Alfred Lord Tennyson Οδυσσέας Μετάφραση: Μαρίνος Σιγούρος

 


Alfred Lord Tennyson

Οδυσσέας

Μετάφραση: Μαρίνος Σιγούρος


Τί αξίζει αν στην ατάραχη γωνιά μου
Σαν οκνός βασιλιάς στέκω στο πλάγι
Γριάς συντρόφισσας, και σωστά μοιράζω
Το δίκιο στους ανθρώπους,
Που τρώνε, θησαυρίζουν και κοιμούνται,
Και δε με νιώθουν! Δεν μπορώ να πάψω
Να γυροφέρνω πάντα σε ταξίδια·
Θέλω να πιω της ζωής τη στερνή στάλα.
Εχάρηκα πολλά, πολλά έχω πάθει
Μοναχός μου ή με όσους μ’ αγαπούσαν
Πότε σε ξένη γη, πότε στα μάκρη
Σκοτεινού πολυκύμαντου πελάγου.
Τ’ όνομά μου εδιαλάλησεν η Φήμη
Κι η αχόρταγη καρδιά καινούριο πόθο
Πάντα γκρικάει, κι ας έμαθα κι ας είδα
Σε άλλες χώρες πώς ζουν, πώς κυβερνάνε.
Κι εγώ στερνός δεν είμαι, αφού με σέβας
Με δέχτηκαν παντού κι έχω γνωρίσει
Της μάχης το μεθύσι, πολεμώντας
Με τους όμοιους μου μόνο, μες στους κάμπους
Τους βοερούς κι ανεμόδαρτους της Τροίας.
Κι είμαι εγώ καθετί που μου ’χει τύχει,
Κι ό,τι είδα κι ό,τι ξέρω τώρα μοιάζει
Με αψιδωτή στοά, που ανάμεσό της
Φαίνεται κόσμος άγνωστος, μα πάντα
Σαν σιμώσω τα σύνορα ξεφεύγουν…
Είναι άγνωμος ο πόθος που γυρεύει
Να βρει τέλος κι ανάπαψη, σαν όπλο
Που δεν αστράφτει πλια κι απορριγμένο
Σκουριάζει. Όχι, δεν ζει όποιος αναπνέει
Μονάχα. Δεν αξίζει, στριμωγμένοι
Οι άνθρωποι να ’ναι, ο ένας κοντά στον άλλο.
Κι αν τώρα ζωή λίγη μού απομένει,
Μα και μιαν ώρα μόνο σαν μπορέσεις
Απ’ την αιώνια τη σιγή ν’ αρπάξεις
Πολλά πράγματα νέα θα ιδείς, θα μάθεις!…
Θα ήμουν δειλός αν ήθελα, για λίγο
Καιρό που ακόμα θα χαρώ τον ήλιο,
Προσεκτικά να ζήσω μετρημένα,
Αφού ο πόθος φλογίζει την ψυχή μου
Ν’ ακλουθήσω τη Γνώση σαν αστέρι
Πέρα απ’ τα ουράνια, εκεί που ο ναός δε φτάνει.
Το θρόνο μου και το νησί χαρίζω
Τώρα στο γιο μου, τον αγαπημένο
Τηλέμαχο, που ξέρει τη δουλειά του,
Με φρόνηση σιγά σιγά ημερώνει