Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ετυμολογίες-παραγωγή-συνθέσεις λέξεων.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ετυμολογίες-παραγωγή-συνθέσεις λέξεων.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το ρήμα: εἰμί.

 


Το ρήμα: εἰμί. 

Το ρήμα: εἰμί,προέρχεται από την ρίιζα: ές +μι: σε πλήρη εκτύλιξη πρότασης: ες εμένα Είναι και υπάρχει αυτή η ιδιότητα: Οι πάνσοφοι Έλληνες διείδον την ανάγκη να εκφράσουν ότι ο Άνθρωπος Εϊναι Κάτι ή Υπάρχει ως κάτι και για αυτό το εσ-μι το ήνωσαν σε : ειμί. Άρα το ρήμα καταρχάς σηματοδοτεί την οντολογική ανάγκη ότι κάτι Είναι και κάτι Υπάρχει σε σχέση με τον Εαυτό του, τους Άλλους, τον Κόσμο την Φύση, άρα το ρήμα ειμί: σηματοδοτεί την διαλεκτική: ο Άνθρωπος υπάρχει και σε σχέση Είναι κάτι.

Στην πρόταση : Εγώ εἰμί.Άνθρωπος, σημαίνει: Εγώ Υπάρχω ως Άνθρωπος και Είμαι το σύνολο των ιδιοτήτων του Ανθρώπου.

Καταλαβαίνουμε ότι οι οντολόγοι Έλληνες εκμεταλλεύθηκαν γνωσιολογικώς και ηθικώς το ρήμα: προκειμένου να εκφράσουν το οντολογικό βάθος του Εαυτού τους, της Πόλης, του Κόσμου: ότι κάτι Είναι και υπάρχει επειδή Είναι, και ως Είναι έχει αποκτήσει ιδιότητες και αξία.

Η προστακτική του Είμί: είναι: ἴσθι, όπως και του ρήματος: οίδα=γνωρίζω. Για τους Έλληνες προπάτορες το να είσαι σημαίνει ότι Γνωρίζεις τον Εαυτό σου, τον Κόσμο τους Άλλους την Πόλη το θείο.Άρα το Είναι γνωσιακή ύπαρξη.

Η Θεά Αθηνά, η Θεά Ατρυτώνη...

 


Η λέξη Ἀτρυτώνη (ή Ατρυτώνη) αποτελεί  ένα αρχαίο ομηρικό επίθετο της θεάς Αθηνάς το οποίο  σημαίνει «η ακαταπόνητη», «η αδάμαστη» ή «αυτή που δεν κουράζεται ποτέ».
Σύμφωνα με το Λεξικό Liddell-Scott (LSJ), η ετυμολογία της λέξης έχει ως εξής: 
  • Προέλευση: Παράγεται από το στερητικό α- και το ρήμα τρύωτρύχω), το οποίο σημαίνει εξαντλώ, καταπονώ, φθείρω, κουράζω.
  • Σημασία: Επομένως, ο τύπος ἀτρύτη σημαίνει αυτή που δεν φθείρεται ή δεν κουράζεται.
  • Σχηματισμός: Το Ἀτρυτώνη αποτελεί ποιητική έκταση/μεγέθυνση του ἀτρύτη (όπως αντίστοιχα το Ἀϊδωνεύς προέρχεται από το Ἅιδης). []
Το επίθετο αυτό χρησιμοποιείται στην ομηρική Ιλιάδα και Οδύσσεια για να τονίσει τη γεμάτη ενέργεια, αντοχή και δυναμισμό φύση της Παλλάδος Αθηνάς ως θεάς του στρατηγικού πολέμου.


Ετυμολογίες λέξεων.

 


Ετυμολογίες λέξεων.

Νάρθηξ (Νάρθηκας): καλαμοειδής φυτικός βλαστός η οποία λειτούργησε ως  κυλινδρική θήκη: Εκεί οι Αρχαίοι Έλληνες εφύλαττον φάρμακα, έγγραφα, πολύτιμα αρώματα. Συμβολικά έπειτα στο κτίσιμο των Ναών το πρώτο μέρος του Ναού ονομάσθηκε Νάρθηκας διότι εκεί οι χριστιανοί εφύλαττον την αγνότητα της ψυχής των προκειμένου να εισέλθουν στον κυρίως ναό.

Βλασφημία: βλάπτω την φήμη κάποιου, υβρίζω ώστε να βλάψω την φήμη κάποιου.

Σοβέω-ώ: ταραζω, κινώ, τινάζω, αποδιώχνω, εκφοβίζω. Σοβαρός είναι αυτός ο οποίος διώχνει πουλιά με εκφοβισμό , ο ορμητικός ο ταχύς ο βίαιος, ο πομπώδης ο περήφανος και αυστηρός (αυτή η σημασία σε θέματα συμπεριφοράς και κοινωνικής υπόληψης επεκράτησε όταν λέμε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι σοβαρός.

Το Ελληνικόν υπόβαθρον των καταβασιών των Χριστουγέννων:

 


Το Ελληνικόν υπόβαθρον των καταβασιών των Χριστουγέννων:

Ωδή στ΄: Σπλάγχνων Ἰωνᾶν, ἔμβρυον ἀπήμεσεν, ἐνάλιος θήρ, οἷον ἐδέξατο· τῇ Παρθένῳ δέ, ἐνοικήσας ὁ Λόγος καὶ σάρκα λαβών, διελήλυθε, φυλάξας ἀδιάφθορον· ἧς γάρ, οὐχ ὑπέστη ῥεύσεως, τὴν τεκοῦσαν κατέσχεν ἀπήμαντον.

Μτφ: Ἀπὸ τὰ σπλάχνα του τὸν Ἰωνᾶ, ὡς ἔμβρυο ἐξέμεσε τὸ θαλάσσιο θηρίο, ἀτόφιο: ὅπως τὸν δέχτηκε. Ἔτσι καὶ στὴν Παρθένο, ἀφοῦ ἐνοίκησε ὁ Λόγος καὶ σάρκα ἔλαβε, διῆλθε ἀπὸ αὐτὴν φυλάττοντάς την ἄφθορη· κι ὅπως ἀλλοίωση ὁ ἴδιος δὲν ὑπέστη, ἔτσι φύλαξε ἀβλαβῆ κι ἐκείνην ποὺ τὸν γέννησε.

Η Παρθένος έμεινε απήμαντος έπειτα από την γέννηση του Ιησού: απήμαντος: χωρίς πόνο: όμως το πήμα, η  ξεχασμένη αυτή Ελληνική λέξις  του πόνου (απήμαντος: αυτός που δεν πονεί) αναφέρεται ετυμολογικά στο πάθος: σημαίνει ότι δεν πονεί ο άνθρωπος επειδή δεν υποπίπτει σε κάποιο πάθος: άρα απήμαντος είναι αυτός ο οποίος πνευματικά και ψυχικά είναι αληθής συνδεδεμένος με την πηγή της Αληθείας. Άρα η Παρθένος είναι απήμαντος διότι έπειτα από την γένεση του Ιησού δεν υπέκυψε σε πάθος πνευματικού ή ψυχικού πόνου ήταν σίγουρη για τον Υιόν της και την πορεία του.

Ιλιάδα Μ, 80: Ὣς φάτο Πουλυδάμας, ἅδε δ᾽ Ἕκτορι μῦθος ἀπήμων,
αὐτίκα δ᾽ ἐξ ὀχέων σὺν τεύχεσιν ἆλτο χαμᾶζε.

Η παραγωγική δύναμη του Βαίνω....

 


Το ρήμα βαίνω, είναι ένα από τα πιο επιδραστικά ρήματα της Ελληνικής γλώσσης διότι δίδει σωρεία παραγώγων λέξεων.

Βασιλεύς: από τον μέλλοντα βήσομαι διότι ο Βασιλεύς έβαινε προς τον βωμό για θυσία.

Βωμός: επίσης από το βαίνω διότι εκεί έβαινον οι θυσιασταί για την θυσία.

Βαθμός: ο βαθμός σημαίνει  όχι μόνον αυτό που έχει επικρατήσει αλλά την σταδιακή προσέγγιση νέων στόχων και κατακτήσεων προκειμένου να είπω και να καλλιεργήσω νέες καταστάσεις. Άρα βαθμός σημαίνει  ότι κάποιος βαίνει προς κάτι το οποίο προσπαθεί διά του βαθμού (δηλαδή διά του ότι  βαίνει προς αυτό που θέλει να επιτύχει και να πραγματοποιήση) να το ολοκληρώσει. Ο Βαθμός δηλώνει τον τρόπο που βαίνει κάποιος προς κάτι.

Άρα ο μαθητής παίρνει καλούς βαθμούς, σημαίνει βαίνει προς  τους στόχους του.

Η βαθμίδα του καθηγητού σημαίνει ότι κάποιος βαίνει προς την εξέλιξή του.

Οι αναβαθμοί των καθισμάτων στο θέατρο σημαίνει ότι κάποιος βαίνει διά αυτών προς το χώρο παρακολούθησης της τραγωδίας.

Οι αναβαθμοί στα τροπάρια της Εκκλησίας σημαίνει ότι κάποιος βαίνει διά αυτών των τροπαρίων στο Θεό που λατρεύει και ψάλλει.

Περί ομοήχων λέξεων. Αλλά και άλλων λέξεων.

 


Περί ομοήχων λέξεων. Αλλά και άλλων λέξεων.

1. Κυττάζω ή κοιτάζω.

Κύπτω, κυπτάζω. Κυττάζω: κύπτω, ερευνώ, εξετάζω: άρα κυττάζω= εξερευνώ, ερευνώ.

Κοίτη, κοιτάζω: οι στρατιώτες κάθονταν στην κοίτη του ποταμού και ερευνούσαν: άρα κοιτάζω: βλέπω, παρατηρώ.

2.κτίριο ή κτήριο.

Το κτίζω δύσκολα δίδει  παράγωγα  ως –ιριο, μάλλον σε ιστήριο: φροντίζω=φροντιστήριο.

Άρα μάλλον το κτήριο είναι το σωστό ως ακολούθως: οικέω-ω=οικετήριος οίκος, άρα κτήριος, άρα κτήριο. Το μέρος το οποίο οικείται.

Ετυμολογία του ρ.ἀγαπῶ.

 



Το ρ. ἀγαπῶ παράγεται από το επίρρημα  ἄγαν + πα (πάομαι= αποκτώ). Εντύπωση προκαλεί ότι το ἄγαν γεννά ένα τέτοιο ρήμα: άρα το νόημα είναι η θέληση και η διάθεση υπερβολικά να αποκτήσω κάτι διότι διάκειμαι θετικά έναντι του άλλου. Ώστε το ἀγαπῶ κρύβει μέσα του την υπερβολή, για αυτό και στον χριστιανισμό ο Ιησούς διδάσκει την αγάπη στον υπερβολικό βαθμό (αγαπάτε αλλήλους). Άρα το «μηδέν ἄγαν» αναφέρεται σε ό,τι δεν ενέχει την καλή και ευνοϊκή προδιάθεση της αγάπης.

Ετυμολογία του ρ. .ἀγγέλjω- με αφομοίωση του j σε λ=αγγέλλω.

Σημαίνει : μηνύω, σημαίνω, λέγω, δηλώ.

Στον κόσμον των Ελλήνων η μήνυσις, ο λόγος, η δήλωσις, η διάχυσις της είδησης ήταν η συμπαντική ενεργοποίησις των όσων συμβαίνουν, η είδησις ήταν το οξυγόνο των Όντων: για αυτό και υπήρξε Θεός αγγελιαφόρος (Ερμής). Για αυτό και το αγγέλλω δίδει πολλά συνώνυμα και σύνθετα:ώστε μαζί με τις προθέσεις να καλύφθεί κάθε επίπεδο της πληροφορίας προς τον ουρανό τη γή τους Ανθρώπους και τους θεούς:

Περί του ρήματος: ἀγάλλω.

 


 

γάλλω= λαμπρύνω,κοσμώ, τιμώ, ευπρεπίζω.

Μας ενδιαφέρει το θέμα: ἀγά, το οποίο σημαίνει κάτι έντονο (μηδέν γαν).

Άρα ενώ οι Έλληνες απέφευγαν την υπερβολή (έστω ως συμβουλή) είχαν ενσωματώσει κινήσεις μέσα από ρήματα ώστε να νοιώθουν και να σκέπτονται υπερβολικά ό,τι τους ενδιέφερε.

Πάντως το ρ, ἀγάλλω προέρχεται από το επίθετο: γαλός (λαμπρός).Επίσης το γαλμα παράγεται από το ἀγάλλω διότι ως τελικό προϊόν ήταν αντικείμενο θαυμασμού.

Ετυμολογικά συγγενές είναι και το ρ. γαμαι (θαυμάζω, εκτιμώ): βλέπουμε την τρομερή οικονομία της Ελληνικής γλώσσας: από ένα κοινό πρόσφυμα πώς γεννώνται πολλές λέξεις οι οποίες όμως καλύπτουν όλο το κοσμικό εύρος: διότι το ἄγαμαι καλύπτει περισσότερο συναισθηματικά και αισθητικά τον άνθρωπο ενώ το ἀγάλλω καλύπτει περισσότερο την εσωτερική αγαλλίαση του ανθρώπου. Εξάλλου από τη ρίζα –αγα παράγεται η αγάπη η εξαιρετική αίσθηση του άλλου. Όπως και το αγανακτώ (η υπερβολική συναισθηματικότητα για κάποιον).