Άρα εάν η πλατωνική και αριστοτελική διδασκαλία δεν αποτελούν οντολογικές παραμέτρους τότε καταλαβαίνουμε ότι το σύνολο των ανθρώπων έχουν φυλακισθεί σε μία ψευδή, πρόσκαιρη και επίπλαστη ταυτότητα, άρα υπάρχουν και άλλες ταυτότητες οι οποίες θα μπορούσαν να υιοθετηθούν από το Υποκείμενο: αμυδρά αυτές (αφ΄ής στιγμής επεκράτησε η Πλατωνική και Αριστοτελική ταυτότητα) χαρακτηρίσθηκαν ως δείγμα απαιδευσίας ( ο άνθρωπος ο οποίος αφήνεται στις φυσικές δυνάμεις δεν θεωρείται πεπαιδευμένος ούτε στον πλατωνικό ούτε στον σημερινό κόσμο): επίσης: ο Διογένης ο Κυνικός χαρακτηρίζεται ως όχι και το πιο ευλαβές παράδειγμα προς μίμηση: κυρίως όμως όσοι άνθρωποι υιοθέτησαν την ταυτότητα της φύσης ως δυνάμεως χαρακτηρίσθηκαν ως εμπαθείς και απορρίφθηκαν από το ιδανικό σύστημα και του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους.
Ας επιστρέψουμε όμως σε αυτό το οποίο εδώ θέλουμε να πούμε: ο Πλάτων λοιπόν παρέλαβε το υποκείμενο της Γεωμετρικής εποχής, της Αρχαϊκής εποχής, της Κλασσικής εποχής. Μέσα από τις εποχές αυτές έχουμε τις καταβολές της Ελληνικής κοσμοθέασης: ο Πλατωνικός σκοπός είναι ένας και μοναδικός: δεν θέλει να δημιουργήσει έναν υπεράνθρωπο, σε αυτό το σημείο ταυτίζεται πλήρως με το θεό της βίβλου (εξάλλου πολλοί πλατωνικοί διάλογοι εγράφησαν την ίδια περίπου χρονική στγμή με την παλαιά διαθήκη): ο Πλάτων θέλει να δημιουργήσει την πολιτική συνέχεια του ανθρώπου ο οποίος εξήχθη από το μινωϊκό και μυκηναϊκό βασίλειο, από τα καράβια της Ιωνίας κάνοντας παγκόσμιο εμπόριο, από τους περσικούς πολέμους όπου ο Έλληνας θα μπορούσε να έχει ενεργό ρόλο στην νέα διαμόρφωση της μεσογειακής λεκάνης: άρα ο Πλάτων δεν ασχολείται με τον Άνθρωπο ο οποίος ήδη υπάρχει αλλά με τον άνθρωπο που θέλει να δημιουργήσει (ως ο θεός της παλαιάς διαθήκης, για αυτό εξάλλου και ο Νουμήνιος τον αποκαλεί : Αττικίζοντα Μωϋσή): πρώτα έχει στο νού του ο Πλάτων τον δικό του άνθρωπο και έπειτα προχωρεί στην δόμηση αυτού του ανθρώπου: άρα δεν γνωρίζει ή θέλει να κρύψει τον ήδη υπάρχοντα οντολογικό άνθρωπο και θέλει να επιβάλει ένα φαντασιακό δικό του δημιούργημα: για αυτό και ο Νίτσε ακολουθούμενος δειλά από τον Χάϊντεγγερ (καλά τα λέγει η Μιρασγεντή για τον τρελλό του χωριού) απορρίπτει τον Πλάτωνα (ειδικά ο Νίτσε) εμφανίζοντας ακριβώς το Υποκείμενο το οποίο προσεκτικά έκρυψε ο Πλάτων: τον Υπεράνθρωπο.
Ένα πράγμα φοβήθηκε ο Πλάτων, την αναβίωση του οντολογικού ανθρώπου (όπως είπαμε πιστά πορευόμενος στο πνεύμα της παλαιάς διαθήκης ,στο πνεύμα του πλήρως ελεγχομένου από κάποιον θεό άνθρωπο ως ο Αδάμ και η Εύα, στο ίδιο πνεύμα του πλήρως ελεγχομένου από τους Νόμους Ανθρώπου (και ειδικά τον εσωτερικό νόμο (όπως διεκήρυξε ο Σωκράτης στην Απολογία και στον Κρίτωνα όπου υπακούοντας πεισματικά στην εσωτερική αίσθηση του Καλού (σαν και αυτή που έθεσε εντός του Μωϋσή ο Θεός της παλαιάς διαθήκης) δεν δραπετεύει από την φυλακή (έχουμε την ίδια παραγωγή ανθρώπων όπως με την γένεση (παρόμοιο υποκείμενο είναι και το σωκρατικό: απώλεια της οντολογικής ελευθερίας, δέσμευση σε κάποιο θεό ή νόμο, εξαρτωμένη πορεία, πορεία ανάμεσα στον χαμένο παράδεισο (κόσμος ιδεών) και στην κακή γή).
Φοβούμενος λοιπόν ο Πλάτων τον οντολογικό άνθρωπο, μεταχειρίσθηκε τις καιρικές συνθήκες τις οποίες μάλιστα έκανε και φιλοσοφία: όπως η ομίχλη σκεπάζει τα πάντα η πλατωνική μεταφυσική, το πλέον φαντασιακό αν όχι ψευδές δημιούργημα το οποίο εμφανίσθηκε ποτέ στη γή (παρόμοιο με την μεταφυσική της γένεσης όπου ο φαντασιακός κόσμος του παραδείσου αποτελεί το τέλειο σε σχέση με την ατελή γή) σκεπάζει πλήρως τον άνθρωπο και τη γή: η πλατωνική μεταφυσική των ανυπάρκτων ιδεών εκάλυψε ως μεταφυσική φαντασιακή ομίχλη κάθε πραγματική οντολογική ανθρωπίνη δύναμη, κάθε σχέση και σύνδεση του Ανθρώπου με το ήδη ρέον Όν, απέκοψε τον Άνθρωπο από την οντολογική του πορεία και συνέδεσε τον άνθρωπο διά της φαντασιακής ιδέας της γνώσης με τον φαντασιακό κόσμο του Αγαθού: ενώ λοιπόν ο Άνθρωπος έχει άπειρες ως τέτοιες οντολογικές δυνάμεις, ξαφνικά όλες εις τον Πλάτωνα και το Σωκράτη αχρηστεύθηκαν και οι μόνες δυνάμεις που ελειτούργησαν ήταν οι δυνάμεις της γνώσης διότι έπρεπε η ιδέα να εφαρμοσθεί στον κάθε ένα και εκεί άρχιζαν τα προβλήματα της αντικατάστασης του βαθέος οντολογικού ανθρώπου με τον ελαφρύ άνθρωπο των ιδεών: το δίλημμα καλός γνώστης ο οποίος απολαμβάνει πολιτικά αγαθά ελειτούργησε και διά της παιδείας από γενεά σε γενεά και μέσα από αξιολογικές βραβεύσεις (ο καλός γνώστης, ουδείς εκών κακός όλα είναι γνώση καλού, ο κοινωνικά αμοιβόμενος γνώστης του καλου, η αποθέωση της παιδείας ως κοινωνικού αγαθού) όλα αυτά κατοχύρωσαν τον γνώστη: ξαφνικά ο οντολογικός άνθρωπος ,ο συνδεόμενος με το όν, αχρηστεύθηκε ως σοφιστής, άπολις, άπατρις, κλ.π.























