Η σημαντική επίδρασις των Ελληνικών ονομάτων εις την Επανάστασιν του 1821.
Το ρεύμα της Αναγεννήσεως, της ενεργού μιμήσεως των Ελλήνων ως σκέψις και πράξις απετέλεσε σημαντικό παράγοντα ωρίμανσης στο βλαστό του Νεοελληνικού διαφωτισμού: Οι Νεοέλληνες διαφωτιστές εντραφέντες στην Ευρώπη εγνώρισαν πόσο οι Ευρωπαίοι δημιουργικά κατευθύνθηκαν από τα δημιουργικά ρείθρα των Ελλήνων, θεώρησαν λοιπόν ότι ο Ελληνισμός θα έπρεπε να αποτελέσει δημιουργικό πυλώνα ανάπτυξης και εξέλιξης των υποδούλων και μετέπειτα ελευθέρων Ελλήνων: για αυτό το λόγο μεγάλο μέρος της πνευματικής δημιουργίας τους στηρίχθηκε στο να γνωρίσουν οι νεοέλληνες την φιλοσοφία των Ελλήνων, την Ηθικήν των, τον τρόπο ζωήν των: δεν είναι τυχαίο ότι ο Ρήγας έγραψε για τους Εραστές (αναμοχλεύοντας την Ελληνική χαρά της ζωής) ο Κοραής μετέφρασε αθρόως Έλληνες συγγραφείς ο Μοισιόδακας ο Κούμας κ.λ.π εδίδαξαν τον Ελληνισμό των προγόνων των στην βάση της Θεοσοφίας και του δημιουργικού συμπαντισμού.
Εάν σκεφθούμε την δυναμική του ονόματος τότε καταλαβαίνουμε ότι οι Νεοέλληνες ηύρον καταφύγιο πνευματικό και ψυχολογικό στα Ελληνικά ονόματα διότι αυτά μεταφέρουν συγκεκριμένες πνευματικές και ηθικές ιδιότητες των φερόντων αυτά. Ας μην ξεχνούμε ότι στην Ελλάδα του Περικλέους και του Λεωνίδου τα ονόματα ήταν επίσκεψις ιδιοτήτων, οι φέροντες αυτά Ήσαν αυτά: ο Λεωνίδας ήταν η δύναμις και η όρασις του Λαού, όπως και ο Περικλής ήταν περί του κλέους της Πόλεώς του: οι Νεοέλληνες του 1821 ηύρον ταύτισιν του ήθους των του χαρακτήρος των του πνεύματός των με τα όνόματα που έφερον. Άρα διά των ονομάτων επλησίασαν την κουλτούρα και την ηθική πράξη των Ελλήνων. Ο Αριστόδημος ήταν ο Άριστος του Δήμου, προκειμένου να γνωρίσει την Αριστεία του Δήμου εμελετούσαν πώς θα την κατακτήσουν άρα το όνομα εγένετο εφαλτήριο ατομικής και συλλογικής γνώσης και πράξης μίμησης.
Από τα μέσα λοιπόν περίπου του 18ου αι. πολλοί των Ελλήνων έδιδον στα παιδιά των Ελληνικά ονόματα ως βαφτιστικά προκειμένου να προχωρήσουν στην ομοίωση του ήθους και των σκέψεων των προγόνων των. Η πρακτική αυτή ξεκίνησε από τους μορφωμένους όμως πολύ γρήγορα προχώρησε προς τους υπολοίπους των Ελλήνων ένδειξις ότι οι Έλληνες είχαν αρραγείς σχέσεις με το υποσυνείδητο αλλά και συνειδητό παρελθόν των, ένδοξο παρελθόν των. Έφθασαν μάλιστα στο σημείο πολλές οικογένειες να μεταλλάσσουν και τα επίθετά των επί το Ελληνικότερον: ο Μπιρίκος έγινε Εμπειρίκος, ο Καλμούκος Καλλίμαχος κ.λ.π. Η τάσις ήταν το Ελληνικό κράτος να καταστή πολιτειακή και αξιακή Ελληνική συνέχεια σκέψεως και ήθους (κάτι το οποίο ναυάγησε βέβαια στην πορεία).
Ακόμα και στα ένδοξα καράβια των έδωσαν οι Έλληνες Ελληνικά ονόματα για να δηλώσουν την διηνεκή ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού: ο Τσαμαδός ωνόμασε το μπρίκι του Άρης, η θρυλική ναυαρχίδα της Μπουμπουλίνας ονομαζόταν Αγαμέμνων. Λέγεται μάλιστα ότι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε στα χέρια του δαχτυλίδια με αρχαία Ελληνικά σύμβολα. Σχεδόν επί τη ενάρξει του αγώνος το σύνολο των καραβιών της Ύδρας, Σπετσών, Ψαρών είχον Ελληνικά ονόματα. Εννοείται ότι το σύνολο των εκπαιδευτικών με πάμπολλους όσους τρόπους εστήριξαν αυτήν την προσπάθεια κρίνοντας ότι είναι σημαντική για την ενιαία στο χρόνο συνέχεια και ταυτότητα των Ελλήνων: ο δάσκαλος και λόγιος Διονύσιος Μπούρος από την Καστανιά Τρικάλων άλλαξε το όνομά του σε Πύρρος, Πύρρος μάλιστα ο Θετταλός. Ο Λυκούργος Κρεστενίτης έδιδε στους μαθητές του ονόματα παρμένα και αλιευμένα από τους Έλληνες της αρχαιότητος: κάτι που απερίφραστα επεδοκίμαζε ο Αδαμάντιος Κοραής εν έτει 1815.









.jpg)

.jpg)



