Ο Μάρτιν Χάϊντεγγερ αφορμάται προκειμένου να ομιλήσει για τη βία, από το σύνολο της προσωκρατικής φιλοσοφίας: Ανακαλύπτει τη βία στο Ηρακλείτειον αείζωον πύρ, στο Παρμενίδειον νοείν τε και Είναι, αφορμάται όμως και από το μετασωκρατικό λόγο της Σοφόκλειας Αντιγόνης, από το περίφημο στάσιμο εκεί όπου αναγράφεται :πολλά τα δεινά και το μεγαλύτερο δεινό ο άνθρωπος: ο Γερμανός φιλόσοφος αυτομεταφράζει το δεινόν με το ανοίκειον, κάτι το οποίο το κρίνουμε απολύτως επιτυχημένο. Εάν προσεχθεί η πρισματική ματιά του φιλοσόφου του Μέλανος Δρυμού, θα διαπιστωθεί ότι ο Χάϊντεγγερ αφορμάται από το όλον της διαστάσεώς μας, άρα η βία θεωρείται ώς γενεσιουργός αιτία του όλου Ώδε Είναι.
Ο Μαρτίνος Χάϊντεγγερ είναι
γνήσιος οντολόγος: Κατανοεί ότι η Γαία είναι τράπεζα οντολογικών δυνάμεων, το
Είναι αποτελεί το μεγαλύτερο καταθέτη: η Γαία κινείται με βάση τις ανείπωτες
και ανερμάτιστες δυνάμεις του Είναι τις οποίες και εμπεριέχει: ο διαχειριστής αυτής
της οντολογικής τραπέζης είναι ο Άνθρωπος: ο Άνθρωπος ώς εσωτερικότητα, ώς
ύπαρξις εδυναμικής παρ-Είναι παρουσίας εν τω Είναι: η βία του Ανθρώπου, του
Ανθρώπου που νοεί και πράττει είναι αυτό το καταδαμάζον μέγεθος το οποίο
ελέγχει και κατευθύνει σκοποθετικά τις άπειρες οντολογικές δυνάμεις οι οποίες
εμπεριέχονται στη γή: Το αείζωον πύρ διά της ανθρωπίνης βίας διαμορφώνει, ανακατανέμει,
τροποποιεί και αναδεικνύει πολιτισμό και ιστορική συνέχεια: η βία είναι η σειρά
πραγμάτωσης των δυνάμεων του Είναι η οποία αυτή σειρά καταδαμάζει το χάος των
δυνάμεων οι οποίες περιφέρονται διά της γής, πέριξ της γαίας. Άρα η Χαϊντεγγεριανή
βία είναι η θεραπαινίς του Είναι, ο τρόπος σύμφωνα με τον οποίο κατανέμονται
και κτίζουν οι χαοτικές δυνάμεις οι οποίες εκ του Είναι προσφέρονται στη γή:
για αυτό και ο Δήμος δαμάζει εαυτόν και δημιουργεί (δαμάζει διά του έργου) Πόλιν
και νόμον.
Η ενασχόλησις του Χάϊντεγγερ με
το νοείν τε και Είναι του Παρμενίδου είναι εντυπωσιακή, συνεχίζει μάλλον την
οντολογία της Βίας: Η νόησις δεν είναι ακόμη σκέψις διότι κατ΄αρχάς ο άνθρωπος
ώς ύπαρξις ενυπάρχει εν τω Είναι: κατ΄αρχάς είναι συμμετοχή δυναμική της υπάρξεως
στις δυνάμεις που συναποτελούν το Είναι: για αυτό και ο Χάϊντεγγερ κατ΄αρχάς
θεωρεί το Λόγο όχι ώς Ομιλία αλλά ώς Συλλογή: η ύπαρξις κατ΄αρχάς συλλέγει
δυνάμεις του Είναι, είναι νόησις αυτό, διότι νόησις εκ του νέομαι σημαίνει
κίνησις: κίνησις Οδυσσεϊκή η οποία καθιστά τον Άνθρωπο πολύτροπο, πολύπλαγκτο,
πολύνοον: άρα η νόησις συλλέγει δυνάμεις του Είναι, ο Οδυσσέας καθίσταται πολύτροπος: έπειτα διά
της ενοράσεως η ύπαρξις συμμετέχει του Είναι, τέλος το νοείν ώς σκέπτεσθαι
αρπάζει δυνάμεις του Είναι: η νόησις λοιπόν είναι βία διότι συλλαμβάνει ποιες δυνάμεις
του Είναι χρειάζονται από την ύπαρξιν ώστε να κατανοηθεί ότι η νόησις αφορά όλο
το Είναι (ταυτόν εστίν νοείν τε και
Είναι): Άρα η βία είναι η κίνησις του νοήμονος υποκειμένου το οποίον διά του νοείν και του κτίζειν καταδαμάζει όλες τις παρασχεθείσες
οντολογικές δυνάμεις προκειμένου να
δομήσει τον ανθρώπινο πολιτισμό της μέριμνας του Ώδε Είναι: ο άνθρωπος
είναι αν-οίκειος σε αυτό διότι οικείο είναι η ηρεμία η ησυχία του όλου, όμως ο
τρόπος της βίας που καταδαμάζει το όν και τις παρασχεθείσες δυνάμεις του είναι
χαλασμός, θύελλα, πόλεμος, αν-οικειότης.
Η ιστορία σε κάθε περίπτωση δικαιώνει το Γερμανό στοχαστή: οι Έλληνες με τρείς πολέμους, με τρείς τεράστιες κινήσεις βίας, έκτισαν τον κόσμο τους και τον παρέδωσαν στους επομένους: συζητούμε για τους περσικούς πολέμους, τον Τρωϊκό πόλεμο, τον Πελοποννησιακό πόλεμο, μέσα από τις κύριες αυτές καταδαμαστικές κινήσεις οι Έλληνες συνέστησαν την ύπαρξή τους ώς Έθνος, ώς Άτομα, ώς Πόλις κράτος, αποθεώνοντας το Νού (ο κύριος εκφραστής της καταδαμάζουσας το Ώδε Είναι και τις δυνάμεις του βίας) ετοιμάζοντας μάλιστα το έδαφος στην παγκοσμιότητα και οικουμενικότητα του Ελληνιστικού κόσμου.

