τις πλήρεις διαστασιακές ρίζες του. Κατανοούν όμως τη μεταμφιεστική του φύση και ότι πρωτεϊκά αλλάζει ο καπιταλισμός προσωπεία ολοκληρώνοντας την ιδέα την μητρική του που είναι η συσσώρευση. Αυτή η ίδια αιτία που συσσώρευσε δυνάμεις στη φύση, στο θεό, που συσσώρευσε τις ιδέες και την ύλη σε πρόσωπα και καπιταλιστές. 

Εάν λοιπόν ιδούμε συνολικά την πορεία πρός τον καπιταλισμό, είναι σαν να βλέπουμε συνολικά την ιστορική πορεία της συσσώρευσης. Ας την προσέξουμε: οι άνθρωποι θεώρησαν ότι τα τέσσαρα ριζώματα του Εμπεδοκλή συναποτελούν τη γή: η συσσώρευση του ύδατος, του αέρος του πυρός και της ύλης είναι δεδομένη. Η συσσώρευση αυτών δημιούργησε τη φύση: ο πρώτος φυσικός καπιταλισμός είναι η φύση: ας προσέξουμε: η συσσώρευση αυτή αποκόπτει τη φύση από την οντολογική της συνέχεια, συγκεντρώνει τα πάντα, και απολυταρχικά κλείνει τον άνθρωπο σε μία φυσική λογική και συνέχεια των πραγμάτων: η συσσώρευση καθιστά τη φύση εξουσιαστικό παράγοντα, ο Ιπποκράτης θα είπει ότι η υγεία του ανθρώπου είναι η φυσική ισορροπία των τεσσάρων στοιχείων εντός του ανθρώπου. Πέραν της φύσεως δεν υπάρχει ζωή, η συσσώρευση εξουσιάζει τους ανθρώπους σε απόλυτο βαθμό. Ως δύναμη, ενέργεια, αρχή, μέση και ενδελέχεια. Όλα κλείνονται μέσα στη φύση. Η συσσώρευση επιδεικνύει τον εξουσιαστικό κόσμο που περικλείει τον άνθρωπο.Οι φυσικές δυνάμεις της συσσώρευσης εξουσιάζουν τα πάντα. Στον κύκλο που κινούνται έχουν αποκλείσει κάθε άλλη οντολογική κίνηση.

Θέμα έκθεσης: Α΄λυκείου: Συμμετέχοντας σε μία ημερίδα την οποία οργανώνει το σχολείο σας με θέμα τη γλώσσα, καλείσθε να συντάξετε μία γραπτή εισήγηση στην οποία θα επισημαίνετε τις αρνητικές συνέπειες από την αδιαφορία πολλών ανθρώπων για τη γλωσσική τους καλλιέργεια και θα προτείνετε τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε ένα άτομο να αναπτύξει τις γλωσσικές του δεξιότητες (350-400 λέξεις).


 


Αγαπητές κυρίες/κύριοι

Αγαπητές συμμαθήτριες/ες.

Το θέμα της αποψινής εισήγησής μου έχει να κάνει με ένα φλέγον ζήτημα το οποίο ήδη επηρεάζει αρνητικά τις ζωές όλων. Αναφέρομαι στην παραμέληση από μερίδα των σημερινών ανθρώπων της γλωσσικής καλλιέργειας, φαινόμενο το οποίο το βλέπουμε στην καθημερινότητά μας, αφ΄ής στιγμής οι συνέπειές του είναι πολλές και ποικίλες.

Κατ΄αρχάς η γλώσσα μεταφέρει γνώση και πολιτισμό, ενώνει τους ανθρώπους στο χρόνο, ο άνθρωπος που δεν καλλιεργεί τις δυνατότητες της γλώσσας μένει απομονωμένος στο παρόν, έρμαιο στις ορέξεις όλων όσων θα θελήσουν να τον παρασύρουν ιδεολογικά και να θελήσουν να τον χειραγωγήσουν. Το άτομο το οποίο δεν μελετά, δεν ερευνά, καθίσταται ανενεργό μέσα στην μοναξιά του, δεν κατανοεί τον ιστορικό και πολιτικό του ρόλο, αχρηστεύεται πολιτικά και ηθικά.

Επίσης η γλώσσα είναι αυτή η οποία στην ψηφιακή εποχή, μοιράζει πληροφορίες οι οποίες είναι χρήσιμες. Προκειμένου οι άνθρωποι να συμμετέχουν στα κοινά, να έχουν λόγο, να είναι ενεργοί πολίτες. Άρα ο άνθρωπος που δεν καλλιεργεί τις γλωσσικές ικανότητές του μέσα από ποικίλους τρόπους μελέτης καθίσταται ανενεργός, ακολουθεί τον υπάρχοντα λαϊκισμό, παρασύρεται από επιτηδείους και δεν μπορεί ουσιαστικά να συβάλει στην καλυτέρευση της δικής του ζωής και των άλλων.

Η Ιστορία ώς διδασκαλία αρχών και ιδεών και αξιών.

 


Ετοιμάζοντας τη θεματική Ιστορία: συμβολή στη διδασκαλία της Ιστορίας.

Ένα από τα βασικά μεγέθη, επάνω στα οποία κινούνται οι ανθρώπινες πράξεις και σκέψεις (όλες αυτές οι οποίες καθίστανται δομές, αιτίες, αποτελέσματα, σκοπός, εξέλιξη) είναι ο άξονας του ιστορικού χρόνου. Θα πρέπει να προσεχθεί ότι όλες μα όλες οι ανθρώπινες πράξεις έχουν ένα κοινό ιδεολογικό και αξιακό υπόβαθρο: όλες προέρχονται στηριζόμενες σε κάποια ιδέα, σε κάποια φυσική εκτίμηση, όλες επηρεάζονται από τους άλλους. Μέσα στον κύκλο: Ιδέα, Κόσμος, Άνθρωπος, όλες οι ανθρώπινες κινήσεις προέρχονται από κάποια κοινή Ιδέα, εκτυλίσσονται στον κόσμο χάριν του ανθρώπου.

Είναι σημαντικό λοιπόν να κατανοήσουμε και μέσα από το μάθημα της Ιστορίας (ώς υπόβαθρο σε όλα τα ιστορικά γεγονότα) να διδάξουμε τις κοινές ιδέες και αξίες , τις τροποποιήσεις τους στον άξονα του χρόνου, αυτές που ευρίσκονται πίσω από κάθε ανθρώπινο γεγονός, συμβάν και πράξη.

Διότι αυτές οι κοινές ιδέες και αξίες ανά εποχή και ιστορική ροή , μεταπλάθονται σε :

Ιδέες

Έννοιες

Δομή

Αιτία

Αποτελέσματα

Σκοπός.

Ας προσφέρουμε ένα παράδειγμα:

Διδάσκοντας τους πρώτους πολιτισμούς της ανατολής πρέπει να διακρίνουμε το φόβο του ανθρώπου για το άγνωστο. Μέσα στο σύμπαν ο άνθρωπος προσπαθεί να νοιώσει κάτι κοινό με αυτό που φοβείται: η ιδέα του Θεού, του Ανωτέρου, δεν πρέπει να διδαχθεί μόνον ώς θεός ο οποίος λατρεύεται και του αποδίδονται τιμές. Πρέπει να διδαχθεί ώς ιδέα η οποία συνδέει τον Άνθρωπο με κάτι πέρα από αυτόν. Είτε μεταφυσικώς είτε φυσικώς: Αυτή η ιδέα γεννά την εξουσία της ασφαλείας, το θεό, τον πολιτικό, τον επιστήμονα, τον Ηγεμόνα. Αυτή η ιδια ιδέα όταν ο Άνθρωπος ωρίμασε εξελίχθηκε σε άνακτα-βασιλέα (Μυκηναϊκή εποχή) μετέπειτα σε Ηγέτη (ο Αθηναίος Περικλής) σε Θεάνθρωπο Ιησού ( ο οποίος ενυποστάτως καθοδηγεί τους ανθρώπους). Ώστε η περιοδολόγηση των ιστορικών γεγονότων θα πρέπει να στηρίζεται σε κοινές ιδέες και αξίες οι οποίες μεταβάλλονται μόνον εξωτερικά.

Σημαντικές στιγμής στη  έννοια του ιστορικού χρόνου είναι η:

Μετατροπή της ιδέας σε έννοια και από εκεί σε δομή.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: Η ιδέα του Πλάτωνος ότι ο κόσμος των ιδεών είναι ο κόσμος του Αγαθού όπου όλοι θα επιστρέψουμε ώς Ιδέα προβάλλει την κοινότητα. Η προσπάθεια των Αθηναίων να εφαρμόσουν επί της γής αυτή τη μεταφυσική σύλληψη δημιούργησε την Πόλη (Κοινωνία): η ιδέα του κόσμου των ιδεών έφερε την έννοια της κοινωνίας και από εκεί τη δομή της Πόλεως-κράτους: η οποία παγιώνεται στο χρόνο και είναι αδύνατον να κατανοηθεί ανθρώπινη ζωή χωρίς πολιτεία και κοινωνία.

Από αυτήν την άποψη ο μαθητής κατανοεί το ότι όλα είναι ανθρώπινη πνευματική και πραξιακή δημιουργικότητα.  Η οποία γενικά χωρίζεται σε τρία διαστασιακά μέρη:

Ως ακολούθως:

οι περιπέτειες της οριστικής, προστακτικής και υποτακτικής.

 


Οι περιπέτειες της προστακτικής (ανάλυση ενδελεχής όλων των προστακτικών όλων των χρόνων).

1.Oι προστακτικές  των ρημάτων της ενεργητικής φωνής της α’ συζυγίας, όταν τα ρήματα είναι σύνθετα, ανεβάζουν τον τόνο μία συλλαβή, όταν  υπάρξει έκθλιψη επίσης ανεβάζουν τον τόνο μία συλλαβή

Π.χ: λῦε: παράλυε

        ἄγε: πάραγε

(η πρόθεση πρό δεν εκθλίβεται όταν ευρίσκεται σε σύνθετο ρήμα, αλλά δέχεται τον τόνο: π.χπρόαγε.

 

2. Οι προστακτικές των συνθέτων ρημάτων ( και στις δύο συζυγίες) στη μέση φωνή δεν ανεβάζουν τον τόνο:

π.χ: λύου: παραλύου.

 

3.Οι προστακτικές των συνθέτων ρημάτων του β΄αορίστου( και στις δύο συζυγίες)  ,  ανεβάζουν τον τόνο στην ενεργητική φωνή:

Π.χ: βάλε: παράβαλε, ἰδέ: πάριδε, σχές: παράσχες,

ἕς: ἄφες. 

 

4.Οι προστακτικές του β΄αορίστου μέσης φωνής ( και στις δύο συζυγίες) δεν ανεβάζουν τον τόνο τους όταν τα ρήματα είναι σύνθετα: εξαιρούνται οι μονοσύλλαβες προστακτικές όταν είναι σύνθετα τα ρήματα με δισύλλαβες προθέσεις και μόνο: εξαιρείται η προστακτική του ρήματος : αφίεμαι (οὗ). 

 

Π.χ: βαλοῦ: παραβαλοῦ

Μία πρόταση διδασκαλίας της τραγωδίας Ελένης του Ευριπίδου.

 


Μία πρόταση διδασκαλίας της τραγωδίας «Ελένη» του Ευριπίδου.

H Eλένη του Ευριπίδη, εάν αφαιρέσουμε το ποιητικό επικάλυμμά της  προκειμένου να απομείνει η φιλοσοφική ουσία της, αποτελεί διανοητική τομή συγχρόνως και εξέλιξη της νόησης του Ανθρώπου λίγο πρίν διαλυθούν οι πόλεις – κράτη και ξεσπάσει η χαοτική κατάσταση της Ελληνιστικής εποχής.H Eλένη του Ευριπίδη είναι η αντίθετα εννοουμένη Ομηρική Ελένη και αυτό βέβαια μόνον τυχαίο δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί: μία προσεκτική ματιά στην Ελένη του Ευριπίδου θα καταστήσει σαφές το γεγονός  ότι δεν αποτελεί μετεξέλιξη της Ομηρικής Ελένης αλλά ουσιαστικά πλήρη υπέρβασή της: κατ΄αρχάς υπάρχει σημαντική αξιολογική (αισθητική ίσως) μετατόπιση: ο Ευριπίδης δεν ασχολείται με την Ωραία Ελένη αλλά με τη Νοήμονα Ελένη η οποία προσπαθεί να ταξιδεύσει από την άγνοια στη γνώση, από τα φαινόμενα στα νοούμενα, από την άγνοια στη γνώση.

Ο Ποιητής μας είχε προετοιμάσει για αυτό όταν μας έδωσε τα δύο χαρακτηριστικά της Ωραίας Ελένης (αν και όπως είναι γνωστό η Ελένη ουδέποτε εμφανίζεται στην Ιλιάδα εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων): η Ωραιότητα στην Ιλιάδα έχει ώς χαρακτηριστικά τη Νόηση και την μήνιν (οργή): διότι δεν έχει καμμία σχέση με την ομορφιά: άλλη η ομορφιά και άλλη η ωραιότητα: για αυτό εξάλλου αναφέρεται στο σχετικό χωρίο για την Παναγία: η ωραιότητα της παρθενίας σου. Ομορφιά είναι κάτι το σωματικό ενώ η Ωραιότητα αφορά την κατάλληλη χρονική στιγμή οι άνθρωποι να μπορούν να προσφέρουν ό,τι εξελίσσει αυτούς, τους Άλλους και την ιδέα του Καλού και του Ωραιου: Ο Νούς του Οδυσσέως και η ψυχή του Αχιλλέως είναι είναι τα δύο χαρακτηριστικά του Ωραίου, η σκέψη η οποία οδηγεί σε έργα και η οργή η οποία εργάζεται και αυτή μετέπειτα πράξεις: οι Έλληνες φεύγουν από την Τροία έχοντας κατανοήσει την ύπαρξή τους, έχοντας καταλάβει την ουσία της υπάρξεώς τους: θα πρέπει να σκέπτονται και να (ο)εργάζονται μέσα από την αφύπνιση του ωραίου και του νοητού: αυτή είναι και η ανθρώπινη ωραιότητα: η σκέψη και το συναίσθημα.

Τα χρόνια κύλισαν, και σταδιακά –ειδικά στη φιλοσοφική Αθήνα – συνέβη μία πολύ χαρακτηριστική μετατόπιση: ενώ στην Ιλιάδα ανάμεσα στους Θεούς (ως συμπαντικές δυνάμεις) και στους ανθρώπους δεν εντοπίζεται κάποιο άλλο μέγεθος, σταδιακά διά της Φιλοσοφίας (στο κλεινόν άστυ) ανάμεσα σε Θεούς (νοουμένους ώς συμπαντικές δυνάμεις) και στον Άνθρωπο εμφανίζεται, τίθεται το μέγεθος του Νοός: ο Νούς ώς αποθετήριο συμπαντικών και πνευματικών και ηθικών ιδεών και αξιών, εμφανίζεται σε φιλοσόφους όπως ο Αναξαγόρας, σταδιακά μέσα από τους σοφιστές και το Σωκράτη, ο Νούς ολοκληρώνει τόσο πολύ τον άνθρωπο ώστε στην εποχή του Ευριπίδη εμφανίσθηκε ο νοητικά ανεξάρτητος άνθρωπος αυτός ο οποίος δεν είχε ανάγκη θεών (συμπαντικών δυνάμεων) ώς τέτοιους (ενορατικά) αλλά μπορούσε πλέον ως ανεξάρτητη νοητική οντότητα να αυτοδιαχειρισθεί την ανθρώπινη θέση στο σύμπαν, στην Φύση στην Πόλη. Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά και θα πρέπει να τονισθεί ότι η Ελένη του Ευριπίδη αποτελεί την κορυφαία στιγμή του νοητικού ανεξαρτήτου ανθρώπου ο οποίος θεωρεί ότι μπορεί να εύρη την Αλήθεια ενάντια σε κάθε φαίνεσθαι και να καθορίσει την μετέπειτα γήϊνη πορεία του.

Μία διαφορετική προσέγγιση του μαθήματος της Οδύσσειας.

 


Μία διαφορετική προσέγγιση του μαθήματος της Οδυσσείας.

1.Ο άνθρωπος-υποκείμενο στην Οδύσσεια του Ομήρου.

Η Οδύσσεια του Ομήρου, εάν τουλάχιστον την εξετάσουμε μέσα από ένα καθαρά ανθρωποκεντρικό πρίσμα, θα διαπιστώσουμε ότι εξυπηρετεί μία πολύ συγκεκριμένη υπαρξιακή ανάγκη: Είναι μεσάζουσα ποίηση ανάμεσα στη μυθολογία και στον πραγματικό Άνθρωπο, στον Άνθρωπο ο οποίος θέλει να υπάρξει όχι με ένα μυθολογικό αιθέριο τρόπο, αλλά μέσα από ένα έλλογο συνδυασμό σκέψεως και πράξεως: ο Οδυσσέας σε όλο το Ποίημα της Οδυσσείας, είναι ο πολύτροπος, ο πολύπλαγκτος, ο άνθρωπος ο οποίος σκέφτεται και πράττει σύμφωνα με τα ανθρώπινα δεδομένα και δεξιότητες: ήδη ο Ποιητής μας έχει προετοιμάσει για τον Άνθρωπο Οδυσσέα και την Ανθρωπίνη φύση του. Συνομιλώντας με την Καλυψώ ο Βασιλέας της Ιθάκης είναι απόλυτος: δεν θέλει να ενωθεί με θεούς, είναι άνθρωπος, θέλει να ενωθεί με ανθρώπους, ο Όμηρος μέσα από την αρχή της Ομοιότητας εξελίσσει τον Άνθρωπο σε σχέση με τους Άλλους ανθρώπους, ουσιαστικά (πρίν τα πολιτικά του Αριστοτέλους) είναι ο θεμελιωτής της ανθρωπίνης Πολιτείας και Κοινωνίας.

Άρα η Οδύσσεια μετά τη Μινωϊκή και Μυκηναϊκή εποχή, αποτελεί την πρώτη προσπάθεια του Ανθρώπου να αποκοπεί από την εξάρτηση από τους Θεούς (εννοούμε ως Θεούς τις συμπαντικές δυνάμεις οι οποίες περιβάλλουν τους ανθρώπους) ώστε μέσα από μία έλλογη ιδιότυπη ανεξαρτησία μέσα στο σύμπαν ο Νοήμων Άνθρωπος να δημιουργήσει ό,τι εννοούμε ώς γήϊνο πολιτισμό ιδεών και αξιών. Από το Σύμπαν ο Οδυσσέας επιλέγει (ο έλλογος άνθρωπος) συγκεκριμένες δυνάμεις:

Τη δύναμη (Δίας) (κάτι σαν το Ηρακλείτειο πύρ, ισχυρά βούληση)

Τη σοφία (Αθηνά)

Την πληροφορία (Ερμής, ο οποίος είρει (ενώνει όπως λέγει και το όνομά του) τον ουρανό ώς σκέψη με τη γή ώς πράξη.

Την κίνηση (κάτι σαν το ύδωρ του Θαλή ( ο Ποσειδώνας ώς θεός της θαλάσσης συμβολίζει (επειδή είναι ενάντιος στον Οδυσσέα) ότι ο Άνθρωπος πλέον δεν θέλει το βύθισμα στο χάος του Όλου αλλά να επιπλέει και να κινείται έλλογα δημιουργώντας το νόστο επάνω στη γήϊνη  δημιουργία του). Από αυτή την άποψη άς προσέξουμε ότι όλα γίνονται επάνω στην κίνηση, πλέον ο άνθρωπος κινείται, εξάλλου μην ξεχνούμε ότι το ύδωρ σύμφωνα με το Θαλή κινεί τα πάντα, επίσης ο Πλατωνικός Κρατύλος θεωρεί ότι από το ύδωρ προέρχεται και η δράση ώς λέξη (ετυμολογικά).

Πώς συνέβη η πρωθυπουργοποίηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1955;

 


Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην πρώτη φάση της πολιτικής του σταδιοδρομίας μεγάλο βάρος έδωσε στο ότι δεν ήθελε να τον αντιμετωπίζουν ώς ευνοούμενο του παλατιού, του Βασιλέως Παύλου: Σε αυτή τη χρονική στιγμή ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδος, δημιούργησε δική του κυβέρνηση, επειδή ο Βασιλέας Παύλος πήρε δική του πρωτοβουλία αυτός να αναθέσει το σχηματισμό κυβέρνησης στον εκλεκτό του Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η κοινοβουλευτική ομάδα του Ελληνικού Συναγερμού ( ο οποίος κυβερνούσε τη χώρα) είχε ώς ηγέτη της τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Παπάγο, ο οποίος λόγω ανίατης ασθένειας δεν μπορούσε να επιτελέσει τα καθήκοντά του, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν υπουργός της κυβέρνησής του. Σημαντικά στελέχη του Ελληνικού Συναγερμού (Κανελλόπουλος, Στεφανόπουλος) συζητούσαν για αναρχία, για ανάγκη διαδοχής (στην οποία οι ίδιοι θεωρούσαν ότι προηγούντο): ο Βασιλέας όμως Παύλος είχε άλλα σχέδια.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην κυβέρνηση του Στρατάρχου Αλεξάνδρου Παπάγου ήταν υπουργός Δημοσίων Έργων , όπως ήδη είπαμε παρακολουθούσε διακριτικά την κούρσα διαδοχής. Σε συνάντηση που είχε με το Βασιλέα Παύλο σημείωσε ότι όποια λύση και αν δρομολογηθεί θα πρέπει να υπάρξει μόνον και εφόσον παραιτηθεί ο Παπάγος. Πάντως στο εσωτερικό του κόμματος ήδη ο Κανελλόπουλος άρχισε να χάνει έδαφος σε σχέση με το Στεφανόπουλο, κσνείς όμως δεν περίμενε την πρωτοβουλία που πήρε σε σχέση με τον Καραμανλή ο Βασιλεύς Παύλος.Ας σημειώσουμε- προσπαθώντας να εξηγήσουμε τις πράξεις του Παύλου- ότι ο Στεφανόπουλος ώς υπουργός εξωτερικών είχε προκαλέσει την οργή των Ελλήνων λόγω της αδράνειάς του στα Σεπτεμβριανά του 1955.

Ο Παύλος επικοινωνούσε συνεχώς (και με επιστολές) με τον Παπάγο, διότι χωρίς την παραίτησή του δεν μπορούσε σε καμμία ενέργεια να προχωρήσει: Έπρεπε να παραιτηθεί ο στρατάρχης για να διορισθεί νέος πρωθυπουργός. Πάντως λίγο πρίν να πεθάνει ο Παπάγος άφησε τελικά την περιπόθητη επιστολή στην οποία όμως όριζε ώς διάδοχό του το Στεφανόπουλο. Τελικά ο Αλέξανδρος Παπάγος, ο νικητής της Πϊνδου, πέθανε στις 4/10/1955, ο ραδιοφωνικός μάλιστα σταθμός των Αθηνών ανακοίνωσε το ίδιο βράδυ ότι ο Στεφανόπουλος τοποθετήθηκε νέος πρωθυπουργός της Ελλάδος. Όμως ο Βασιλίεας Παύλος συνάντησε και τον Κανελλόπουλο και το Στεφανόπουλο την άλλη ημέρα, και όλοι ήξεραν ότι ο Στεφανόπουλος απολάμβανε την εμπιστοσύνη της βουλής, ο Βασιλεύς όμως μπορούσε να το υπερκεράσει αυτό διορίζοντας πρωθυποιυργό της αρεσκείας του, όπερ και εγένετο.

Η ομιλία, έκφραση-έκθεση θεωρία (λυκείου).

 


Έκφραση-Έκθεση Λυκείου.

Ομιλία.

Η ομιλία είναι λόγος με συγκεκριμένο θέμα, ο οποίος εκφωνείται σε δημόσια συγκέντρωση ενώπιον ακροατηρίου.

Η ομιλία μπορεί να αναφέρεται σε θέμα/θέματα πολιτικής επιστήμης, τεχνολογίας, εκπαίδευσης, υγείας, οικολογίας, οικονομίας, και σε οποιοδήποτε άλλο αξιολόγο και ενδιαφέρον θέμα.

Οι σκοποί για τους οποίους εκφωνείται μία ομιλία μπορεί να είναι πολλοί και ποικίλοι. Ο ομιλητής μπορεί κατά περίπτωση να επιδιώκει να πληροφορήσει το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται να δώσει την προσωπική του εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη ερμηνεία για ένα θέμα, να προβληματίσει, να προτείνει  και να πείσει για την ορθότητα των απόψεών του.

Η δομή της ομιλίας είναι λογική και τυπική. Τα στοιχεία που συνθέτουν τη δομή της είναι:

1. Η προσφώνηση: Επιλέγεται ανάλογα με το κοινό στο οποίο απευθύνεται ο ομιλητής: π.χ Κυρίες και κύριοι, απλώς ή προστίθεται και η ιδιότητα αυτών προς τους οποίους απευθύνεται: π.χ συνάδελφοι, σύνεδροι, βουλευτές (επισημότητα) ή αγαπητοί συμμαθητές, συνάδελφοι, ή απλώς Φίλες και Φίλοι (οικειότητα) κ.α.

2. Ο πρόλογος: Στον πρόλογο δηλώνεται η ιδιότητα του ομιλητή, το θέμα της ομιλίας του, ενδεχομένως και οι νοηματικές ενότητες οι οποίες τη συνθέτουν: π.χ  Ως εκπρόσωπος της μαθητικής κοινότητας του σχολείου μας, θα ήθελα εκφράζοντας τις απόψεις μας για το ενδιαφέρον / επίκαιρο / επίμαχο / φλέγον θέμα / πρόβλημα της/ του…να συμμεριστώ το ενδιαφέρον / την ανησυχία / την αγωνία σας για αυτό . Πρόθεσή μας /σκοπός της εισήγησής μας / της ομιλίας μας είναι να συμβάλουμε στην ανάπτυξη ενός γόνιμου / εποικοδομητικού προβληματισμού όχι μόνον (προσαρμογή του α΄ζητουμένου του θέματος ) για να κατανοήσουμε σε όλη του την έκταση / βάθος /μέγεθος το θέμα / ζήτημα / πρόβλημα που μας απασχολεί / εξετάζουμε, αλλά και (προσαρμογή του β΄ζητουμένου αν υπάρχει) για να  καταλήξουμε σε χρήσιμα συμπεράσματα /προτάσεις τα οποία θα μας βοηθήσουν στην αποτελεσματική αντιμετώπισή του.

Φύλλο εργασίας : Ιστορία β΄λυκείου:

 


Σύμφωνα με τα νέα προγράμματα σπουδών η ιστορία της β΄λυκείου δίδει στους μαθητές τις παρακάτω πληροφορίες:

1.Τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών

2.λειτουργία της οικονομίας

3.πληθυσμιακές μεταβολές από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή.

4.πληροφορίες για το χώρο και το χρόνο

5.τρόποι και μέσα παραγωγής

6.προϊόντα και υπηρεσίες από τη γεωργική εποχή έως τη σύγχρονη βιομηχανική επανάσταση.

7.Εξετάζονται οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες

8.επίσης οι μετακινήσεις πληθυσμών.

Έστω λοιπόν ότι θέλω να παρουσιάσω στους μαθητές το κεφάλαιο της ιστορίας β΄λυκείου το οποίο ασχολείται με την αραβική εξάπλωση.

1ος στόχος: παρουσιάζεται ο τρόπος οργάνωσης της αραβικής κοινωνίας:

περί των νέων ταυτοτήτων...

 


Περί των νέων ταυτοτήτων.

Ως συνήθως αδυνατούμε να συλλάβουμε τη συνέχεια των όσων γύρω μας συμβαίνουν: αδυνατούμε να συλλάβουμε την εν συνεχεία εκτύλιξη όλων αυτών που λαμβάνουν σάρκα και οστά, διότι έχουμε αποσπασματική εικόνα του εαυτού μας, των πίστεών μας, των πράξεών μας. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε ότι τίποτε δεν συμβαίνει ξαφνικά αλλά όλα αποτελούν συνέχεια όλων όσων έχουν ετοιμασθεί προσεκτικά επί σειρά αιώνων.

Ερωτώμεν στο θέμα των «νέων ταυτοτήτων»: ξαφνικά προέκυψε το όλο θέμα; Δηλαδή είμαστε ελεύθεροι και ξαφνικά κάποιοι κακοί εξουσιαστές ανεκάλυψαν τον τρόπο να μας εξουσιάσουν; Δηλαδή όλα είναι ελεύθερα και τέλεια και ξαφνικά , από το πουθενά , θα ελεγχθούμε μέσω των βιομετρικών των νέων ταυτοτήτων;

 Ερωτώμεν επίσης: υπήρξε εποχή κατά την οποία δεν υπήρχε ενιαίος τύπος ανθρώπου όπως σήμερα όπου όλοι γεννώμεθα και πεθαίνουμε; Υπήρξε εποχή κατά την οποία κάποιοι άνθρωποι εγεννώντο χωρίς να πεθαίνουν ή ζούσαν και σε άλλες διαστάσεις χωρίς να υποτάσσονται σε έναν υλιστικό τρόπο ζωής και θέασης του σώματος όπως σήμερα. Απαντώμεν: υπήρξε εποχή πολλών και διαφορετικών ανθρώπων, πολλών ηρώων, μη ηρώων, ανωτέρων συμπαντικά ανθρώπων κ.ο.κ: Πότε σταμάτησαν όλα αυτά: όταν ο νούς που εξελίχθηκε σε θεό , μάλιστα ο θεός του μονοθεϊσμού εξαφάνισε κάθε άλλη μορφή συμπαντικού ανθρώπου και υπέταξε όλους τους ανθρώπους στην κοινή μοίρα ζωής και θανάτου. Πού πήγαν και εξαφανίσθηκαν όλοι οι θεοί ημιάνθρωποι και άνθρωποι του Ελληνικού μυθολογίου, των πολλών και ποικίλων δυνατοτήτων στο όλον; Εξαφανίσθηκαν και σε όλους τους ανθρώπους εμφυτεύθηκε η μία εντολή που στοίχειωσε τη ζωή μας : γεννώμεθα, πεθαίνουμε, πονάμε, αρρωσταίνουμε, πονούμε, μάλιστα η Ελληνική τραγωδία προσπάθησε να οριοθετήσει την μόρσιμον ημέρα, να κατανοήσει τα όρια του ελέγχου και της σκλαβιάς όπου έχει υποπέσει ο άνθρωπος, ο θεός εμφύτευσε μέσα μας την εντολή της ζωής και του θανάτου, απωλέσαμε την οντολογική μας ελευθερία να κινούμεθα πέραν κάθε περιορισμού και πλέον ελεγχόμεθα ώς όντα που κινούνται ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο: πέραν αυτών δεν υπάρχει Όν αν και υπάρχει και μάλιστα ο ανώτερος οντολογικός κόσμος.

Προς την ειδωλολατρεία της ψηφιακής εργαλειακής εποχής.

 



Η ειδωλολατρική εργαλειοποίηση της ψηφιακής εποχής, η οποία υποκαθιστά πλήρως τον άνθρωπο χάριν των τεχνολογικών ανακαλύψεων, ξεκινά και προετοιμάζεται προσεκτικά από το σχολείο. Αξίζει να την παρακολουθήσουμε.

Όλοι μα όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν Νού ο οποίος μπορεί και επεξεργάζεται έννοιες: τις πρώτες και καθολικές έννοιες, και όποιες άλλες, οι οποίες κρύπτονται πίσω από κάθε εφεύρεση και τεχνολογία και επιστήμη. Αρκεί λοιπόν να καταδείξουμε στο μαθητή τον διαφορετικό ανά μάθημα και μαθητή τρόπο σύμφωνα με τον οποίο διά της επιστημονικής ανακάλυψης  θα κατανοήσει τις έννοιες που κρύπτονται από πίσω από αυτή την ανακάλυψη: θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τις μαθηματικές εξισώσεις και ένα ζωγραφικό πίνακα: μέσω αυτών των δύο μαθημάτων θα μπορούσαμε σε δύο διαφορετικούς μαθητές να καταδείξουμε την έννοια της αρμονίας: διότι οι δύο αυτοί μαθητές καταλαβαίνουν την ίδια πηγαία έννοια μέσω δύο διαφορετικών ερεθισμάτων.

Αυτό όμως σε ένα σχολείο το οποίο πλήρως έχει υποβιβάσει κάθε έννοια και έχει θεοποιήσει τις ανακαλύψεις που στηρίζονται σε αυτές τις έννοιες, σε ένα σχολείο το οποίο έχει υποβιβάσει τους πολλούς τρόπους που μπορεί να παραχθούν οι έννοιες και προσφέρει μόνον ολίγους, σε ένα σχολείο που δεν ενδιαφέρεται να πλησιάσει το μαθητή ως φορέα εννοιών αλλά μόνον ως ικανό να μάθει ή όχι τα ανθρώπινα εφευρήματα, σε αυτό το σχολείο θεοποιούνται τα εφευρήματα και όχι οι έννοιες που φέρουν οι οποίες ανιχνεύονται σε κάθε άνθρωπο.

Πρόκειται για πολύ σημαντική διαπίστωση την οποία και θα πρέπει να προσέξουμε: οι Έλληνες για αυτόν ακριβώς το λόγο δεν εθέλησαν να προβάλουν τόσο πολύ την τεχνολογία τους όσο  τη Σοφία τους: υπήρχε ακόμα ένας ανθρωποκεντρισμός ο οποίος ανεκάλυπτε στον άνθρωπο όλες εκείνες τις έννοιες οι οποίες τον συνέδεαν με τη συμπαντική πορεία. Σταδιακά –ειδικά όσο ο Νούς προχωρούσε και απέκοπτε τον άνθρωπο στη γή – όλη αυτή η σειρά αντεστράφη: σταδιακά ο θάνατος, η ζωή, το σύμπαν, ο άνθρωπος, η φύση, η ιδέα, σταμάτησαν να Είναι με τον τρόπο που Είναι μέσα μας ενορατικώς, και άρχισαν να Είναι με τον τρόπο κάποιου θεού, σοφού, βιβλίου: αυτό σταδιακά επεκράτησε και μέσω της εκπαίδευσης άρχισε να περνά από γενεά σε γενεά.