Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κειμενικές πηγές.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κειμενικές πηγές.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ηροδότου Ιστορίαι, 1.48.1


 Στους Δελφούς όμως, ευθύς ως οι Λυδοί μπήκαν στο άδυτο για να ζητήσουν από το θεό χρησμό και έκαναν την ερώτησή τους σύμφωνα με την εντολή που είχαν, η Πυθία σε εξάμετρο λέγει τα ακόλουθα:

[1.47.3] Ηξεύρω εγώ τον αριθμόν της άμμου και τα μέτρα της θαλάσσης.
Νοώ τον βουβόν και τον ακούω, χωρίς να ομιλεί.
Ήλθεν εις τας αισθήσεις μου οσμή σκληροδέρμου χελώνης,
η οποία βράζει ομού με αρνίσια κρέατα εις χάλκινον αγγείον.
Υποκάτω αυτής είναι χαλκός και άνωθεν πάλιν χαλκός.
[1.48.1] Αυτά σα μάντεψε η Πυθία, οι Λυδοί τα κατέγραψαν και ύστερα σηκώθηκαν και έφυγαν για τις Σάρδεις. Όταν έφτασαν εκεί από τα διάφορα μέρη και οι άλλοι αποσταλμένοι, φέρνοντας μαζί τους τους χρησμούς, τότε ο Κροίσος άνοιγε ένα προς ένα τα γραφτά τους και εξέταζε τί έλεγαν. Από τα άλλα κανένα δεν τον σταμάτησε· ευθύς όμως ως άκουσε τί έλεγε ο δελφικός χρησμός, αμέσως προσκύνησε και παραδέχτηκε την αλήθεια του, έτσι που πείστηκε πως μόνο αληθινό μαντείο είναι των Δελφών, αφού του βρήκε τί έκανε αυτός. [1.48.2] Γιατί σαν σκόρπισε ο Κροίσος στα διάφορα μαντεία τους ανθρώπους του για να ρωτήσουν το θεό, φύλαξε την ορισμένη μέρα και νά τί μηχανεύτηκε· σκέφτηκε πράγμα που ήταν αδύνατο να το βρει κανείς και να το βάλει ο νους του: έκοψε σε κομμάτια μια χελώνα και ένα αρνί και τα έβαλε ο ίδιος να βράσουν μαζί σε χάλκινο λεβέτι που το αποσκέπασε με χάλκινο καπάκι.

Υλικό για την ιστορία γ΄γυμνασίου. Κεφάλαιο: η Ελληνική Επανάσταση.

 



Η προδοσία του Ρήγα Φεραίου.

«Και ενώ είχε πάρει διαβατήριο από την αυστριακή αστυνομία με σκοπό να κατεβεί στην Ελλάδα, όταν φθάνει στην Τεργέστη, τελευταία πόλις της επικράτειας της Αυστρίας, συλλαμβάνεται έπειτα από προδοσία δυστυχώς ενός Έλληνας εμπόρου. Η αυστριακή αστυνομία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί τις επαναστατικές κινήσεις του Ρήγα για αυτό και αναστατώθηκε μίας και δόθηκε η εντύπωση ότι ο Ρήγας εκμηδένισε την τόσο καλή οργάνωσή της. Ανακρίνεται, βασανίζεται, φυλακίζεται επί έξι μήνες και τελικά με σίδερα στα χέρια και στα πόδια μεταφέρεται στο Βελιγράδι όπου παραδίδεται στους τούρκους οι οποίοι τον θανατώνουν μαζί με άλλους εφτά συντρόφους του στον πύργο Νεμπόιζα τον Ιούνιο του 1798».

Υλικό για την Ιστορία γ΄γυμνασίου στο κεφάλαιο της Ελληνικής Επαναστάσεως.

 


«Ο Κολοκοτρώνης βλέποντας πώς ήταν υπό τις παρούσες συνθήκες αδύνατη μία εκ παρατάξεως μάχη εναντίον του Ιμπραήμ, εφάρμοσε νέα στρατηγική που συνίστατο σε έναν πόλεμο φθοράς των δυνάμεών του. Η στρατηγική αυτή ήταν μία συνισταμένη κλεφτοπολέμου, συνεχούς παρακολουθήσεως, διαρκούς παρουσίας στα χωριά, ώστε να μην φαίνεται η επικράτηση των Αιγυπτίων,  και ακόμη προσπάθεια παγίδευσης του Ιμπραήμ σε ακατάλληλο για τη χρήση του ιππικού και του τακτικούς στρατού χώρο ώστε να εκγλωβιστεί και να καταστραφεί».

(Σαράντος Καργάκος, η Ελληνική επανάσταση του 1821, Αθήνα, 2014, σελ. 9).

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-A107/391/2585,21837/ (πατήσθε στο σύνδεσμο).

Η "'Έξοδος" του Ι.Βλαχογιάννη, από τα ωραιότερα αλλά και συγκινητικότερα κείμενα για το ένδοξο αυτό γεγονός της Ελληνικής Επαναστάσεως.


 


Ποσειδωνιάται...Κωνσταντίνος Καβάφης.

 


Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται

εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι

με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.

Το μόνο που τους έμενε προγονικό

ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,

με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.

Κι είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής

τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,

και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,

που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.

Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.

Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες —

Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·

και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,

να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά

βγαλμένοι — ω συμφορά! — απ’ τον Ελληνισμό.

Ιστορία γ΄γυμνασίου. Το ποίημα Ελλάς του Φιλέλληνος Σέλλεϋ φημολογείται ότι ενέπνευσε το Διονύσιο Σολωμό για τον Εθνικό μας Ύμνον. Παραθέτουμε σε δική μας μετάφραση το ποίημα.



Ελλάς (Σέλεϋ).
H ένδοξη Ελλάς πέρα από τα όρη της
Πιο σκληρή από τα κύματά της
Ο νέος Πηνειός κινεί τις πηγές του
Απέναντι από το αστέρι του πρωίνού
Εκεί όπου οι αδύνατοι ναοί ανθίζουν
Εκεί όπου οι Κυκλάδες σε ήρεμο ήλιο κοιμούνται
Το Άργος ένδοξο ανοίγει το δρόμο
Στολισμένο με πολλά βραβεία
Ο άλλος Ορφέας ανατέλει ξανά
Αγαπά και κλαίει και πεθαίνει
Ο νέος Ιλυσσός αφήνει την Καλυψώ και πάλι για τις δικές του ακτές
Μην ξαναγράψετε για την ιστορία της Τροίας
Εάν του θανάτου η γή πρέπει να εκτυλιχθεί
Μην αναμίξετε την ευτυχία με την ιστορία του Λαΐου
Η οποία φωτίζει επάνω στους ελευθέρους
Αν και ανανεώνεται η Σφίγγα και πάλι
Μαζί και τα αινίγματα του θανάτου που κανείς δεν γνώρισε.
Άλλη Αθήνα θα ανατείλει
Σε πιο απομακρυσμένη στιγμή
Σαν το ηλιοβασίλεμα στους ουρανούς
Μέσα από την μεγαλοπρέπειά τους
Αφήνονται όσα η γή μπορεί να λάβει και όσα ο Ουρανός μπορεί να δώσει…

Ιστορία, γ΄γυμνασίου. Η αρχή των εθνοτήτων. Κείμενα.

 


 


1.Ως αρχή γεννήθηκε από την επιδίωξη συγκέντρωση όλων των ομοεθνών σε ένα κράτος.Σύμφωνα με αυτή την αρχή,πληθυσμοί που ανήκουν στο ίδιο έθνος έχουν το δικαίωμα να ιδρύσουν ενιαίο κράτος και πληθυσμοί έθνους διαφορετικού από εκείνο που αποτελεί την πλειονότητα των κατοίκων ενός κράτους έχουν το δικαίωμα να αποσχιστούν.Κατά την αρχή των εθνοτήτων,που συνδέεται με το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών,στα όρια του κράτους πρέπει να συμπίμπτουν με τα όρια του έθνους.Ως αρχή υπήρξε ουσιώδες στοιχείο του οπλοστασίου των ιδεών της γαλλικής επανάστασης και θεωρήθηκε ως απόλυτα φυσική συνέπεια της αξίωσης των πολιτών για την αναγνώριση και προστασία των δικαιωμάτων τους.

 

2. Κάποια σχετικά τεκμήρια: στους Ολυμπιακούς Αγώνες, συμμετείχαν μόνο όσοι ήταν Έλληνες και την ευθύνη της εξακρίβωσης της καταγωγής των αθλητών, επιφορτίζονταν οι γνωστοί Ελλανοδίκες, ή Ελληνοδίκες (Έλλην+δίκη).  Στον «Πανηγυρικό» που εκφώνησε προς τους  Αθηναίους ο Ισοκράτης, αναφέρεται σαφέστατα στο γένος των Ελλήνων«Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασιν και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας.» (Πανηγυρικός, 50). «Είναι τόσο μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την πολιτεία μας από μας μας ανθρώπους ως μας την πνευματική ανάπτυξη και την τέχνη του λόγου, ώστε οι μαθητές μας έχουν γίνει διδάσκαλοι των άλλων και κατόρθωσε ώστε το όνομα των Ελλήνων να είναι σύμβολο όχι πλέον μας καταγωγής αλλά μας πνευματικής κατάστασης, και να ονομάζονται Έλληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή».

Κείμενο για την ξενομανία από το Φώτη Κόντογλου, εξαιρετικό...

 


Ξενομανία δεν θα πει τίποτα. Μια φορά κι έναν καιρό είχαμε ξενομανία, δηλαδή κάποια λαφριά ψυχική αρρώστεια, ένα συνάχι. Τώρα πάθαμε μια πολύ βαρειά αρρώστεια, θες πανούκλα, θες γρίππη κακοηθέστατη, μα όχι ασιατική, αλλά ευρωπαϊκή.
Πώς να την πούμε; Ξενολατρία; Ξενοπροσκύνημα; Εγώ τουλάχιστο, μ’ όλο που λένε πως είμαι καλός λογομάστορας, δε μπορώ να βρω κάποια ονομασία, που να μπορεί να δώσει μια μικρή ιδέα γι’ αυτή τη θανατηφόρα αρρώστεια που μας δέρνει, και που όλο και χειροτε¬ρεύει.
Και δεν είναι σωστή η ονομασία ξενολατρία. Σωστή θα ήτανε αν τη λέγαμε Δυτικολατρία. Γιατί, μονάχα τα ευρωπαϊκά πράγματα ή, καλύτερα, τα Δυτικά, είναι για μας ουρανοκατέβατα, όλα όσα έρχουνται από κείνες τις χώρες που βρίσκουνται κατά το βασίλεμα του ήλιου, ενώ δεν έχουμε την παραμικρή εκτίμηση σε ό,τι έρχεται από την Ανατολή. Είμαστε γυρισμένοι κατά το βασίλεμα του ηλίου, σα να περιμένουμε να βγει από κει ο ήλιος.
Και βέβαια, από κει βγαίνει, γιατί από κει έρχουνται όσα βγάζουνε λεφτά, οι μηχανές, οι διάφορες καλλιτεχνίες, τα σκάνδαλα, τα εγκλήματα. Οι δυτικοί άνθρωποι είναι οι πιο πρακτικοί απ’ όλη την ανθρωπότητα, και για τούτο τα καταφέρανε να βγαίνει παράς απ’ όλα τα πράγματα, κι από τα πιο άκερδα.
Έτσι, κερδίζουνε πολ¬λά χρήματα κάποια επαγγέλματα που σε άλλες χώρες και σε άλλα χρόνια τα θεωρούσανε χασομέρικα, όπως είναι το να τραγουδά κανένας, το να χορεύει, το να μιλά και να λέγει ό,τι κατέβει στο κεφάλι του, το να κουτσομπολεύει, το να κάνει τον αθλητή, το να μουντζουρώνει ένα σανίδι ή ένα πανί, το να φωτογραφίζει ό,τι βρει μπροστά του, το να κάνει τον τρελλό, το να γράφει βιβλία γεμάτα ανοησίες κι ακαταλαβίστικα λόγια, κι άλλα τέτοια αμέτρητα κι απίστευτα πράγματα.
Σε κείνες τις βλογημένες χώρες όλα έχουνε γίνει μεγάλες και βαθειές επιστήμες, το κούρεμα των μαλλιών, το βάψιμο των γυ¬ναικών, που τις βάφουνε και τις ξεβάφουνε δυό και τρεις φορές τη βδομάδα οι «σπουδάσαντες» εν Ευρώπη καλλιτέχναι – επιστήμονες, το κόψιμο των νυχιών, το τρίψιμο των ποδιών, το «αισθητικό» αναμάλλιασμα, το «αισθητικό» στόλισμα της βιτρίνας, το «αισθητικό» μεταχείρισμα του πελάτη, οι «αισθητικοί» γάμοι, τα «αισθητικά» μνημόσυνα, οι «αισθητικές» νεκροφόρες, οι «αισθητικές» κηδείες κλπ., όλα, επαγγέλματα απ’ όπου κερδίζει πολύς κόσμος, κι όχι μοναχά κερδίζει, μα και κερδίζει πολλά, περισσότερα από τα «ντεμοντέ» επαγγέλματα του επιπλοποιού, του ράφτη, του τσαγκάρη κλπ.
Μ’ αυτόν τον τρόπο η Ευρώπη πήρε με το μέρος της όλον τον κόσμο, και περισσότερο εμάς τους Έλληνες, που φαίνεται πως είχαμε κι ανέκαθεν την αρρώστεια της ξενομανίας, όπως φαίνεται από τούτα τα λόγια που έχει γράψει ο Παυσανίας ο Περιηγητής: «Έλληνες αεί εν θαύματι τιθέασι τ’ αλλότρια ή τα οικεία», δηλαδή: «Οι Έλληνες πάντα νομίζουνε πως είναι πιο θαυμαστά τα ξένα πρά¬γματα, παρά τα δικά τους».

Ιστορία γ΄γυμνασίου. Η ιδεολογία του Ιακωβινισμού.




Επηρεασμένοι από τις ιδέες των Τζων Λοκ (John Locke) και Ζαν – Ζακ Ρουσώ (Jean - Jacques Rousseau) περί «Κοινωνικού Συμβολαίου» και με έντονο θαυμασμό για την αρχαία Σπάρτη («η Σπάρτη φέγγει σαν μία λάμψη αστραπής μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι», είπε ο Ροβεσπιέρος σε ομιλία του στην Εθνοσυνέλευση, στις 18 Φλορεάλ του έτους 2) και την Ρώμη του καιρού της Δημοκρατίας, οι Ιακωβίνοι όριζαν ως πρώτες πολιτικές αρετές την εργασία υπέρ του γενικού καλού και την αγάπη τόσο για την πατρίδα γη, δηλαδή τον Πατριωτισμό, όσο και για το έθνος (μία ιδέα που ξέθαψαν κυριολεκτικά και ανέδειξαν μετά από αιώνες εξαφάνισής της σε ολόκληρη την Ευρώπη, λόγω της επικράτησης του ανεθνικού Χριστιανισμού). Γι’ αυτούς, ο επαναστάτης πολίτης πρέπει να διαμορφώνεται μέσα από μία Παιδεία και μία Θρησκεία, που και οι δύο να διέπονται από λογικότητα και προσανατολισμό προς τον ίδιον τον άνθρωπο με σκοπό την ευτυχία του: «για να δει επιτέλους η Ευρώπη ότι δεν θα επιτρέψουμε την δυστυχία έστω κι ενός ανθρώπου σε γαλλικό έδαφος!… Η ευτυχία είναι μία εντελώς νέα ιδέα στην Ευρώπη», φωνάζει ο Σαιν Ζυστ στην αναφορά του της 8ης Βεντόζ του έτους 2. 

Η Παιδεία των Ιακωβίνων νοείτο ως γενική και ισότιμη για όλον τον λαό, ως το πρώτο και κύριο όργανο για την δημιουργία της συλλογικής «λαϊκής συνείδησης», η οποία με την σειρά της κρινόταν ως η απαραίτητη προϋπόθεση για ένα δημοκρατικό καθεστώς: «οι επόμενες γενεές ανήκουν στην πατρίδα» κατά την διατύπωση του Rabaut Saint-Etienne (κατά τον Ροβεσπιέρο επίσης «η πατρίδα δικαιούται να εκπαιδεύει τα παιδιά της, δεν μπορεί η παιδεία να επαφίεται στην οικογενειακή υπερηφάνεια ή στις προκαταλήψεις των ατόμων, στο αιώνιο κανάκεμα των αριστοκρατών και την αντιδημοκρατικότητα των γονέων, που στενεύουν τους ορίζοντες της ψυχής, κρατώντας την απομονωμένη», ενώ κατά τον Νταντόν «τα παιδιά ανήκουν πρώτα στην Δημοκρατία και μετά στους γονείς τους. Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι αξιόλογα παιδιά, εξαιτίας του εγωϊσμού των γονέων τους, δεν θα καταλήξουν εχθροί της Δημοκρατίας; …Το δημοκρατικό γάλα τα παιδιά μας θα πρέπει να το να πιούν μόνο από τα εθνικά σχολεία… Όπως η Δημοκρατία είναι μία και αδιαίρετη, έτσι και η δημόσια παιδεία θα πρέπει να είναι θεμελιωμένη επάνω σε αυτήν την ενότητα», ομιλία της 22 Φριμαίρ του έτους 2, όπως έχει διασωθεί στο «Moniteur», xviii 654).   

Ιστορία γ΄γυμνασίου: Βολταίρου, πραγματεία περί της ανεκτικότητας. Κείμενο προς μελέτη και ανάλυση.


Σκοπός του έργου του είναι η καταπολέμηση των δεισιδαιμονιών, του φανατισμού, των προκαταλήψεων και η επικράτηση του επιστημονικού λόγου, της ελευθερίας της σκέψης και του ανθρώπινου πνεύματος. Σημαντικότερα έργα του είναι η Πραγματεία περί Μεταφυσικής (1734), οι Φιλοσοφικές Επιστολές (1734), ο Καντίντ (1759), το Φιλοσοφικό Λεξικό (1764), ο Αδαής Φιλόσοφος (1766), οι Επιστολές του Μέμιου στον Κικέρωνα (1771), το Πρέπει να πάρουμε θέση (1771) και το Τελευταίες σημειώσεις επί των Σκέψεων του Πασκάλ (1778). Έγραψε θεατρικά έργα, ιστορικές μελέτες, ποιήματα, κριτικές, δεν ήταν όμως ούτε δραματουργός ούτε ιστορικός ούτε ποιητής. Ήταν φιλόσοφος. Αυτή η φιλοσοφική ιδιότητά του έχει αμφισβητηθεί, κυρίως λόγω της απουσίας συστηματικότητας στο έργο του, αφού ποτέ δεν δημιούργησε ένα αυτόνομο φιλοσοφικό σύστημα, όπως η κλασική γερμανική σχολή. Η έλλειψη όμως συστηματικότητας αποτελεί απόρροια της θεώρησής του της φιλοσοφίας ως μεθόδου μελέτης και κριτικής κι όχι ως γνωσιολογίας. Σε μια επιστολή του στον Φρειδερίκο Β΄, με αφορμή μια πολεμική κατά του καρτεσιανισμού, αναφέρει ότι «όλα τα συστήματα προσβάλλουν το μυαλό μου».

Ο Βολταίρος είναι εκείνος ο διανοούμενος φιλόσοφος που ό,τι γράφει συνδέεται με συγκεκριμένη αφορμή και έχει συγκεκριμένο σκοπό. Συγκεκριμένη αφορμή και συγκεκριμένο σκοπό έχει και η Πραγματεία περί ανεκτικότητας (1763). Το 1762 βρίσκεται νεκρός στην κατοικία του ο νεαρός Μαρκ Αντουάν Καλάς, γιος του εμπόρου υφασμάτων αλλά και Ουγενότου Ζαν Καλάς. Αμέσως κατηγορείται γι’ αυτόν τον θάνατο ο πατέρας του, η μητέρα και οι αδελφές του. Ο θάνατος οφειλόταν μάλλον σε αυτοκτονία ή και σε δολοφονία, αλλά σίγουρα όπως έδειχναν όλα τα πραγματολογικά στοιχεία δεν ήταν δολοφονία από τον πατέρα του και τους δικούς του ανθρώπους. Ήταν όμως μια πολύ καλή ευκαιρία να κατηγορηθούν οι ουγενότοι γι’ αυτόν τον θάνατο. Σ’ αυτό το πλαίσιο η καθολική Γαλλία δεν δίστασε ακόμη και να αγιοποιήσει τον αυτόχειρα ως δήθεν μάρτυρα υπέρ του καθολικισμού.

Παρόλο που οι θρησκευτικοί πόλεμοι (1559-1598 και 1618-1648) είχαν τελειώσει σχεδόν πριν 100 χρόνια, αφού εντωμεταξύ μια σειρά ηγεμόνων και βασιλέων είχαν δολοφονηθεί, αφού είχαν γίνει οι σφαγές στην Ιρλανδία, η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και αφού στη Γαλλία με το Έδικτο του Φονταινεμπλώ (1685) ανακλήθηκε το Έδικτο της Νάντης (1598) με το οποίο δίνονταν στους καλβινιστές προτεστάντες της Γαλλίας (γνωστοί ως Ουγενότοι) ουσιώδη δικαιώματα σε ένα έθνος σχεδόν αμιγώς καθολικό, οι καιροί παρέμεναν πολύ ταραγμένοι· και το πνεύμα του φανατισμού εξακολουθούσε να ίπταται πάνω από τον ουρανό της καθολικής Γαλλίας. Σ’ αυτό το κλίμα, «όπου η αδυναμία του ορθού λόγου και η ανεπάρκεια των νόμων είναι ορατές καθημερινά», δεν ήταν δύσκολο ο θάνατος του νεαρού Καλάς να αποδοθεί σε δολοφονική ενέργεια του πατέρα του, για να αποτραπεί δήθεν η μεταστροφή του στον καθολικισμό. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Τουλούζης, ακολουθώντας την κοινή γνώμη και χωρίς στοιχεία, καταδίκασε τον πατέρα σε μαρτυρικό θάνατο. Ο Ζαν Καλάς κάηκε στην πυρά στις 10 Μαρτίου 1762.

το πάσχα στη νεοελληνική ποίηση (υλικό για ανάλογη παρουσίαση).

 

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΣ ΠΟΙΗΣΗ

(Δημοτική ποίηση, Σολωμός, Σικελιανός, Βάρναλης, Ρίτσος, Μπούμη-Παπά, Καρούζος, Δημουλά)
«Λαμπρή», αιώνες κι αιώνες πριν, ονόμασε ο λαός μας το Πάσχα. Πανάρχαιη η λέξη, μετέφερε το πανάρχαιο αισιόδοξο μήνυμα του αέναου κινούμενου κύκλου της ανθρώπινης ζωής και της φύσης, της νίκης της ζωής επί του θανάτου, του ερχομού του «Ανώτατου Αγαθού», δηλαδή της γεμάτης λαμπρό φως άνοιξης. Πανάρχαιη και η καταγωγή των χριστιανικών μύθων και περί των παθών του θεανθρώπου και της εκ νεκρών «ανάστασής» του, «έθρεψε» και την ποιητική μούσα του λαού μας, δημώδη και έντεχνη. Μέσω της ελληνικής ποίησης – με χαρακτηριστικά αποσπάσματα δημοτικών ποιημάτων, καθώς και ποιημάτων σημαντικών παλαιότερων και νεότερων ποιητών – θελήσαμε να γιορτάσουμε φέτος τη γιορτή της άνοιξης. Η ποιητική περιήγησή μας στο «θείον» πάθος και την «Ανάσταση» αρχίζει με έξι στίχους από τον αριστουργηματικό «Επιτάφιο Θρήνο», ανωνύμου ποιητή.

Ὢ τῶν θαυμάτων τῶν καινῶν! ὢ ἀγαθότητος! ὢ ἀφράστου ἀνοχῆς! ἑκὼν γὰρ ὑπὸ γῆς σφραγίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ πλάνος Θεὸς συκοφαντεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

«Πάσχα το τερπνόν
Πάσχα Κυρίου, Πάσχα
Πάσχα πανσεβάσμιον  ημίν ανέτειλεν»
αναγγέλλει ο εκκλησιαστικός υμνωδός, 

Κ.Καρυωτάκη, οι στίχοι μου. Πρός παράλληλο κείμενο.

 

Οι Στίχοι μου

Δικά μου οι Στίχοι, απ’ το αίμα μου, παιδιά.Μιλούνε, μα τα λόγια σαν κομμάτιατα δίνω από την ίδια μου καρδιά,σα δάκρυα τους τα δίνω από τα μάτια.

5Πηγαίνουν με χαμόγελο πικρό,αφού τη ζωήν ανιστορίζω τόσο.Ήλιο και μέρα και ήλιο τους φορώ,ζώνη ναν τα ’χουν όταν θα νυχτώσω.

Τον ουρανόν ορίζουνε, τη γη.10Όμως ρωτιούνται ακόμα σαν τί λείπεικαι πλήττουνε και λιώνουν πάντα οι γιοιμητέρα που γνωρίσανε τη Λύπη.

Το γέλιο του απαλότερου σκοπού,το πάθος μάταια χύνω του φλαούτου·15είμαι γι’ αυτούς ανίδεος ρήγας πουέχασε την αγάπη του λαού του.

Και ρεύουνε και σβήνουν και ποτέδεν παύουνε σιγά σιγά να κλαίνε.Αλλού κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·20Λήθη, το πλοίο σου φέρε μου να πλένε.

Scott Norris Κωνσταντίνος Καβάφης «Τα Παράθυρα»



Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για  νά ‘βρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θά ‘ναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τά ‘βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θά ‘ναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει. 

Ένα από τα κορυφαία ποιήματα του Καβάφη σχετικά με τον εγκλωβισμό που χαρακτηρίζει τη ζωή πολλών ανθρώπων και φυσικά τη δική του. Μια ζωή μοναξιάς και θλίψης, με την αίσθηση του ανικανοποίητου να ταλανίζει τον ποιητή, που αναζητά με επιμονή τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτό το σημείο.
Τα παράθυρα συμβολίζουν τις αναζητούμενες από τον ποιητή αιτίες για την κατάσταση που έχει περιέλθει η ζωή του. Τα παράθυρα είναι συνδυασμένα με την έννοια του φωτός κι αυτό που επιθυμεί ο ποιητής είναι να φωτίσει τα σκοτεινά σημεία της ζωής του, για να μπορέσει να κατανοήσει πώς έφτασε στο σημείο να βιώνει στη ζωή του πλείστους περιορισμούς και καταπιέσεις. Πώς γίνεται να έχασε στην πορεία των χρόνων τον έλεγχο της ζωής του και κατέληξε να περνά τις μέρες του στο σκοτάδι -στην άγνοια- και στη μοναξιά. Η αναζήτηση αυτή του ποιητή εκφράζει τις ανησυχίες πολλών ανθρώπων που σταδιακά βρέθηκαν μακριά από τους αρχικούς του στόχους και από την επιδιωκόμενη ευτυχία. Ένα πλέγμα συνηθειών και υποχρεώσεων, η προσπάθεια του ανθρώπου να ζήσει όπως οι άλλοι απαιτούν από αυτόν και μια κοινωνία που εγκλωβίζει τα μέλη της σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία, συχνά αλλοτριώνουν τον άνθρωπο και τον απομακρύνουν από καθετί που εκείνος επιθυμεί για τη ζωή του.
Όπως στο ποίημα «Τείχη» ο Καβάφης θίγει το ζήτημα των περιορισμών που έχουν τεθεί στη ζωή του και δηλώνει πως ποτέ δεν κατάλαβε πότε και ποιοι τον εγκλώβισαν, έτσι και σ’ αυτό το ποίημα, ο Καβάφης εμφανίζεται να αγνοεί τους λόγους για τους οποίους η ζωή του έφτασε να είναι τόσο περιορισμένη και καταθλιπτική.

Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τά ‘βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θά ‘ναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει. 

Ο ποιητής παρά την προσπάθειά του να βρει τα παράθυρα δεν το κατορθώνει σαν να μην υπάρχουν καν ή σαν να είναι στον ίδιο αδύνατο να τα εντοπίσει. Η αλήθεια είναι, άλλωστε, πως για να μπορέσει κάποιος να αναγνωρίσει τους λόγους για τους οποίους δεν έχει τη ζωή που θα ήθελε, θα πρέπει να αναζητήσει τις ευθύνες όχι μόνο στους άλλους και στην κοινωνία, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό, κάτι που δεν είναι πάντοτε εύκολο. Γι’ αυτό και ο ποιητής σκέφτεται πως ίσως να είναι καλύτερα που δεν μπορεί να βρει τα παράθυρα -τις αιτίες- γιατί ίσως τότε θα έρθει αντιμέτωπος με πράγματα που θα προτιμούσε να μην γνωρίζει ή να μην έχει συνειδητοποιήσει. Ίσως, σχολιάζει ο ποιητής, το να βρει τα παράθυρα, να είναι τελικά μια νέα κατάσταση πόνου, ίσως η αλήθεια που τόσο επιθυμεί, να αποτελέσει αφορμή για μια καίρια αναμέτρηση με τον εαυτό του κι αυτό μπορεί αντί να τον λυτρώσει, να του επιφέρει μεγαλύτερη αναστάτωση.
Οι βαριές μέρες που περνά ο ποιητής είναι αποτέλεσμα, όχι μόνο των περιορισμών που του θέτει η κοινωνία, αλλά και των περιορισμών που θέτει ο ίδιος στον εαυτό του. Η ευθύνη για τη θλίψη του ποιητή -και κάθε ανθρώπου- βαρύνει, όχι μόνο τους άλλους, αλλά και τον ίδιο. Κι αυτό είναι μια αλήθεια που δεν είμαστε πάντοτε έτοιμοι να διαχειριστούμε, γι’ αυτό και ο ποιητής δηλώνει πως ίσως είναι καλύτερα να μη βρει τα παράθυρα.

Ο ίδιος ο Καβάφης γράφει για τα Παράθυρα, τα εξής: «Αι δυσκολίαι της ζωής. Τα καημένα συμβεβηκότα κ’ αι συνήθεια σχηματίζουν ένα σκότος ηθικόν (τες σκοτεινές κάμαρες), το οποίον προσπαθούμε να φωτίσουμε αναζητούντες αίτια και αρχάς (τα παράθυρα). Κι αποτυγχάνομεν, διότι τα αίτια μένουν κρυμμένα ένεκα της παρελεύσεως πολλού χρόνου και της μεσολαβήσεως πολλών περιστάσεων, αι δε αρχαί, εφαρμοζόμεναι εις τα παρόντα πράγματα, εις τα παρελθόντα, κ’ εις τας υποσχέσεις τα οποίας τα παρόντα δημιουργούν δια το μέλλον, φαίνονται πότε αντιφατικαί και πότε ακατάλληλοι. Κάποτε δε δύναταί τις να υποθέση ότι είναι καλύτερο ότι η έρευνα, κυρίως η περί τα αίτια, μένει ανεπιτυχής, διότι επιτυγχάνουσα ήθελεν ίσως δείξει πλείστα σφάλματα και πλείστην, αναγκαστικήν, αλλ’ ανυπόφορον εν τω μεγάλω φωτί, ασχημίαν και απρέπειαν».
πηγή: latistor,blogspot.gr

Ε.Παπανούτσος: ο Άνθρωπος και το φόρεμα. Υλικό για έκφραση-έκθεση.

 

Το φόρεµα (ανθρώπινη επινόηση και φροντίδα) ως προστασία και στολισµός αποτελειώνει και επισφραγίζει το "πρόσωπό" µας, το συµπληρώνει και το παρουσιάζει. Το πώς ντύνουµε το σώµα µας (από την κεφαλή έως τα πόδια), µε τι υλικά και µε ποιο τρόπο, δεν είναι καθόλου ασήµαντο ή τυχαίο γεγονός για την υπόστασή µας, τη "δηµόσια" και την "ιδιωτική". Αποτελεί µέρος του εαυτού µας, την προβολή του προς τα έξω, και εκφράζει την προσωπική µας υφή: το πώς θέλουµε να µας βλέπουν οι άλλοι και τα δικά µας µάτια. Γδύνετε έναν άνθρωπο (στο ιατρείο, στο στρατόπεδο, στη φυλακή) και χάνει αµέσως την αυτοπεποίθηση, τη δύναµη, το γόητρό του. ΄Εχει την εντύπωση ότι του αφαιρέσατε και κρατάτε στα χέρια σας όχι απλώς το περίβληµα, αλλά ένα µεγάλο µέρος από την ουσία του. ΄Οτι τον ακρωτηριάσατε. Φαντάζεστε ότι µπορεί να επιβληθεί, να έχει συνείδηση του εαυτού του "πλήρη", να ασκήσει την εξουσία ή την αποστολή του ένας αξιωµατικός χωρίς στολή, ένας παπάς δίχως ράσο, ένας δικαστής ντυµένος όπως ο κατηγορούµενος; Στις αρχαίες κοινωνίες, στους λαούς τους πρωτόγονους όχι µόνο το επίσηµο φόρεµα (του φύλαρχου, του ιερέα, του µάντη κτλ.), αλλά και το καθηµερινό λογαριάζεται πολύ. Πιστεύεται ότι είναι µέρος του ανθρώπου που το φορεί, συνέχεια, απόληξή του. ότι µετέχει στην ουσία του, έχει εµποτισθεί απ' αυτήν, όπως οι τρίχες του σώµατος ή τα νύχια. Και γι' αυτό, εάν κατορθώσει κανείς να προµηθευτεί έστω και ένα κοµµατάκι από το ρούχο του εχθρού ή του αγαπηµένου του, µπορεί να τον κάνει (µε τη δύναµη της  µαγείας) υποχείριό του. Ο πρωτόγονος (και µε τη νοοτροπία του σκέπτονται και ενεργούν παρά πολλοί, ακόµη και µέσα στις πιο εξελιγµένες κοινωνίες) φοβάται και "φυλάει" τα ρούχα του. Όπως και την απεικόνιση, το είδωλό του. Περιέχουν, κατά κάποιο τρόπο, την υπόστασή του, και όταν τα παραδίνει ή του τα αρπάζουν, πιστεύει ότι έχει εκχωρήσει ένα µέρος του εαυτού του στη διάκριση του άλλου και βρίσκεται πια κάτω από τον έλεγχό του. ΄Οχι λοιπόν δεν κάνει, αλλά ίσα-ίσα το ράσο κάνει τον παπά. ΄Οταν αλλάζετε το φόρεµά σας, αισθάνεστε διαφορετικός.

Δημοσίευση: Ταρκόφσκι, Α. (1987). Σμιλεύοντας το χρόνο. Μτφ. Σ. Βελέντζας. Αθήνα: εκδ. Νεφέλη, σσ. 224-227. (διασκευασμένο απόσπασμα)

 

Ο δημιουργός ζητά κοινό.


[1] Η διφορούμενη* θέση του κινηματογράφου μεταξύ τέχνης και βιομηχανίας ευθύνεται για πολλές ανωμαλίες στις σχέσεις δημιουργού και κοινού. Με αφετηρία αυτό το γενικά αποδεκτό γεγονός, θα ’θελα να δω λίγες από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο κινηματογράφος και να εξετάσω κάποιες συνέπειες αυτής της κατάστασης.

[2] Κάθε βιομηχανία, όπως γνωρίζουμε, πρέπει να είναι βιώσιμη· για να λειτουργεί και να αναπτύσσεται, πρέπει όχι μόνο να αυτοχρηματοδοτείται μα και να αφήνει κέρδος. Σαν εμπόρευμα, λοιπόν, μια ταινία πετυχαίνει ή αποτυχαίνει, και η αισθητική της αξία εδραιώνεται παραδόξως με βάση την προσφορά και τη ζήτηση, δηλαδή με νόμους καθαρά αγοραστικούς. Και όσο παραμένει ο κινηματογράφος στη σημερινή του θέση, δε θα είναι ποτέ εύκολο να δει το φως μια γνήσια κινηματογραφική ταινία, πόσο μάλλον να γίνει προσιτή στο ευρύτερο κοινό.

[3] Βέβαια, τα κριτήρια με τα οποία η τέχνη διακρίνεται από τη μη τέχνη, από το επίπλαστο*, είναι τόσο σχετικά, τόσο ακαθόριστα, τόσο αναπόδεικτα, που τίποτα δεν εμποδίζει να θεωρηθούν αισθητικά κριτήρια τα καθαρά χρησιμοθηρικά μέτρα αξιολόγησης – μέτρα που υπαγορεύει η επιθυμία για το μέγιστο δυνατό εμπορικό κέρδος ή κάποιο ιδεολογικό κίνητρο. Και στις δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε μακριά από τον αυθεντικό σκοπό της τέχνης.

[4] Η φύση της τέχνης είναι αριστοκρατική και βεβαίως επιλεκτική όσον αφορά την απήχησή της στο κοινό. Ακόμα και στις «συλλογικές» εκδηλώσεις της, όπως το θέατρο ή ο κινηματογράφος, η απήχησή της συνδέεται με τα βαθύτερα συναισθήματα ενός ανθρώπου που έρχεται σε επαφή με ένα έργο. Όσο πιο πολύ το σημαδεύουν και το συνεπαίρνουν το άτομο αυτό τα συναισθήματα, τόσο πιο σημαντική θέση θα κατέχει το έργο στην εμπειρία του.

[5] Ωστόσο η αριστοκρατική φύση της τέχνης δεν απαλλάσσει καθόλου τον καλλιτέχνη από την ευθύνη του απέναντι στο κοινό και, αν θέλετε, απέναντι στην ανθρωπότητα. Κάθε άλλο· ο καλλιτέχνης, επειδή έχει πλήρη συνείδηση σε ποια εποχή και σε ποιον κόσμο ζει, γίνεται η φωνή αυτών που δεν μπορούν να διατυπώσουν ή να εκφράσουν την άποψή τους για την πραγματικότητα. Από την άποψη αυτή ο καλλιτέχνης είναι πραγματικά «φωνή λαού». Γι’ αυτό και οφείλει να υπηρετήσει το ταλέντο του, που σημαίνει να υπηρετήσει το λαό του.

[6] Όπως είπα πιο πάνω, η τέχνη επηρεάζει τα συναισθήματα ενός ανθρώπου, όχι τη λογική του. Λειτουργία της, σα να λέμε, είναι να τορνεύει* και να λειαίνει την ανθρώπινη ψυχή, κάνοντάς τη δεκτική στο καλό. Όταν βλέπετε μια καλή ταινία, όταν κοιτάτε έναν πίνακα ή ακούτε μουσική (με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι σας «ταιριάζει»), αφοπλίζεστε και μαγεύεστε αμέσως όχι βέβαια από κάποια ιδέα, από κάποια σκέψη. Εν πάση περιπτώσει η ιδέα ενός μεγάλου έργου είναι πάντοτε διφορούμενη, έχει πάντοτε δύο πρόσωπα, όπως το είπε και ο Τόμας Μαν2 είναι τόσο πολύπλευρη και απεριόριστη, όσο η ζωή. Ο δημιουργός λοιπόν δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι το έργο του θα το καταλάβουν μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο και σύμφωνα με τη δική του αντίληψη. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να παρουσιάσει τη δική του εικόνα για τον κόσμο, έτσι που να τη δουν με τα δικά του μάτια οι άνθρωποι και να νιώσουν τα αισθήματά του, τις αμφιβολίες και τις σκέψεις του…

 

Απόσπασμα Τι είναι Τέχνη; (απόσπασμα από το δοκίμιο του Σ.Μυριβήλη).

 Απόσπασμα


Τι είναι Τέχνη;


  Τι είναι λοιπόν, και τι γυρεύει η Τέχνη για την οποία τόσο πολύ μιλούμε όλοι οι άνθρωποι, πτωχοί και πλούσιοι… τω πνεύματι; Αλήθεια, δεν πιστεύω νάναι τίποτ’ άλλο στον κόσμο που γι’ αυτό να γράφτηκαν τόσο πολλά και τόσο σοφά βιβλία με σκοπό να το ξηγήσουν. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να φαρδύνουν και να πλαταίνουν ολοένα την άγνοιά μας γύρω στο ζήτημα. Και αυτό βέβαια είναι ένα είδος σοφία, το να ξέρεις την έκταση της άγνοιάς σου. Ένα πλήθος ορισμοί, θεωρίες, συστήματα, σοφιστείες. Όλοι πολιορκούν το ζήτημα. Όλοι μας δείχνουν με το δάχτυλο το Ιερό, και κανείς δε στάθηκε βολετό ν’ ανασηκώσει το μυστικό πέπλο. Και έτσι που η Τέχνη, κοντά στάλλα, έχει και τη λαφριά της πλευρά, την πλευρά της μόδας και της κοσμικότητας, κάθε λίγο και λιγάκι ξαπολιούνται λογής – λογής «φιλολογικοί συνεργάτες», και ρίχνουνται επί δικαίους και αδίκους με το ερωτηματολόγιο στο χέρι:

  - Πείτε μου, σας παρακαλώ, τι νομίζετε πως είναι Τέχνη; Τι πιστεύετε προσωπικά γι’ αυτή; Η Τέχνη για την Τέχνη; Η Τέχνη είναι η ζωή κοιταγμένη μέσ’ από μιαν ιδιοσυγκρασία; Είναι φαινόμενο κοινωνικό; Είναι φροϋδική εξιδανίκευση; (Και οι άλλοι, οι πιο αφελείς:) Είναι ταξικό φαινόμενο;