Το απόσπασμα του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου (18, 37-38) περιέχει τον περίφημον διάλογον ανάμεσα στον Ιησού και στον Ρωμαίον διοικητήν Πόντιον Πιλάτον περί της αληθείας. Εις το πνευματικόν ευαγγέλιον του Ιωάννου παρέχονται πληροφορίες οι οποίες δεν δίδονται εις τα υπόλοιπα τρία συνοπτικά ευαγγέλια: ο διάλογος έχει ούτως: Ο Πιλάτος ερωτά τον Ιησούν εάν είναι ο Βασιλεύς των Ιουδαίων; Η ερώτησις βέβαια είναι παραπλανητική διότι βασιλεύς δεν υπήρχε και εάν υπήρχε ως επαναστάτης αυτό θα κατοχύρωνε την ενοχή του Ιησού: όμως ο Ευαγγελιστής έξυπνα κατοχυρώνει την μεταφυσικότητα του διαλόγου, διότι βέβαια ο Ιησούς θα απαντήσει ότι η βασιλεία του είναι του ουρανού και όχι της γής: η πλατωνική Ελληνιστική ανάμνησις είναι έντονος: πλέον οι άνθρωποι είναι ώριμοι να μεταλλάξουν το βασίλειο των πλατωνικών ιδεών σε βασίλειο ενός πιο προσωπικού θεού: επίσης η μεταφυσική θέασις της αληθείας είναι έτοιμη να εγκαθιδρυθεί διά της βίβλου σε όλον τον κόσμον: ο Πλάτων είναι αυτός ο οποίος απεμάκρυνε την αλήθεια από τον κόσμον αυτόν, από τα φαινόμενα, και μεταφυσικώς την έστειλε στον άλλο κόσμο των ιδεών: ο Ιησούς ολοκληρώνει το πλατωνικό ταξείδι: η αλήθεια του δεν έχει καμμία σχέση με τον κόσμον αυτόν αλλά είναι άλλου κόσμου: η αλήθεια πλέον αποκόπτεται από τις αισθήσεις, από την ενόραση, η νοητική αλήθεια του Πλάτωνος φθάνει στο απώγειό της: αλήθεια πλέον είναι η πλέον δυνατή σκέψις και αυτή είναι ο Θεός των χριστιανών όπως το Πλατωνικό Αγαθό. Η βελτίωση του Πλατωνισμού επί το προσωπικότερον πραγματοποιείται στον περίφημο διάλογο του Ιησού με τον Πόντιο Πιλάτο: η έννοια της Δημοκρίτειας αληθείας (συμπαντική αποτύπωσις δυνάμεως και κενού) ως ενόρασις και φαντασία οντολογική πνέει τα λοίσθια: ο κόσμος βυθίζεται στην αλήθεια η οποία αποκόπτει τον κόσμο από αυτή και την τοποθετεί σε άλλο κόσμο: από το πλατωνικό σπήλαιο έως την κακότητα του χριστιανικού κόσμου ο μεταφυσικός ορισμός της αληθείας, η οποία αποκόπτεται από την πραγματικότητα και συνδέεται με το νού ενός όντος (θεού) αυτός ο μεταφυσικός ορισμός εγκαθίσταται: όταν μάλιστα ο Λούθηρος απέκοψε τον κόσμο του θεού καθιστώντας τον μόνο υπόθεσιν πίστεως, τότε επεκράτησε η πιο δυνατή πίστις των πιο ισχυρών με αποτέλεσμα οι άνθρωποι σήμερα να ελέγχονται πιστεύοντας σε κάτι που οι ίδιοι ποτέ ίσως δεν σκέπτονταν.
Εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον παραδίδονται τα παρακάτω λόγια του Ιησού τα οποία ολοκληρωτικά απουσιάζουν από τους συνοπτικούς: Ο Ιησούς αναφέρει ότι ήλθε στον κόσμο για να μαρτυρήσει την αλήθεια: Πάς ο ών εκ της αληθείας (όποιος ευρίσκεται εις την αλήθεια) θα ακούσει της φωνής του. Ο Πιλάτος του αναφέρει το περίφημον ερώτημα: τι εστίν η αλήθεια; Εννοώντας ότι ο Ιησούς είναι η αλήθεια; Απάντηση δεν έλαβε πέραν του «συ είπας». Η ταύτισις της αληθείας με Άνθρωπο (έστω για τη χριστιανική δογματική Θεάνθρωπο) δεν είναι καινούργια: ανιχνεύεται στον Πλατωνικό Κρίτωνα εκεί όπου οι κλαίοντες μαθητές έχουν ταυτίσει το Σωκράτη με την αλήθεια: ο Σωκράτης (όπως φαίνεται και αποτυπώνεται και στον πίνακα του David) είναι ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος ως παιδεία και σοφία ταυτίζεται με την αλήθεια: η αλήθεια του Σωκράτους είναι ίδια με την αλήθεια του Ιησού και αυτή η διαστασιακή και τόσο αφελής ανθρώπινη αλήθεια δεν είναι δύσκολο να φύγει από το συμπαντικό της θρόνο και να ταυτισθεί με Άνθρωπο: Αλήθεια είναι η πνευματική φαντασιακή σύνδεσις του Ανθρώπου με τον κόσμο των Ιδεών ο οποίος πλέον γίγνεται κόσμος και βασιλεία του Θεού: άρα όποιος έχει την Ιδέα αυτού του κόσμου είναι η προσωποποιημένη Αλήθεια: ο Όμηρος εκάλεσε τη Μούσα ως μεσάζουσα ανάμεσα σε αυτόν και τους Θεούς , τώρα οι Άνθρωποι καθίστανται οι ίδιοι Αλήθεια: ήδη το όλο θέμα είχε προσεκτικά προετοιμασθεί στον Πλατωνικό Πρωταγόρα (θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι ο διάλογος του Ιησού με τον Πιλάτο είναι μετεξέλιξη της συζήτησης του Σωκράτους με τον Πρωταγόρα, όταν ο Σωκράτης προσπαθεί απεγνωσμένα να πείσει τον Πρωταγόρα ότι υπάρχει αντικειμενική αλήθεια που είναι και διδακτή μέσω της ηθικής και της καθημερινής πολιτικής αρετής: κάτι το οποίο λέγει και ο Ιησούς στον Πιλάτο: αλήθεια είναι αυτό το οποίο μεταφέρεται από τον κόσμο του Αγαθού, είναι αντικειμενικό, αποδεικνύεται στην καθημερινή ηθική και στην Εκκλησία (η πολιτική αρετή του Σωκράτους μετεξελίσσεται σε θρησκευτική αρετή, πολιτική και αυτή εντός της εκκλησίας των χριστιανών) :

