Η υιοθέτησις μέρους της Ελληνικής κουλτούρας από τη χριστιανική διανόηση εστηρίχθη στο δούρειο ίππο της Ελληνικής γλώσσης. Ας θεωρήσουμε ότι η Ελληνική γλώσσα διαθέτει μία εκπληκτική πρωτοτυπία: μετέφερε τις οντολογικές δυνάμεις του νοός στα χείλη, συνδυάζοντας με αυτόν τον τρόπο τη σκέψη με την εξωτερίκευσή της η οποία οδηγεί στην ατομική και συλλογική πράξη και υπέρβαση αλλά και εξέλιξη του Ανθρώπου: όταν λοιπόν ο Έλληνας συζητούσε για το «ίσθι» συζητούσε ότι αυτός ο ρηματικός τύπος είναι συγχρόνως προστακτική και του ρήματος ειμί αλλά και του οίδα (γνωρίζω) διότι το να είναι κανείς σημαίνει να γνωρίζει.
Άρα λοιπόν η Ελληνική λέξη περιέχει: την οντολογική εσωτερικότητα, τον τρόπο επαφής της με τον άνθρωπο, τον τρόπο πρακτικής εφαρμογής αυτής της δύναμης για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Το σύμπαν πέλει (επικοινωνεί) ως άστρα, άνθρωποι και πλανήτες, άρα είναι Πόλις, η βιαία επαφή των ανθρώπων και η βιαία επικοινωνία τους είναι πόλεμος.
Ώστε λοιπόν η χριστιανική υιοθέτησις αλλοίωσε στα τρία παραπάνω οντολογικά βασικά σημεία τις Ελληνικές λέξεις που εκμεταλλεύθηκε: διότι η Ελληνική λέξις τίκτεται μέσα σε οντολογικό περιβάλλον, από Οδυσσείς του Νόστου, και έχουν καθαρά δυναμική εν τω όντι εξελικτική σημασία. Στη χριστιανική λοιπόν διανόηση έπρεπε οι υιοθετηθείσες λέξεις έπρεπε να αλλοιωθούν και οντολογικά και σημασιολογικά και πρακτικά, κάτι που έγινε.
