Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωκράτης.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωκράτης.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η Σωκρατική αντιομηρική αλλά βαθέως χριστιανική διαχείριση του σώματος.

 


Η Σωκρατική  αντιομηρική  αλλά βαθέως χριστιανική διαχείριση του σώματος.

Στην Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους (30a-30b) ο Σωκράτης διαχωρίζει το Σώμα σε σχέση με το Πνεύμα και την Ψυχή με ένα τρόπο παντελώς άγνωστο και τελείως ασυνήθιστο στην Ελληνική Ομηρική Γραμματεία αλλά πολύ συνήθη και παραδεκτό στην χριστιανική αντίληψη περί του Σώματος: Συγκεκριμένα ο Αθηναίος φιλόσοφος αναφέρει περί της διάκρισης Σώματος και Ψυχής μία θεώρηση η οποία σαφέστατα επαναλαμβάνεται από τον Ιησού στην Καινή διαθήκη όχι όμως από τον Όμηρο ούτε στην Ιλιάδα ούτε στην Οδύσσεια.

Ας την προσέξουμε: «το πιο σημαντικό πράγμα στην ζωή του ανθρώπου είναι το να υπηρετείται ο Θεός….εγώ απλά προσπαθώ να πείσω και τους νεωτέρους αλλά και τους πρεσβυτέρους να μην επιμελούνται τόσο το σώμα όσο ….την ψυχή διότι  η ψυχή είναι το πλέον άριστο πράγμα μιάς και η αρετή δεν γίγνεται από τα χρήματα αλλά τα χρήματα από την αρετή…».

Ο Νίτσε –μέγας γνώστης της Ελληνικής γραμματείας – ξεκινά την «Γένεση της τραγωδίας» λέγοντας πώς είναι δυνατόν να μετατοπίσθηκε το Ελληνικό πνεύμα και το Ελληνικό αξιολογικό σύστημα από το πρότυπο του  Ήρωος Αχιλλέως στο πρότυπο του σωματικώς καχεκτικού Σωκράτους, δηλαδή: πώς είναι δυνατόν το πρότυπο του ήρωος Αχιλλέως ως συνόλου αρμονικών δυνάμεων ανάμεσα σε ό,τι λέμε σώμα και σε ό,τι λέμε ψυχή να να παραδίδεται ως ισόρροπή οντότητα αυτών των στοιχείων, αντιθέτως στο Σωκράτη παρατηρούμε μία αξιακή μετάβαση σε μία ανισορροπία σώματος και ψυχής, διότι το σώμα υποβιβάζεται χάριν της ψυχής: θεωρούμε ότι αυτή η μετάβαση έστρωσε το δρόμο προς την χριστιανική ασκητική  θεοποίηση της ψυχής έναντι του σώματος άρα ο Σωκράτης διέλυσε την επί γής αρμονική σύζευξη σώματος και ψυχής επιβάλλοντας την πρωτοκαθεδρία της ψυχής έναντι του σώματος. Σταδιακά ο Σωκρατισμός αυτός εγέννησε την αμαρτία του σώματος και την ευλογία της ψυχής με τα γνωστά αποτελέσματα της καταπίεσης των μαζών διότι το σώμα και ο φόβος της αμαρτίας έγινε πηγή εξουσιαστικότητας  των μαζών: επίσης η σύγχρονος ψυχολογία ως καλό παιδί του Σωκρατικού χριστιανισμού αποθεώνει την ψυχή υποβιβάζοντας το σώμα μιάς και η ψυχή και όχι το σώμα διαθέτει τις δυνάμεις εκείνες συνεχείας ώστε ο άνθρωπος να είναι ευτυχής: κανείς ψυχολόγος δεν ενθυμείται τον ισόρροπο Αχιλλέα ως πρότυπο ευτυχούς ανθρώπου μέσα από την ύπαρξη θείων δυνάμεων στην ψυχή και μέσα από την ηρωϊκή εξωτερίκευση αυτών των δυνάμεων: διότι υπάρχει ο φόβος του Ήρωος: αντιθέτως υπερβάλλονται και στην σύγχρονο ψυχολογία οι δυνάμεις της ψυχής ως φυλακίζουσες το σώμα και τον άνθρωπο κάτι το οποίο αντιβαίνει στην Ελληνική ανθρωποθέαση όπου η ψυχή ως επικοινωνούσα με το θείο δεν έχει κανένα υποσυνείδητο αντιθέτως αρμονικά συνεργάζεται μέσα από τα ηρωίκά έργα με το σώμα. Η σύγχρονος λοιπόν ψυχολογία αποτελεί το τέλος του Σωκρατικού χριστιανισμού διότι δημιουργεί ένα ανύπαρκτο ασυνείδητο μήπως και γίνει κατορθωτό η ψυχή να εύρη δυνάμεις και να στηρίξη το σώμα τη στιγμή κατά την οποία η Ελληνική ανθρωποθέαση θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένα υποσυνείδητο ο άνθρωπος επικοινωνεί με το θείο ανθρωπομορφικώς και όλες αυτές οι δυνάμεις κινούν νομοτελειακά προς το νόστο της ατομικής Ιθάκης τον άνθρωπο.

Περί του Γοργίου, ανατρεπτικός λόγος.

 


Ο Πλατωνικός Γοργίας είναι ο διάλογος ο οποίος έντονα μας θυμίζει τη βίβλο, σε πολλά και κρίσιμα αυτού σημεία. Το πνεύμα της βίβλου φαίνεται ότι απόλυτα διακατέχει το διάλογο αυτό στη βάση ότι επικρατεί ώς θείος λόγος ως Σωκρατικός λόγος: ένα πνεύμα απαξίας διακατέχει το διάλογο για τις απόψεις όλων των άλλων ομιλητών, απαξίωση για όλους (Πώλος, Καλλικλής, Γοργίας).

Ο διάλογος αυτός του Πλάτωνος καταδεικνύει την προσπάθεια του φιλοσόφου να επιβάλει τις νοησιοκρατικές του απόψεις στην βάση ότι εάν είναι αλήθεια τόσο το καλύτερο για το νού, εάν είναι ψέμματα δεν πειράζει με κάτι πρέπει να γεμίσει ο νούς. Αυθαίρετες έννοιες, αυθαίρετοι συνδυασμοί, χωρίς καμμία έμπρακτη ή ηθική επιβεβαίωση αλλά και χωρίς καμμία περαιτέρω συμπαντική επιβεβαίωση για όσα εκεί ακούγονται: Βέβαια το τεράστιο πρόβλημα του διαλόγου είναι το γεγονός ότι ορίζει γενικώς έννοιες, χωρίς συγκεκριμένες ειδοποιούς διαφορές και έννοιες όπως η αδικία ερμηνεύεται κατά την ατομικότητα του κάθε ενός.

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: Ο Πλατωνικός Γοργίας ασχολείται με το θέμα της ρητορείας την οποία βέβαια απορρίπτει διότι είναι κολακεία του πλήθους από ανθρώπους οι οποίοι επ΄ ουδενί δεν γνωρίζουν το αντικειμενικό σωκρατικό καλό άρα διασπείρουν το υποκειμενικό και πρόσκαιρο των απόψεών τους. Ο Γοργίας όμως ουδέποτε συζήτησε για αντικειμενικές αλήθειες, συζήτησε για τη δυνατότητα του ανθρωπίνου Νοός να σκέφτεται, να διατείνεται, να αμφιβάλλει, να διατυπώνει γνώμες και το επιστητό: ο Σωκράτης σε ένα πνεύμα άγνωστο προς την Ελληνική κοσμοθέαση επιβάλλει τις δικές του δήθεν αντικειμενικές απόψεις, από κάποιο σημείο μάλιστα και έπειτα δεν αφήνει κανέναν άλλο να ομιλήσει. Συγκεκριμένα εάν όλα δεν σχετίζονται με το Αγαθό θα πρέπει να θεωρούνται ώς άσχημα, ανήθικα, και οδυνηρά. Το ερώτημα είναι σημαντικο: πότε οι Έλληνες απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από το Σύμπαν, τη Φύση, την ενόραση του Όλου, ώστε κλεισμένοι στις πόλεις να προσπαθούν αντικειμενικά να περιορίσουν τη ζωή τους σε ιδέες αφηρημένες του αγαθού και στις συνεπαγόμενες ηθικές πράξεις; Το μεγάλο πρόβλημα είναι η ανάδυση ενός απολύτου Υποκειμένου (Σωκράτης) ο οποίος επιβάλλει νοησιοκρατικές φαντασιώσεις περί ενός αυθαιρέτου Αγαθού (το οποίο ουδέποτε ορίζεται ώς ιδέα, έννοια, δομή, τρόπος ζωής, το οποίο αυθαίρετα απόκόπτεται από την σωματική ζωή την οποία κυριολεκτικά εξευτελίζει λές και ο άνθρωπος δεν έχει σώμα) αυτό μάλιστα το Υποκείμενο οδήγησε απ΄ευθείας στη γένεση του μονοθεϊσμού, του απολύτου Υποκειμένου ενός φαντασιακού θεού, ο οποίος όπως ο Σωκράτης έπλασε το Αγαθό στο μυαλό του και μόνο αυτός ο θεός έπλασε τον αγαθό κόσμο και άνθρωπο στο μυαλό του και μόνο.

Στον Πλατωνικό Γοργία ο Σωκράτης απόλυτα διαχωρίζει το βασίλειο της Φύσης (φυσικού εγγενούς δικαίου) από το βασίλειο της Πόλης (θετό δίκαιο): η Φύση σταδιακά απορρίπτεται υπό την έννοια ότι δίδεται απίστευτη βαρύτητα στην έννοια του δικαίου: επί αιώνες ο κόσμος δέχθηκε μία έννοια η οποία πουθενά στη φύση δεν υφίσταται: ο διαχωρισμός του Σωκράτους σε κόσμο της Φύσης και σε κόσμο της Πόλης είναι επίπλαστος διότι όσα λέγει στο Γοργία ουδεμία εφαρμογή δεν έχουν σε μία Φύση ελευθερίας, συμπαντικής ανοικτότητας και οντολογικής συνεχείας. Θεωρεί ότι η ρητορεία πείθει για όσα θεωρεί ο ρήτορας  όχι ώς δίκαιο ή άδικο αλλά ως χρήσιμη κολακεία προκειμένου και χρήματα να κερδίσει και να επιτύχει του σκοπού του. Διότι ο ρήτορας δεν ενδιαφέρεται για αυτό το οποίο αυτός ενδιαφέρεται δηλαδή για το αγαθό: ουδέποτε ο ρήτορας αναλύει τις έννοιες σε σχέση με το Αγαθό ώστε να τις συνδέσει μαζί του και να υποστηρίξει τα ανάλογα. Άρα ο ρήτορας δεν είναι εραστής του Αγαθού και η ρητορεία δεν χρειάζεται στην πόλη γιατί η πόλις χρειάζεται ανθρώπους που θα διαφημίσουν το Αγαθό.

και όμως ο Σωκράτης ουδέποτε είπε το περίφημον: έν οίδα ότι ουδέν οίδα.

 


Ο Σωκράτης ουδέποτε είπε το περίφημο, έν οίδα ότι ουδέν οίδα. Σε καμμία απολύτως γραμμή των επισήμων γραπτών που αναφέρονται στο Σωκράτη (Πλάτων, Αριστοτέλης, Ξενοφών) δεν ανιχνεύεται αυτή η φράση. Προκειμένου να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι ο Σωκράτης είπε παρεμφερή  νοήματα όχι όμως αυτό το συγκεκριμένο νόημα αυτής της συγκεκριμένης φράσης. Το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» αποτελεί παράφραση σχετικών νοήματος φράσεων από την περίφημη «Απολογία του Σωκράτους» του Πλάτωνος.

Η μαιευτική-διαλεκτική μέθοδος του Σωκράτους στηριζόταν στην επιφανειακή άγνοια την οποία όμως το αγνοούν υποκείμενο διά της αναμνήσεως μπορούσε να υπερβή, ενθυμούμενο τις ιδέες του κόσμου των ιδεών (όπου θα επέστρεφε σύμφωνα με τις πλατωνικές δόξες): άρα ως φράση το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» δεν ταιριάζει με την σωκρατική πίστη ότι ο άνθρωπος μπορεί να ενθυμηθεί το καλόν, και διά της γνώσεως πλήρως να προσομοιάσει στο καλόν και στις επιταγές του. Εξάλλου στον «Πρωταγόρα» ο Σωκράτης τίθεται υπέρ του διδακτού της αρετής αρκεί όμως αυτή να είναι αντικειμενική και σε όλα τα υπομέρη της (σοφία, σωφροσύνη, ανδρεία και δικαιοσύνη). Ο Σωκράτης λοιπόν ένα γνώριζε ότι μπορεί να θυμηθεί όσα μπορούσε να γνωρίσει, άρα λοιπόν η περίφημος αυτή φράσις απάδει της σωκρατικής κουλτούρας και φιλοσοφίας.

Στην Απολογία του Σωκράτους (21d) το πλέον σχετικό χωρίο με την φράση αυτή που αποδίδεται στο Σωκράτη είναι  το εξής: (η φράσις αυτή βέβαια πουθενά δεν ανιχνεύεται): «πρὸς ἐμαυτὸν δ᾽ οὖν ἀπιὼν ἐλογιζόμην ὅτι τούτου μὲν τοῦ ἀνθρώπου ἐγὼ σοφώτερός εἰμι· κινδυνεύει μὲν γὰρ ἡμῶν οὐδέτερος οὐδὲν καλὸν κἀγαθὸν εἰδέναι, ἀλλ᾽ οὗτος μὲν οἴεταί τι εἰδέναι οὐκ εἰδώς, ἐγὼ δέ, ὥσπερ οὖν οὐκ οἶδα, οὐδὲ οἴομαι· ἔοικα γοῦν τούτου γε σμικρῷ τινι αὐτῷ τούτῳ σοφώτερος εἶναι, ὅτι ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι». Σε μετάφραση το απόσπασμα αυτό παραδίδεται ως ακολούθως: « Φεύγοντας λοιπόν εσυλλογιζόμουν ότι είμαι σοφώτερος αυτού του ανθρώπου, διότι φοβούμαι πώς κανείς από τους δύο μας τίποτε το καλόν και το αγαθόν δεν γνωρίζει, αυτός όμως νομίζει ότι γνωρίζει κάτι τη στιγμή κατά την οποία δεν το γνωρίζει, εγώ όμως καθώς δεν το γνωρίζω δεν το γνωρίζω. Μου φαίνεται λοιπόν ότι είμαι σοφώτερος αυτού επειδή όσα δεν γνωρίζω παραδέχομαι ότι δεν τα γνωρίζω».