Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαγωνίσματα αρχαία Ελληνικά από μετάφραση α΄γυμνασίου.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαγωνίσματα αρχαία Ελληνικά από μετάφραση α΄γυμνασίου.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ωριαίο διαγώνισμα στην Ομηρική Οδύσσεια Α΄τετραμήνου: Α.Κείμενο: α 109-130

    


109 Είπε και ευθύς δένει στα πόδια της τα ωραία σανδάλια

        θεσπέσια και χρυσά, εκείνα που την ταξιδεύουν στη θάλασσα

        και στην απέραντη  πλευρά ανάλαφρα με τις πνοές του ανέμου.

        Ύστερα στο χέρι κράτησε άλκιμο κοντάρι, ακονισμένο με χαλκό

        βαρύ, θεόρατο και στιβαρό. Με αυτό η κόρη του πανίσχυρου Διός

        δαμάζει των γενναίων πολεμιστών τις τάξεις που της ξανάψαν το θυμό

115  Χάθηκε τότε ακροπατώντας τις κορυφές του Ολύμπου

         και βρέθηκε μεμιάς στο δήμο της Ιθάκης να στέκει

         στην εξώθυρα του Οδυσσέα πατώντας το κατώφλι της αυλής του.

         Με το χαλκό κοντάρι στο χέρι της, επήρε τη μορφή ενός ξένου

          και ολόιδια με το Μέντη, άρχοντα των Ταφίων έπεσε επάνω στους αγέρωχους

  120 μνηστήρες , που εκεί μπροστά στις πύλες του σπιτιού εύρισκαν

          ευχαρίστηση παίζοντας τους πεσσούς σε τομάρια βοδιών καθισμένοι

          που τα΄σφάξαν οι ίδιοι.

          Κήρυκες και παιδόπουλα πρόθυμα τους υπηρετούσαν

           άλλοι να σμίγουν σε κρατήρες με νερό κρασί, άλλοι να πλένουν

   125 τα τραπέζια με σφουγγάρια τρυπητά και να τα στήνουν

           κάποιοι να κομματιάζουν άφθονα τα κρέατα.

Αρχαία Ελληνικά από μετάφραση α΄γυμνασίου. Ομήρου Οδύσσεια.Ωριαίο διαγώνισμα .

 



Κείμενο , α-334-360.

334  Έτσι καλέ μου σε βλέπω ωραίο και αψηλό

         δείξου  και εσύ πώς είσαι παλικάρι να σε δοξάσουν οι μελλούμενες γενιές.

         Όσο για μένα αρμόζει να κατηφορίσω στο γοργό καράβι μου

         και στους συντρόφους, θα αδημονούν μες στην μεγάλη αναμονή τους

         δικό σου μέλημα τα υπόλοιπα.

         Θυμήσου και να σκέφτεσαι τις συμβουλές μου.

  340 Πάλι της αποκρίθηκε ο τόσο γνωστικός Τηλέμαχος

         «Ξένε το ξέρω πώς αυτά τα λόγια σου με αγάπη τα προφέρεις

         όπως πατέρας στο παιδί του , υπόσχομαι να μην το λησμονήσω.

         Αλλά παρακαλώ σε τώρα λίγο καθυστέρησε, κι ας είναι βιαστικός

         ο δρόμος σου, για να λουστείς και ύστερα ευφρόσυνος

   345 με δώρα στο καράβι να κατέβεις , που να τα χαίρεται η ψυχή σου

           πάγκαλα και πολύτιμα, για να σου μείνει από εμένα θυμητάρι σταθερό.

           Καθώς οι ξένοι που γνωρίζονται με  φίλους ανταλλάσσουν».

            Αμέσως η θεά Αθηνά τα μάτια λάμποντας του απάντησε:

            «Μην προσπαθείς να με κρατήσεις και άλλο , τώρα που ο δρόμος

   350   με καλεί: το δώρο σου όμως όποιο η καρδιά σου

Αρχαία Ελληνικά από μετάφραση, α΄γυμνασίου. Ομήρου Οδύσσεια, Διαγώνισμα, α 118-140.



Κείμενο:

Με το χαλκό κοντάρι της στο χέρι επήρε τη μορφή ενός ξένου

και ολόϊδια με το Μέντη άρχοντα των Ταφίων, έπεσε πάνω στους

αγέρωχους

120 μνηστήρες που εκεί μπροστά στις πύλες του παλατιού έβρισκαν

ευχαρίστηση παίζοντας τους πεσσούς, σε τομάρια βοδιών καθισμένοι,

που τα σφαξαν οι ίδιοι.

Κήρυκες και παιδόπουλα πρόθυμα τους υπηρετούσαν

άλλοι να σμίγουν σε κρατήρες με νερό κρασί άλλοι να πλένουν

125 τα τραπέζια με σφουγγάρια τρυπητά και να τα στήνουν

κάποιοι να κομματιάζουν άφθονα τα κρέατα.

Πρώτος από όλους ο Τηλέμαχος την είδε, ωραίος σαν θεός,

ήταν με τους μνηστήρες καθισμένος  και όμως ταξίδευε ο νούς του

πικραμένος.

Έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του τον πατέρα του ένδοξο

130 αν ξαφνικά γύριζε πίσω: αν τους μνηστήρες πετούσε έξω από το παλάτι

αν έπαιρνε ο ίδιος πάλι την αρχή στα χέρια του και μέσα στα αγαθά του βασίλευε

σαν πρώτα.

Αρχαία Ελληνικά από μετάφραση, α΄γυμνασίου: Ομήρου, Οδύσσεια: α, 118-140. Προτεινομενο διαγώνισμα:(με απαντήσεις).



Α: κείμενο.

και στην Ιθάκη ως ήρθε, στάθηκε μπρος στου Οδυσσέα το σπίτι,

πα στο κατώφλι της αυλόπορτας, κρατώντας το κοντάρι με ξένο,

με το Μέντη μοιάζοντας των Ταφιωτών το ρήγα'

και βρήκε τότε εκεί τους πέρφανους μνηστήρες,

που περνούσαν την ώρα τους πεντάλφα παίζοντας

 μπρος στου σπιτιού τις πόρτες, σε δέρματα βοδιών καθούμενοι,

που τα 'χαν σφάξει ατοί τους Κράχτες

και πρόθυμα παιδόπουλα τους γνοιάζουνταν᾿ οι πρώτοι  

συγκέρνααν το κρασί τους χύνοντας νερό

 μες στα κροντήρια, κι οι άλλοι παστρεύαν με χιλιότρυπα

σφουγγάρια τα τραπέζια και τα 'στηναν μπροστά τους,

άλλοι τους σωρό τα κρέατα κόβαν. Πρώτος απ᾿ όλους

 ο θεόμορφος Τηλέμαχος την είδε' τι μέσα στους μνηστήρες

 κάθουνταν με πικραμένα σπλάχνα  και τον τρανό

 θυμόταν κύρη του — να πρόβελνε από κάπου

και τους μνηστήρες διασκορπίζοντας από το σπίτι,

 πάλε να γίνει αφέντης στο παλάτι του και ρήγας τιμημένος!

Τέτοια λογιώντας κει που κάθουνταν με τους μνηστήρες

είδε την Αθηνά, και στην αυλόπορτα τρέχει γραμμή,

τι εντράπη  ξένος στη θύρα του να στέκεται πολληώρα᾿

 κι ήρθε ομπρός της, το χέρι το δεξιό της έπιασε,

της πήρε το κοντάρι το χάλκινο και με άνεμάρπαστα

 της συντυχαίνει λόγια: «Ξένε μου, γεια!

Θα 'ρθείς στο σπίτι μας να σε φιλοκονέψω᾿

χορταίνοντας, αν θες, μολόγα μας σαν ποια σε φέρνει ανάγκη.»

 

Β: ερωτήσεις:

1.Ποιό  είναι το κεντρικό θέμα της Οδύσσειας; Το απόσπασμα που σας έχει δοθεί αναφέρεται στο κεντρικό αυτό θέμα; Αν όχι ποιο θέμα αφορά;

 

2.Ποιά είναι η κατάσταση που αντικρίζει η θεά Αθηνά φθάνοντας στο παλάτι του Οδυσσέα;

διαγώνισμα Οδύσσειας Ομήρου.

 

 

 


Α. Κείμενο: (α, 1-25).

«Τον άντρα Μούσα τον πολύτροπο, να μου ανιστορήσεις που βρέθηκε

ως τα πέρατα του κόσμου να γυρνά, αφού της Τροίας

πάτησε το κάστρο το ιερό.

Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές,

κι έζησε καταμεσής στο πέλαγος πάθη πολλά που τον σημάδεψαν,

σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του

τον γυρισμό. Κι όμως δεν μπόρεσε, που τόσο επιθυμούσε,

να σώσει τους συντρόφους.

Γιατί εκείνοι χάθηκαν από τα δικά τους μεγάλα σφάλματα,

νήπιοι και μωροί, που πήγαν και έφαγαν τα βόδια

του υπέρλαμπρου Ήλιου, και αυτός τους άρπαξε του γυρισμού την ημέρα.

Από όπου θές Θεά ξεκίνα τη αυτή την Ιστορία, κόρη του Δία,

και  πές την και σε εμάς.

Αρχαία Ελληνικά από μετάφραση. Ομήρου Οδύσσεια. Προτεινόμενο διαγώνισμα. ε , 465-494 (σε μετάφραση Αρ.Εφταλιώτη):

 


 


Κείμενο:

 

“Αλίς μου, τι θα πάθω εδώ, και που θα καταντήσω;
Τη νύχτα την ανήσυχη στον ποταμό αν περάσω,
η κακή πάχνη κι η ψιλή δροσιά μπορεί να σβήσουν
ολότελα το πνέμα μου τ΄ αχνό και θολωμένο,
τι αγέρι την αυγή ψυχρό φυσάει απ΄ το ποτάμι.
Στη ράχη πάλε αν ανεβώ, και στου δασιού τους ίσκιους,
και μέσα στα πυκνά δεντριά αν πλαγιάσω, να ξεκάμω
το σύγκρυο και την κούραση, κι ύπνος γλυκός με πάρει,
θεριά φοβάμαι μη με βρουν και θύμα τους με κάμουν.”
και αυτό να κάνει φάνηκε στο νου του πιο συφέρο·
σε δάσο γυροθώρητο που ηύρε σιμά στο ρέμα,
μπήκε και χώθηκε σε δυο χαμόδεντρ΄ αποκάτω,
που από μια ρίζα βγαίνανε· ελιά ΄τανε κι αγρίλι.
Μήτ΄ οι ανέμοι οι σύνυγροι εκεί πέρα αγριοφυσούσαν,
μήτε του ήλιου οι φωτερές αχτίδες κατεβαίναν,

Αρχαία Ελληνικά από μετάφραση, Α΄γυμνασίου. Ωριαίο διαγώνισμα Α΄τετραμήνου.



Ομήρου, Οδύσσεια, στίχοι: 80-104.

Α΄κείμενο:

Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, του απηλογήθη κι είπε:
«Υγιέ του Κρόνου και πατέρα μας, μες στους θεούς ο πρώτος,
αλήθεια, αν οι θεοί το θέλησαν οι τρισμακάριοι τώρα
το γνωστικό Οδυσσέα στο σπίτι του ν᾿ αφήσουν να διαγείρει,
εγώ να πούμε τότε θα 'λεγα του Ερμή του ψυχολάτη,

του αργοφονιά, μιαν ώρα αρχύτερα στην Ωγυγία να δράμει,
τον ορισμό μας τον ασάλευτο της ομορφομαλλούσας
να πει ξωθιάς, ο καρτερόψυχος να στρέψει πια Οδυσσέας.
Κι εγώ για την Ιθάκη γρήγορα κινώ, να ξεσηκώσω
το γιο του πιότερο, στα φρένα του κουράγιο να φυσήξω,

σε συντυχιά τους μακρομάλληδες Αργίτες να καλέσει,
και στους μνηστήρες πια ξεκάθαρα να πει να μην του σφάζουν
τα πλήθια αρνιά και τα στριφτόκερα, στριφτόζαλά του βόδια.
Στη Σπάρτη και στην Πύλο λόγιασα μετά την αμμουδάτη
να τόνε στείλω, για του κύρη του το γυρισμό να μάθει,

μαζί για ν᾿ ακουστεί περίλαμπρο στον κόσμο τ᾿ όνομά του.»
Είπε, και γρήγορα στα πόδια της χρυσά περνάει σαντάλια,
πανώρια, αθάνατα, που ανάλαφρα, με τις πνοές του ανέμου,
τη φέρναν πάνω απ᾿ τις απέραντες στεριές και τα πελάγη.
Κι αδράχνει το γερό κοντάρι της, το καλοακονισμένο,

Αρχαία Ελληνικά από μετάφραση, α΄γυμνασίου. Ωριαίο διαγώνισμα στην Οδύσσεια του Ομήρου. Α΄κείμενο:

 



Στ: 1-25.

Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο να μου ανιστορήσεις, που βρέθηκε 
ως τα πέρατα του κόσμου να γυρνά, αφού της 
Τροίας
πάτησε το κάστρο το ιερό. 
Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές, 
κι έζησε, καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν,
σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του
τον γυρισμό. Κι όμως δεν μπόρεσε, που τόσο επιθυμούσε,
να σώσει τους συντρόφους.
Γιατί εκείνοι χάθηκαν απ’ τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα,
νήπιοι και μωροί, που πήγαν κι έφαγαν τα βόδια 
του υπέρλαμπρου Ήλιου· κι αυτός τους άρπαξε του γυρισμού τη μέρα.
Από όπου θες, θεά, ξεκίνα την αυτή την ιστορία, κόρη του Δία, 
και πες την και σ’ εμάς.

Τότε λοιπόν οι άλλοι, όσοι ξέφυγαν τον άθλιον όλεθρο, όλοι τους ήσαν 
σπίτι τους, γλιτώνοντας κι απ’ του πολέμου κι απ’ της θάλασσας τη μάχη.
Μόνο εκείνον, που τον παίδευε πόθος διπλός, του γυρισμού
και της γυναίκας του, τον έκρυβε κοντά της μια νεράιδα,
η Καλυψώ, θεά σεμνή κι αρχοντική, στις θολωτές σπηλιές της,
γιατί τον ήθελε δικό της.
 Κι όταν, με του καιρού τ’ αλλάγματα, ο χρόνος ήλθε που του ορίσαν οι θεοί
να δει κι αυτός το σπίτι του, να φτάσει στην Ιθάκη,
ούτε κι εκεί δεν έλειψαν οι αγώνες, κι ας ήταν πια με τους δικούς του.
Ωστόσο οι θεοί τώρα τον συμπαθούσαν, όλοι εκτός του Ποσειδώνα· 
αυτός σφοδρό κρεμούσε τον θυμό του πάνω στον θεϊκό Οδυσσέα, 
 προτού πατήσει της πατρίδας του το χώμα .

 

Β΄Ερωτήσεις:

Διαγώνισμα Α΄τριμήνου Αρχαία Ελληνικά από μετάφραση. Ομήρου Οδύσσεια. Στ:207-244.α ραψωδία.



Α.Κείμενο:
«Ναι καμαρώνουμε πως είμαστε αμοιβαίοι  φίλοι ,γονικοί και ανέκαθεν
Πήγαινε,αν θέλεις ,να ρωτήσεις τον ανδρείο Λαέρτη,γέροντα πιά,
πού τώρα ακούω δεν κυκλοφορεί σαν άλλους στην πόλη.
Αποτραβήχτηκε στα χτήματα ,βαρύς από τα βάσανα
και μόνος με μια γερόντισσα που τον υπηρετεί.
Και να με τώρα η φήμη με έφερε/πώς βρίσκεται ο πατέρας σου κιόλας στην πόλη
Φαίνεται όμως οι θεοί του φράζουνε το  δρόμο ακόμη/ωστόσο ο θείος Οδυσσέας δεν πέθανε και δεν τον σκέπασε/της γής  το χώμα.Είναι πιστεύω ζωντανός και ας εμποδίζεται στη μέση του ανοικτού πελάγους/.Άκουσε όμως τώρα τη μαντεία μου ,όπως μέσα στο νού μου την ξυπνούν οι αθάνατοι και όπως νομίζω πώς θα γίνει/δεν ισχυρίζομαι πώς είμαι  μάντης ,μήτε και καλοξέρω να εξηγήσω  /τα σημάδια των πουλιών,κι όμως/πολύν καιρό ακόμη δεν θα μείνει εκείνος μακριά από την πατρίδα του/’εστω και αν τον κρατούν στα σίδερα/θα βρεί  τρόπο να γυρίσει αυτός που είναι πολυμήχανος/Μα  τώρα απάντησε στο ερώτημά μου και μίλησε ειλικρινά/αν ένα τέτοιο παλικάρι είσαι του Οδυσσέα ,ο δικός του αντιμίλησε ο Τηλέμαχος με φρόνηση και γνώση/:Δεν θα σου κρύψω ξένε τίποτε,τη σκέψη μου θα φανερώσω /η μάνα μου ισχυρίζεται πώς είμαι γέννημα δικό του ,όμως εγώ δεν ξέρω…/Άμποτε να μουνα ενός άλλου ο γιός ,καλόμοιρου/που τα γεράματά του τον βρίσκουν μέσα στα αγαθά του/τώρα φαντάσου ,ο   πιο δυστυχισμένος που γεννήθηκε σε αυτόν τον κόσμο/αυτός μου λένε πώς με γέννησε….».
Β.Ερωτήσεις.
1α)Γιατί στο στίχο 208 η Αθηνά –Μέντης κάνει αναφορά στο  γέροντα Λαέρτη;

Ωριαίο διαγώνισμα Α΄τριμήνου . Αρχαία Ελληνικά από μετάφραση. Ομήρου Οδύσσεια. Στ.176-205.



Α΄Κείμενο.
175. «Καλέ   μου ξένε ,θα με παρεξηγήσεις αν γυμνή τη σκέψη μου σου πώ;
Το μέλημά τους ξένε  είναι αυτά που βλέπεις:κιθάρα και τραγούδι,
Εύκολο μέλημα ,αφού ατιμώρητοι ρημάζουν ξένα αγαθά.
Ενός που τα λευκά οστά του κάπου αφημένα στη στεριά
Τα σάπισε η νεροποντή ή και το κύμα τα παρασύρει του πελάγου.
181.Αν όμως στην Ιθάκη γύριζε εκείνος ,αν μπρός στα μάτια τους τον έβλεπαν
Όλοι τους λέω πώς θα ύψωναν ευχή,πόδια να είχαν ελαφρότερα,
Παρά να τους βαραίνει ο πλούτος με μαλάματα και ρούχα.
Μα τώρα αυτός αφανισμένος ,όπως αφανίστηκε με θάνατο άσχημο ,
Δεν άφησε σε εμάς καμμία παρηγοριά και ελπίδα,αν κάποιος από τους
Θνητούς στη γή που κατοικούμε ισχυρισθεί πώς θα γυρίσει.
Του γυρισμού του η μέρα χάθηκε και πάει.
Όμως εσύ αποκρίσου σε ό,τι και αν σε ρωτήσω καθαρά και ξάστερα.
189.ποιός είσαι και από πού;με ποιο καράβι εδώ μας ήλθες;
Έρχεσαι πρώτη φορά στα μέρη μας ή μήπως είσαι φίλος πατρικός;
Γιατί και άλλους πολλούς αυτό το σπίτι καλωσόρισε
Αφού και εκείνος ήταν κοσμογυρισμένος.».
Ανταποκρίθηκε αμέσως τα μάτια λάμποντας η θεά Αθηνά:
«Πρόθυμα και ακριβώς όσα ζητάς να μάθεις θα σού πώ:
Μέντης το όνομά μου ,γιός του εμπειροπόλεμου Αγχιάλου
Ο ίδιος τους θαλασσινούς Ταφίους κυβερνώ.