Ζωή ολοκληρωμένη, από τον Ζωρζ Μπατάιγ

 


Ζωή ολοκληρωμένη, από τον Ζωρζ Μπατάιγ

13 αφορισμοί του Γάλλου διανοητή

Από την υπέρτατη γνώση στην άξεστη άγνοια, η διαφορά είναι μηδαμινή.

Ορισμός του ολοκληρωμένου ανθρώπου: ο άνθρωπος που η ζωή του είναι μια γιορτή «δίχως κίνητρο» και γιορτή με όλες τις έννοιες της λέξης – γέλιο, χορός, όργιο που δεν υποτάσσονται ποτέ, μια θυσία που χλευάζει σκοπούς και υλικούς και ηθικούς.

Αδιάφορος  ο Θεός, οι βλασφημίες ή οι υπερβατικότητες! Το σύμπαν είναι ταπεινό: το γέλιο μου είναι η αθωότητά μου.

Μεθάω με το να μην επιθυμώ τίποτα και να μην είμαι εξασφαλισμένος. Δοκιμάζω μια αίσθηση ελευθερίας.

Ο ακόλαστος δεν έχει καμιά τύχη να αποκτήσει πρόσβαση στην κορυφή, παρά μόνο αν δεν έχει τέτοια πρόθεση.

Η κορυφή δεν είναι «αυτό που πρέπει να κατακτήσουμε». Ο ξεπεσμός «αυτό που πρέπει να εξαλείψουμε». Όπως και η κορυφή δεν είναι εντέλει παρά το απρόσιτο, ο ξεπεσμός είναι εξαρχής το αναπόφευκτο.

Η ζωή παραμένει ολοκληρωμένη με το να μην είναι υποταγμένη σε κάποιον ορισμένο σκοπό που την ξεπερνά.

Η «επικοινωνία» δεν μπορεί να λάβει χώρα από ένα πλήρες και άθικτο ον στο άλλο: θέλει όντα που διακυβεύουν μέσα τους το είναι, το θέτουν στο όριο του θανάτου, του μηδενός. Η ηθική κορυφή είναι μια στιγμή διακύβευσης, αιώρησης του όντος πέρα από τον εαυτό του, στο όριο του μηδενός.

Σχεδίασμα διαγωνίσματος στην Ελένη του Ευριπίδου.

 


Α. ΚΕΙΜΕΝΟ: 
Ευριπίδη Ελένη, στ. 494-525

 

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ.

Ποιος είναι κει όξω; Φύγε, γιατί στέκεις

στη θύρα; Θα ενοχλήσεις τους αφέντες.

Θα σε σκοτώσουν, Έλληνας αν είσαι.

Κανέναν δεν αφήνουν εδώ νά 'ρθει.

495

ΜΕΝ.

Σωστά μιλάς, γριούλα, να, σ' ακούω·

όμως κι εσύ μαλάκωσε λιγάκι.

500

ΓΕΡ.

Φεύγα· δουλειά μου να εμποδίζω, ξένε,

τους Έλληνες το σπίτι όταν ζυγώνουν.

ΜΕΝ.

Μη σπρώχνεις ντε, το χέρι μη μου σφίγγεις.

ΓΕΡ.

Εσύ θα φταις, στο λέω, αν δε μ' ακούσεις.

ΜΕΝ.

Πήγαινε μέσα, πες στ' αφεντικά σου.

505

ΓΕΡ.

Κακό για σένα, αν μάθουνε πως ήρθες.

ΜΕΝ.

Τους ναυαγούς κανείς δεν τους πειράζει.

ΓΕΡ.

Κάποιο άλλο σπίτι τότες άντε να 'βρεις.

ΜΕΝ.

Δεν φεύγω, θα μπω μέσα, να μ' αφήσεις.

ΓΕΡ.

Ενόχληση έχεις γίνει, θα σε διώξουν.

510

ΜΕΝ.

Αχ! πού είσαι, κοσμοξάκουστε στρατέ    μου.

ΓΕΡ.

Εκεί, μα όχι εδώ, σπουδαίος ήσουν.

ΜΕΝ.

Θεοί, να μ' ατιμάζουν έτσι εμένα!

ΓΕΡ.

Δακρύζεις; Τι σου φέρνει τόση λύπη;

ΜΕΝ.

Την πρώτη μου, παλιά ευτυχία θυμάμαι.

515

ΓΕΡ.

Δεν πας λοιπόν στους φίλους σου να κλάψεις;

ΜΕΝ.

Ποια είναι η χώρα αυτή; Ποιο το παλάτι;

ΓΕΡ.

Η Αίγυπτος και του Πρωτέα το σπίτι.

ΜΕΝ.

Η Αίγυπτος; Πού έχω αράξει ο δόλιος!

ΓΕΡ.

Σου φταίνε τα λαμπρά νερά του Νείλου;

520

ΜΕΝ.

Όχι· στενάζω για τις συμφορές μου.

ΓΕΡ.

Δεν είσαι ο μόνος· κι άλλοι δυστυχούνε.

ΜΕΝ.

Ο βασιλιάς που μου είπες είναι μέσα;

ΓΕΡ.

Να ο τάφος του· ο γιος του βασιλεύει

525

 

Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 

1. Αφηγηθείτε σε τρίτο πρόσωπο και σε έκταση δέκα περίπου σειρών το περιεχόμενο του διαλόγου Μενελάου – Γερόντισσας.

Μία «ψυχαναλυτική» ερμηνεία της Ελένης του Ευριπίδου.

 


Μία «ψυχαναλυτική» ερμηνεία της Ελένης του  Ευριπίδου.

Σύμφωνα με τον γνωστό ψυχαναλυτή Λακάν η ανθρώπινη προσωπικότητα (6-18 μηνών περίπου) αυτοπροσδιορίζεται ως μορφή και είδος μέσα από το είδωλο το οποίο εμφανίζεται στον καθρέπτη.  Άρα από αυτήν την τόσο πρώϊμη ηλικία ο άνθρωπος αποκτά δύο ταυτότητες, μορφές, εαυτούς: έναν τον πραγματικό και έναν ειδωλικό (τον εν τω καθρέπτη): άρα κατανοούμε την βαθεία ψυχολογική κατάρτιση του Ευριπίδου ο οποίος απέδωσε έξοχα αυτά τα δύο υποκείμενα στην τραγωδία του : Ελένη: έχουμε λοιπόν την πραγματική Ελένη και την Ελένη είδωλο στον καθρέπτη. Η πρώτη είναι η πραγματική διότι εγεννήθη από κοιλία γυναικός, η Δευτέρα είναι φαινομενική διότι άποτελεί κατασκεύασμα νοός ο οποίος διά των οφθαλμών κατασκευάζει την εικόνα εν τω εσόπτρω του πραγματικού εαυτού.

Σωστά ο Λακάν επισημαίνει ότι ο Άνθρωπος ταυτοποιείται διά του καθρέπτη: συνειδητοποιεί την μοναδικότητα της μορφής του, ταυτίζεται με το Άλλο που θεωρεί ως Εαυτόν έν καθρέπτη, επίσης ταυτοποιεί πώς όλοι οι άνθρωποι τον θεωρούν, τον κοιτάζουν, τον ταυτοποιούν: άρα η Ταυτοποιητική πορεία του Ανθρώπου περνά μέσα από το είδωλο του καθρέπτη: είμαστε ό,τι βλέπουμε, ή ό,τι αρνούμαστε να ταυτισθούμε με αυτό που βλέπουμε: αλλά σε κάθε περίπτωση ο Εαυτός μας είναι διττός: αποκτούμε συνειδητότητα όταν γνωρίσουμε το καθρεπτικό είδωλό  μας και προσδιοριζόμαστε σε σχέση με την μορφήν μας, θεωρώντας την μοναδικό και ατομικό κτήμα: και σε σχέση με εμάς και σε σχέση με το πώς μας βλέπουν οι άλλοι: άρα η Ελένη ως σύμβολο του Ωραίου (νόηση Οδυσσέως και συν-αίσθημα Αχιλλέως) αυτοπροσδιορίζεται μέσα από το κοίταγμά της στον καθρέπτη του Τρωϊκού πολέμου: εκεί (διά του Τεύκρου και όχι μόνον) κατανοεί την μορφή της (πώς την θωρούν οι άλλοι) συνειδητοποιεί την εμφάνισή της και τις μορφικές της ιδιότητες: το Ωραίο εγκαθίσταται και επικρατεί μέσα από τον Πόλεμο περί του Είναι: διότι σωστά ο Έγελος χαρακτήρισε τον Τρωϊκό πόλεμο: γιγαντομαχία περί του Είναι: άρα εάν θέλαμε πραγματικά να εξελίξουμε την Ευριπίδειο Ελένη, εάν θέλαμε να κατανοήσουμε ητν Ευριπίδειο Οντολογικότητα δεν θα ομιλούσαμε για δύο «Ελένες»: θα ομιλούσαμε για την μία Ελένη η οποία περνά το Ωραίο στον κόσμο μέσα από τον πόλεμο ανάμεσα στο καλό και στο κακό, το άσχημο και το εύσχημο, μέσα από την γένεση του Νοήμονος και Νοστίζοντος Οδυσσέως και του Οργισμένου και Συν-αισθηματικά κινουμένου Αχιλλέως ο οποίος μαζί με τον Οδυσσέα είναι ο Ωραίος Άνθρωπος: αυτός που σκέπτεται , συν-αισθάνεται, θέτει Νόστο και Σκοπό, κίνηση ενάντια στο Ποδειδώνειο Χάος, επιστροφή στον αρχέγονο εν Ιθάκη Εαυτό (ήδη προϋπάρχοντα αλλά και Υπάρχοντα).

Δεν είναι τυχαίο ότι οι συμπαντικές δυνάμεις των Θεών είναι μοιρασμένες: Οι Αχαιοί έχουν την Σοφία Αθηνά οι Τρώες την Απολλώνειο Γνώση: οι Αχαιοί έχουν την Ροή –Ήρα, οι Τρώες την Ερωτική-Αφροδίτη: η Ελένη καθρεπτίζεται : διαβλέπει ότι η μορφή που βλέπει εμπεριέχει όχι τον  Απόλλωνα αλλά την Αθηνά: Αγνή Αδιαμεσολάβητη Οντολογική Σοφία διότι όπως και ο Ιησούς γεννήθηκε χωρίς Γυνή (από το κεφάλι της Δύναμης Βουλήσεως του Δία ( ο Ιησούς γεννήθηκε χωρίς μεσολάβηση  Ανδρός (το Ωραίο τώρα έπρεπε να μεταφερθεί από την θήλεια Σοφία στην Άρρενα Πράξη): Η Ελένη στον καθρέπτη όπου αναγνωρίζει την ταυτοποιητική μορφή της βλέπει την Ήρα και  όχι την Αφροδίτη: το Ωραίο είναι Ροή σαν την περιπλανητική κίνηση του Οδυσσέως προς τον μεγάλο Νόστο.

Άρα η Ελένη φυσικώ τω λόγω είναι διττή: Είναι η σωματική γεννηθείσα Ελένη και η  ομιλητική, συμπαντικώς δυναμική και ενεργός Ελένη η  μοιράζουσα στο Ανθρώπινο Γένος όλες τις δυνάμεις  του Ωραίου τις οποίες βλέπει στον καθρέπτη: αυτό το οποίο δεν λέγει ο Λακάν είναι η σύσταση του καθρέπτη: μπορούμε όμως να το συζητήσουμε εδώ.

Συμβάλλοντας στην ανάλυση του Λογοτεχνικού κειμένου στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας (σε σχέση με την φιλοσοφική έρευνα του Philippe Sabot).

 


Συμβάλλοντας στην ανάλυση του Λογοτεχνικού κειμένου στο μάθημα της Νεοελληνικής  Γλώσσας (σε σχέση με την φιλοσοφική έρευνα  του Philippe Sabot).

Ως γνωστόν το θέμα Γ του κριτηρίου της Νεοελληνικής Γλώσσας αναφέρεται στο σχολιασμό λογοτεχνικού κειμένου. Ο Φιλίπ Σαμπό στο βιβλίο του «Φιλοσοφία και λογοτεχνία» διερευνά αποτελεσματικά και εξαιρετικά τις σχέσεις της Φιλοσοφίας και της Λογοτεχνίας. Εάν λοιπόν κατ΄αρχάς ορίσουμε την Φιλοσοφία  ως  έρευνα περί των πρώτων αρχών και αιτίων, αιτία θαυμασμού και απορίας για το μεγαλείο του Σύμπαντος αλλά και του Ανθρώπου, προσπάθεια ερεύνης του Κόσμου και του Ανθρώπου ως προσώπου, πνεύματος, ψυχής και σώματος, τότε καταλαβαίνουμε ότι όλα αυτά περιχωρούνται στα λογοτεχνικά κείμενα. Σωστά ο Σαμπό σημειώνει ότι όλα τα εννοιακά δομικά σύνολα της φιλοσοφίας εισέρχονται στον χρόνο και  στις σκέψεις και στις πράξεις των ανθρώπων ώστε να παραχθή η λογοτεχνία, η οποία όμως εμπεριέχει τις ανθρώπινες φιλοσοφικές συλλήψεις προσαρμοζόμενες όμως στην ανθρώπινη σκέψη, πράξη, χαρακτηρολογία, στην ανθρώπινη κοσμική και κοινωνική ζωή: άρα σε κάθε λογοτέχνημα, είτε πεζό είτε ποίημα, θα πρέπει να ανιχνεύονται όλες εκείνες οι αιτίες, ο θαυμασμός, η απορία, τα οποία αφυπνίζουν ατομικά και κοινωνικά και κοσμκά το Λογοτεχνικό Υποκείμενο (το οποίο βέβαια υπό το μανδύα της λογοτεχνίας φιλοσοφεί, διότι λογοτεχνία είναι η εφαρμοζομένη φιλοσοφία  από τον συγκεκριμένο υπαρξιακό και πράττοντα άνθρωπο εν κοινωνία: αυτό ουσιαστικά καλούνται να κάνουν οι μαθητές μας: εάν η λογοτεχνία είναι η εφαρμοζομένη ανθρωπίνη φιλοσοφία, οι μαθητές θα πρέπει να ανακαλύψουν  διά των κειμενικών δεικτών τα φιλοσοφικά παράγωγα που υποκρύπτονται στο λογοτέχνημα και είναι αυτά τα οποία κινούν και διαμορφώνουν τον άνθρωπο και την κοινωνία).

Ας δώσουμε το ποίημα: (Από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη):

Όπου, φωνάζω, και να βρίσκεστε, αδελφοί
όπου και να πατεί το πόδι σας
ανοίξετε μια βρύση
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.

Ο Ποιητής ευρίσκεται απέναντι από την φιλοσοφία του: το ποίημα είναι το ενδιάμεσο: με βάση λοιπόν τους κειμενικούς δείκτες  θα πρέπει να «καταπέση» το ποίημα και  να αποκαλυφθή όλο το εύρος των φιλοσοφικών κατηγοριών (αιτία, θαυμασμός, απορία κ.λ.π) που υποκρύπτονται στο ποίημα:

Φωνάζω= α ενικό, ρήμα πάθους εκφράζον το θαυμασμό για όλα όσα μπορούν να ανακαλυφθούν

Βρύση= η μεγαλοπρέπεια του πνεύματος (το Θάλειο ύδωρ αρχή του παντός) η κίνηση του ύδατος εις την βρύση ως αιτία ερεύνης και ανακάλυψης του κόσμου και του ανθρώπου

Ήλιος=εμβληματική εικόνα: ο Ήλιος ως σύμβολο νοός ερεύνης και ανθρώπινης νοητικής και ηθικής φώτισης και εξέλιξης.

Ο Σαμπό σωστά επισημαίνει  ότι μέσα στην λογοτεχνία έχουν παρεισφρήσει (αναγκαστικά) όλα τα μυθολογικά σχήματα ως τα μεγάλα αρχέτυπα της λογοτεχνίας. Οι μυθολογικές έννοιες και αρχετυπικές δημιουργίες του Ήρωος, του Θείου, της Δικαιοσύνης, της Τάξης, της Κίνησης, του σεβασμού στο θείο, του Ανθρωπομορφισμού, του σεβασμού στο θείο, της μοίρας, του σεβασμού στην φύση κ.λ.π). Άρα θα πρέπει όλα αυτά να ανακαλύπτονται στο δοθέν λογοτεχνικό κείμενο σε συνδυασμό με την διαρκή επιρροή τους με την ανθρώπινη προσωπικότητα και τον ανθρώπινο κόσμο. Είναι σημαντικό να κατανοηθή από τους μαθητές ότι τα μυθολογικά αρχέτυπα (Γιούνγκ, Άντλερ, Φρόϋντ) έχουν διαμορφώσει τις ανθρώπινες προσωπικότητες διαχρονικά.

Έστω λοιπόν ότι δίδεται το παρακάτω κείμενο:

Νίκος Γκάτσος, ο εφιάλτης της Περσεφόνης:

Γιατί ευδοκίμησε ο μαρξισμός στην Ελλάδα;

 


Γιατί ευδοκίμησε ο μαρξισμός στην Ελλάδα;

Ως «Ελλάδα» σε αυτήν την εργασία μας θα εννοήσουμε το Νέο Ελληνικό Κράτος όπως αυτό δημιουργήθηκε έπειτα από την Εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση του 1821 και το πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας στις 3/2/1830. Αυτό το Νέο Ελληνικό Κράτος είχε όλες εκείνες τις δυσχέρειες, δυσλειτουργίες, ιδιαιτερότητες που θα μπορούσε να έχει ένα Κράτος το οποίο δημιουργείται έπειτα από μακραίωνη σκλαβιά. Αναφέρεται ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας εκλέχτηκε κυβερνήτης της Ελλάδας από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (άνοιξη 1827) και στις αρχές του 1828 ήρθε στο Ναύπλιο. Η κατάσταση που βρήκε ήταν τραγική. Η χώρα ήταν κατερειπωμένη και ο λαός εξαθλιωμένος. Ληστές και πειρατές έλεγχαν μεγάλες περιοχές, ενώ αιγυπτιακός στρατός παρέμενε στη ΝΔ Πελοπόννησο και τουρκικός στη Στερεά Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάς του 1830 δεν ικανοποιούσε ούτε ένα κριτήριο συντεταγμένου κράτους όπως αυτό αποτυπώνεται στα συντάγματα των νεοιδρυθέντων Ευρωπαϊκών κρατών αλλά και του Αμερικανικού κράτους. Ειδικά στο θέμα του μαρξισμού μπορούμε να συζητήσουμε ότι δεν ικανοποιείτο  ούτε ένας παράγοντας επικράτησής του επί της Ελλάδος διότι ούτε βιομηχανία υπήρχε, ούτε προλεταριάτο, ούτε βέβαια αποκτηθείσα εργατική συνείδηση επικράτησης του οικονομικού συνειδέναι επί του κοινωνικού συνειδέναι.

Την ίδια στιγμή στην Αμερική (όπως αναφέρει ο Hobsbaum στην εποχή του κεφαλαίου) ο  Νότος,ο οποίος  ουσιαστικά  ήταν μια ημιαποικία των Βρετανών, στους οποίους προμήθευε τη μεγαλύτερη ποσότητα του ακατέργαστου βαμβακιού τους, έβρισκε το ελεύθερο εμπόριο επωφελές, ενώ η βιομηχανία του Βορρά ζητούσε από καιρό, επίμονα και μαχητικά, προστατευτικούς δασμούς, τους οποίους αδυνατούσε να επιβάλει [...] εξαιτίας της πολιτικής επιρροής των νότιων πολιτειών (που πρέπει να θυμηθούμε ότι το 1850 αποτελούσαν το μισό του συνόλου των πολιτειών). Είναι βέβαιο ότι η βιομηχανία του Βορρά ανησυχούσε περισσότερο για ένα έθνος που το μισό εφάρμοζε το ελεύθερο εμπόριο και το άλλο μισό τον προστατευτισμό παρά για ένα έθνος που το μισό χρησιμοποιούσε δούλους και το άλλο μισό είχε καταργήσει τη δουλεία. Μάλιστα την ίδια στιγμή στην ευρώπη και μάλιστα στην Αγγλία το 1838 η αγγλική Ένωση Εργατών δημοσίευσε τη Χάρτα του Λαού, με την οποία οι χαρτιστές, όπως ονομάστηκαν τα μέλη της, διατύπωναν πολιτικά αιτήματα (θέσπιση της καθολικής ψηφοφορίας για τους άνδρες κ.ά.).

Ως εκ τούτου έχουμε και λέμε: η Ελλάδα δεν είχε καμμία από τις δομές που είχε η Αμερική και η Ευρώπη ώστε από το καπιταλιστικό σύστημα να προχωρήσει σε άλλες κοινωνικές και οικονομικές μορφές κρατικής πολιτειότητας (μία εκ των οποίων ήταν ο μαρξισμός, άλλη ήταν ο φιλελευθερισμός, μετέπειτα η σοσιαλδημοκρατία κ.λ.π). Το μέλημα των Ελλήνων αυτής της περιόδου ήταν πολύ απλά η διασφάλιση της ανεξαρτησίας των, όσων πιο ευνοϊκών συνόρων, σταδιακά η ύπαρξη συντάγματος και το πέρασμα στην δημοκρατία, στην κοινοβουλευτική δημοκρατία (πράγματα τα οποία ήταν λυμένα στην ευρώπη όπου ο μαρξισμός διεκδικούσε τα επίχειρα των θεωριών του ιδρυτού του).

Σημαντική επισήμανση λοιπόν είναι το αναφέρουμε ότι υπό τοιαύτες συνθήκες η Ελλάδα έπειτα από την επανάσταση του 1821 παρέμεινε σε βυζαντινές και οθωμανικές δομές διοίκησης, εργασίας, κρατικής δομής. Οι περισσότεροι Έλληνες ζούσαν εκτός της Ελλάδος σε εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας (τώρα) της βυζαντινής αυτοκρατορίας (πρίν): Αυτή την εποχή, στη βάση του ότι η Ελλάδα ήταν φτωχή και οι περισσότεροι Έλληνες ζούσαν έξω από τα σύνορα του ελληνικού κράτους, διατυπώθηκε η θέση ότι, για να αναπτυχθεί η χώρα, θα έπρεπε πρώτα να διευρυνθούν τα ελληνικά σύνορα ώστε να περιλάβουν περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν υπό ξένη ―κυρίως οθωμανική― κυριαρχία. Αν και η ιδέα κυκλοφορούσε σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ο Κωλέττης ήταν εκείνος που αναφερόμενος σε αυτή χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο Μεγάλη Ιδέα (ιδέα για την οποία αξίζει να αγωνιστεί όλο το έθνος) σε ομιλία του στην Εθνοσυνέλευση το 1844.Αυτό σημαίνει ότι το Ελληνικό Κράτος απείχε κατά πολύ (τουλάχιστον πληθυσμιακά) από το Ελληνικό Έθνος. Το σύνολο των Ελλήνων δεν είχαν συμμετάσχει επί μακρόν στο νέο Ελληνικό κράτος, και όταν αυτό συνέβη, δυστυχώς συνέβη με τους όρους της Μικρασιατικής καταστροφής με αποτέλεσμα οι Έλληνες του σταδιακά διαμορφωμένου Ελληνικού κράτους να μην έχουν ενιαία Εθνική συνείδηση (ότι ανήκουν σε ένα Κράτος το οποίο συνταυτίζεται με τη ζωή τους και τα όνειρά τους (μιάς και πολλοί από αυτούς επιθυμούσαν την επιστροφή στην Μικρασιατική Πατρίδα τους): άρα σταδιακά το Ελληνικό κράτος μεγάλωσε απορροφώντας ανθρώπους ξεριζωμένους οι οποίοι έβλεπαν την Πατρίδα τους να είναι αλλού: άρα το κύριο συνεκτικό κριτήριο του Ελληνικού κράτους ήταν ο πόνος, ή αίσθηση της ιστορικής και κοινωνικής αδικίας, όχι το κοινό Εθνικό αίσθημα του μεγάλου Ελληνικού κράτους το οποίο θα διασφαλίσει την ιστορική συνέχεια των Ελλήνων και του Ελληνισμού: ο μαρξισμός σαφέστατα ανθεί εκεί όπου μπορεί να εκμεταλλευθεί τον ανθρώπινο πόνο και δυστυχία, ως προκρούστης να την δέσει στο κρεββάτι των μαρξικών θεωριών και να προσαρμόσει το μυαλό και τις πράξεις των ανθρώπων στα δόγματά  του.

Διδάσκοντας το Συντακτικό. Α.Οι προτάσεις ως προς το περιεχόμενόν των διακρίνονται σε :

 


Διδάσκοντας το Συντακτικό.

Α.Οι προτάσεις ως προς το περιεχόμενόν των διακρίνονται σε :

Α) κρίσης, β) επιθυμίας, γ) επιφωνηματικές, δ) ερωτηματικές.

Αυτή η διάκριση, όπως και  κάθε διάκριση στο συντακτικό και στην γραμματική, έχει φιλοσοφικό υπόβαθρο με το οποίο και θα πρέπει να συνδεθεί: Ως ακολούθως:

Ο άνθρωπος ξεκινά την φιλοσοφία μέσα από το θαυμασμό για τον κόσμο και τη φύση (επιφωνηματικές και κριτικές προτάσεις).

Π.χ. Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω: η επιφωνηματική αυτή  πρόταση υποκρύπτει τον αιώνιο ενδόμυχο αναγκαίο θαυμασμό  των ανθρώπων για τον Άλλο, τον Κόσμο την Φύση κ.λ.π.

Ο πίνακας είναι ωραίος: στην πρόταση αυτή κρίσης  υποκρύπτεται η διηνεκής ανάγκη του ανθρώπου να συνθέτει γνωσιακά ηθικά και αισθητικά τα δεδομένα του κόσμου με ό,τι ως αξία και γνώση έχει στο νού του.

Ο άνθρωπος ερωτά περί της φύσεως και του Εαυτού του (ερωτήσεις ερωτηματικές).

Ποιος φταίει άραγε; Σε κάθε ερωτηματική πρόταση υποκρύπτεται η ανάγκη απορίας, ερεύνης, μαιευτικής και ανακαλυπτικής πορείας (όλα αυτά δηλώνονται σε κάθε ερωτηματκή πρόταση).

Ο άνθρωπος επιθυμεί της σοφίας, του έρωτος, της γνώσης, της ηθικής (προτάσεις επιθυμίας).

Μην κάνετε θόρυβο σας παρακαλώ: πίσω από την πρόταση αυτή επιθυμίας κρύπτεται η διακαής ανάγκη του ανθρώπου να επιθυμεί, της αληθείας, της ζωής, των καλών και ωραίων πραγμάτων. Η ενδόμυχη αυτή ανάγκη γεννά τις προτάσεις επιθυμίας.

Β) Η πρόταση.

Τι πραγματικά είναι η πρόταση: Ετυμολογικώς είναι : πρό του λόγου μου   (εξαιτίας της λογικής μου ικανότητος) τάττω  (προσφέρω)  αυτή την σκέψη, συναίσθημα, αυτή την πράξη: Για αυτό ο Αριστοτέλης στο περί ερμηνείας έργον του θεωρεί ότι οι προτάσεις υπακούουν στις τιμές : αληθής ή ψευδής.

Άρα  η πρόταση: ο Κώστας είναι καλό παιδί: υποκρύπτει: ο Άνθρωπος ως έλλογο όν, ταξιθετεί ιδέες και αξίες, ταξινομεί το Σύμπαν σε έμψυχα και άψυχα όντα και επί αυτής της ταξιθέτησης ένα Όν (υποκείμενο) απελευθερώνει ενέργεια  (Ρήμα) και τα προσφέρει στην έννοια του Άλλου (Αντικείμενο) ή Κατηγοριοποιεί  τα όντα (Κατηγορούμενο).

Όταν λοιπόν ο Θαλής πρότεινε ότι το ύδωρ είναι η Αρχή του Κόσμου, ο Θαλής έγινε ο δημιουργός συνεχιστής της πρότασης, όπως και ο Όμηρος: διότι συνέλαβαν ένα κεντρικό διαμορφωτικό Όν (Υποκείμενο (ύδωρ, Οδυσσέας) το οποίο ρέει ενέργεια (Ρήμα (δημιουργεί το ύδωρ, κινείται ο Οδυσσέας) και όλα αυτά δημιουργούν και μορφοποιούν κάτι Άλλο (Αντικείμενο (Κόσμο, Πολύτροπο Υποκείμενο)  ή κατηγοριοποιεί τα όντα (Κατηγορούμενο (το ύδωρ είναι πολύτιμο, ο Οδυσσέας είναι πολύτροπος).

Άρα η πρόταση αποτελεί την υψίστη λεκτική διατύπωση του  ελλόγως ταξιθετημένου ανθρωπίνου μυαλού σε σχέση με το θείο τον κόσμο τον Εαυτό τους άλλους στη βάση: Κάποιος ρέει ενέργεια προς κάτι ή κατηγοριοποιεί κάτι άλλο.

Alfred Lord Tennyson Οδυσσέας Μετάφραση: Μαρίνος Σιγούρος

 


Alfred Lord Tennyson

Οδυσσέας

Μετάφραση: Μαρίνος Σιγούρος


Τί αξίζει αν στην ατάραχη γωνιά μου
Σαν οκνός βασιλιάς στέκω στο πλάγι
Γριάς συντρόφισσας, και σωστά μοιράζω
Το δίκιο στους ανθρώπους,
Που τρώνε, θησαυρίζουν και κοιμούνται,
Και δε με νιώθουν! Δεν μπορώ να πάψω
Να γυροφέρνω πάντα σε ταξίδια·
Θέλω να πιω της ζωής τη στερνή στάλα.
Εχάρηκα πολλά, πολλά έχω πάθει
Μοναχός μου ή με όσους μ’ αγαπούσαν
Πότε σε ξένη γη, πότε στα μάκρη
Σκοτεινού πολυκύμαντου πελάγου.
Τ’ όνομά μου εδιαλάλησεν η Φήμη
Κι η αχόρταγη καρδιά καινούριο πόθο
Πάντα γκρικάει, κι ας έμαθα κι ας είδα
Σε άλλες χώρες πώς ζουν, πώς κυβερνάνε.
Κι εγώ στερνός δεν είμαι, αφού με σέβας
Με δέχτηκαν παντού κι έχω γνωρίσει
Της μάχης το μεθύσι, πολεμώντας
Με τους όμοιους μου μόνο, μες στους κάμπους
Τους βοερούς κι ανεμόδαρτους της Τροίας.
Κι είμαι εγώ καθετί που μου ’χει τύχει,
Κι ό,τι είδα κι ό,τι ξέρω τώρα μοιάζει
Με αψιδωτή στοά, που ανάμεσό της
Φαίνεται κόσμος άγνωστος, μα πάντα
Σαν σιμώσω τα σύνορα ξεφεύγουν…
Είναι άγνωμος ο πόθος που γυρεύει
Να βρει τέλος κι ανάπαψη, σαν όπλο
Που δεν αστράφτει πλια κι απορριγμένο
Σκουριάζει. Όχι, δεν ζει όποιος αναπνέει
Μονάχα. Δεν αξίζει, στριμωγμένοι
Οι άνθρωποι να ’ναι, ο ένας κοντά στον άλλο.
Κι αν τώρα ζωή λίγη μού απομένει,
Μα και μιαν ώρα μόνο σαν μπορέσεις
Απ’ την αιώνια τη σιγή ν’ αρπάξεις
Πολλά πράγματα νέα θα ιδείς, θα μάθεις!…
Θα ήμουν δειλός αν ήθελα, για λίγο
Καιρό που ακόμα θα χαρώ τον ήλιο,
Προσεκτικά να ζήσω μετρημένα,
Αφού ο πόθος φλογίζει την ψυχή μου
Ν’ ακλουθήσω τη Γνώση σαν αστέρι
Πέρα απ’ τα ουράνια, εκεί που ο ναός δε φτάνει.
Το θρόνο μου και το νησί χαρίζω
Τώρα στο γιο μου, τον αγαπημένο
Τηλέμαχο, που ξέρει τη δουλειά του,
Με φρόνηση σιγά σιγά ημερώνει