Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οντολογικοί προβληματισμοί.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οντολογικοί προβληματισμοί.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ας ομιλήσουμε για το ανθρώπινο σώμα.

 


Ας ομιλήσουμε για το ανθρώπινο σώμα.

Εάν προσεγγίσουμε ετυμολογικά τη λέξη «σώμα» θα διαπιστώσουμε ότι παράγεται από το ρήμα «σώζω». Άραγε τι καλείται να σώσει το Σώμα; Όλοι  ξέρουμε ότι καλείται να σώσει την Ψυχή. Όμως αυτή η οντολογική αποστολή του Σώματος προκαλείται μέσα από μία άλλη οντολογική  διαχώριση. Ανακαλύφθηκε ότι ο Άνθρωπος αποτελείται από τουλάχιστον δύο διαφορετικά κομμάτια εκ των οποίων το ένα έχει ως αποστολή να σώσει το άλλο. Άρα μοιραία δημιουργείται μία διαφορετικότητα σε σχέση με το σώμα όχι μόνον σε σχέση με την Ψυχή  αλλά και το γιατί και το πώς του σώματος, κυρίως από τι καλείται το σώμα να σώσει την Ψυχή και γιατί;

Πρίν απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα άς θεωρήσουμε ήρεμα το πρίν το κατά και το μετά του σώματος και της ψυχής. Για να καταλάβουμε ότι ούτε σώμα υπάρχει ούτε ψυχή, απλά  αυτά ανακαλύφθηκαν προκειμένου να ορισθεί ένα  μοντέλο ανθρώπου στο οποίο όλοι  θα πίστευαν προκειμένου να το υιοθετήσουν και κάποιοι να εξουσιάσουν όσους βλέπουν τους εαυτούς των όχι ως ελευθέρα δύναμη αλλά ως αδύναμο σώμα και ψυχή. Κατά της στιγμή λοιπόν της συλλήψεως ο άνθρωπος κλείεται ως αγνή αέρινη οντολογική δύναμη στο πρώτο κύτταρο της  ζωής, στο ζυγωτό. Εκεί  είναι αέρας, ύδωρ, πύρ, αλλά και γαία. Όμως είναι αγνή και άφθαρτη οντολογική δύναμη.

Ένα πράγμα παράξενο το οποίο ελάχιστοι ίσως το σκέπτονται: όταν συλληφθεί ο άνθρωπος στην κοιλία της μητρός είναι αθάνατος, άφθαρτος, ανώλεθρος δύναμις. Διότι ο αήρ το ύδωρ και το πύρ το οποίο μορφοποιεί τον άνθρωπο δεν πεθαίνουν, είναι συνεχή και άφθαρτα στοιχεία. Άρα και ο άνθρωπος ως ύδωρ αήρ και  πύρ  είναι άφθαρτος και ανώλεθρος: Διαβάζοντας την Ελληνική μυθολογία διαπιστώνουμε του λόγου το αληθές για αυτά που εδώ σημειώνουμε : ο Δίας γίνεται φυτό, θαλάσσιο όν, πτηνό, διότι είναι μία δύναμις αέρινος υδάτινη πύρινη: το έμβρυο σε τίποτε δεν διαφέρει από την ανώλεθρο φύση του Διός, και κάθε ανωλέθρου όντος: διότι εν τη κοιλία της μητρός είναι  στις πρώτες στιγμές της συλλήψεώς του αγνή αέρινος δύναμις.

Σε αυτή τη  χρονική στιγμή λοιπόν δεν μπορούμε να ομιλήσουμε για σώμα, όχι υπό την έννοια της στερεότητας. Αλλά υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει σώμα, υπάρχει μία αέρινος υδάτινη πυρίνη  δύναμις: άρα ο άνθρωπος εν τη αρχή της συλλήψεώς του είναι  μία κοινή  και ενιαία οντολογική δύναμις.

Άρα πότε ξαφνικά ο Άνθρωπος γίνεται σώμα και ψυχή; Η απάντηση είναι ποτέ. Ποτέ ο άνθρωπος δεν γίνεται σώμα και ψυχή: πάντοτε είναι μία ανώλεθρος άφθαρτος αιώνιος οντολογική δύναμις: όμως: επειδή οι άνθρωποι άμα τη γεννήσει των μαθαίνουν σταδιακά ότι είναι σώμα και ψυχή σταματούν να  βλέπουν και να νοιώθουν και να συναισθάνονται ότι είναι απλά μία δύναμις (ούτε ανθρωπίνη ούτε κάτι άλλο) αλλά μία  δύναμις, ξεκινούν να νοιώθουν και να σκέπτονται και να συναισθάνονται ότι είναι σύνολο σώματος και ψυχής: επί αιώνες εδουλεύθη αυτό το μοντέλο και το μυαλό του ανθρώπου τα γέννησε όλα αυτά (σώμα και ψυχή) και ο άνθρωπος εμβολιάσθηκε και υπήκουσε ότι είναι σώμα και ψυχή: άρα και το σώμα και η ψυχή οντολογικώς δεν υφίστανται διότι όλα είναι μία ενιαία δύναμις οντολογικής συνεχείας (εκεί θα πέσουν ομού και το σώμα και η ψυχή) αλλά είναι εφεύρημα του ανθρωπίνου μυαλού το οποίο φαντασιακά τα εδημιούργησε και τα συντηρεί: με το μυαλό μας έχουμε κανονίσει το σώμα να είναι δήθεν στερεό και η ψυχή δήθεν αέρινη: όμως πότε η μία δύναμις (η οποία έστω για λίγο ήταν ο άνθρωπος στην κοιλία της μητρός του) έσπασε σε δύο μέρη, ψυχής και σώματος; Ας είναι τοιούτως, όμως και το σώμα και η ψυχή δεν είναι προέκταση της μιάς οντολογικής δυναμεως; πώς είναι δυνατόν το ένα  να είναι φθαρτό και το άλλο άφθαρτο. Η μία οντολογική δύναμις είναι την ίδια στιγμή φθαρτή στο σώμα στο κομμμάτι  που μετατρέπεται σε σώμα και άφθαρτη στην ψυχή στο μέρος που μετατρέπεται σε ψυχή. Είναι παράλογο αυτό και ειδικά μετά τη λογικη του Αριστοτέλη έχουμε μάθει ότι κάτι είναι και κάτι δεν είναι, δεν μπορεί το ίδιο πράγμα την ίδια στιγμή να είναι δύο πράγματα.

Μπορούμε να μαντεύσουμε το Μέλλον;

 


Μπορούμε να μαντεύσουμε το Μέλλον;

Ένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα, το οποίο μάλλον απασχολεί το σύνολο των Ανθρώπων είναι το εξής: μπορούμε να μαντεύσουμε το Μέλλον; Μπορούμε να γνωρίσουμε το Μέλλον;

Σε μία πρώτη αντιμετώπιση αυτού του σημαντικού ερωτήματος θα πρέπει  να διευκρινίσουμε τι ακριβώς εννοούμε με τη φράση: μαντεύσουμε, γνωρίσουμε. Σε αυτό το σημείο συμβαίνει ένα σημαντικό λάθος: θεωρούμε ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το μέλλον όπως ακριβώς το παρελθόν: δηλαδή να θέσουμε παραστάσεις στο μυαλό μας και όπως εγνωρίσαμε το παρελθόν παρομοίως με παραστάσεις να γνωρίσουμε το μέλλον. Όμως αυτό είναι αδύνατον διότι το παρελθόν είναι γεγονός, κάτι που συνέβη, υπέπεσε στο μυαλό  μας και στις αισθήσεις μας και μετατράπηκε σε γνώση παραστάσεων, εικόνων και αναμνήσεων.

Άρα θα πρέπει να αλλάξουμε το ερώτημα: μπορούμε να νοήσουμε και να συναισθανθούμε το μέλλον; Αυτό το ερώτημα είναι πιο ορθολογικώς διατυπωμένο: και πιο ρεαλιστικό: όπως αυτή τη στιγμή σκεφτόμαστε το παρελθόν, το νοιώθουμε, παρομοίως θα μπορούσαμε να νοούμε και να διαισθανόμαστε και το μέλλον. Όμως υπάρχει ένα πρόβλημα: από τις Χ νοήσεις μας και τις Ψ ενσυναισθήσεις μας μπορεί να συμβούν κάποιες και όχι όλες. Άρα και αυτή η προσέγγιση του μέλλοντος είναι αρνητική.

Ας αλλάξουμε και πάλι τη διατύπωση: μπορούμε να διαμορφώσουμε εμείς το μέλλον μας; Αυτό είναι η πλέον σωστή διατύπωση: εάν ειδικά προβούμε στην παρακάτω διασαφήνιση: παρόν δεν υπάρχει, αλλά αντιθέτως υπάρχει μία διαρκής κίνηση: άρα αυτή τη στιγμή 12.01 λεπτά όσα έχω πράξει είναι ήδη παρελθόν και όσα κάνω και θα κάνω 12.02 είναι μέλλον: άρα σε απόσταση λεπτού διαμορφώνω το μέλλον μου και το γνωρίζω. Άρα ποιο είναι το πρόβλημα με την πρόβλεψη  του μέλλοντος; Το βάθος χρόνου: θα μπορούσαμε σε αυτό το σημείο να σημειώσουμε ότι εάν συμφωνήσουμε ότι δεν μπορούμε να μαντεύσουμε να γνωρίσουμε να νοήσουμε να νοιώσουμε το μέλλον, μπορούμε να το διαμορφώσουμε: όμως έρχεται άλλο πρόβλημα:  σε βάθος χρόνου δεν έχουμε υπομονή και απογοητευόμαστε, επίσης είναι δυνατόν να μην ενεργοποιούνται οι επιλογές μας και να γίνονται άλλα αντί άλλων. Σε κάθε περίπτωση όμως το πέρασμα του χρόνου αποκαλύπτει το μέλλον και τα μελλούμενα μέσα από τις πράξεις μας και τις σκέψεις μας.

Άρα η προμαντεία του μέλλοντος είναι πρόβλημα χρόνου: μπορούμε να γνωρίσουμε  γιατί εμείς το πράττουμε το μέλλον των επομένων 5 λεπτών όχι όμως το μέλλον σε 50 χρόνια αν και εμείς το διαμορφώνουμε ή τουλάχιστον συμμετέχουμε με θετικό ή αρνητικό τρόπο, με εξουσιαστικό ή υπεταγμένο τρόπο. Άρα είναι ψευδοπρόβλημα η γνώση του μέλλοντος: θα έπρεπε να συζητούμε το εάν όπως σκεφτόμαστε το παρελθόν μπορούμε αντίστοιχα να πράττουμε και να διαμορφώνουμε το μέλλον: εάν σκεφθούμε ότι η Γνώση έχει δύο πόδια: την ανάμνηση και την πράξη, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι όπως αναμιμνήσκουμε του παρελθόντος μπορούμε να πράττουμε το μέλλον μας: άρα στο Χρόνο εκτελούμε όλες τις κινήσεις άρα ελέγχουμε το χρονικό πέρασμά μας.

Περί της Οντολογικής αναρχίας, αθεΐας, ανυπαρξίας.

 


Περί της Οντολογικής αναρχίας, αθεΐας, ανυπαρξίας.

Εισάγουμε λοιπόν τον Όρο της Οντολογικής αναρχίας, αθεΐας, ανυπαρξίας: ο ένας όρος επικοινωνεί σε ελεύθερο Οντολογικό περιβάλλον ολοκληρωτικά με τον επόμενο: εάν σκεφθούμε τον τρόπο κατά τον οποίο οι προσωκρατικές αρχές ωδήγησαν στην εφεύρεση θεού και ανθρώπου και από εκεί στην πλήρη ελεγξιμότητα των όντων, καταλαβαίνουμε ότι μέσα σε ένα ευρύτερο συμπαντικό περιβάλλον καταργώντας την έννοια κάθε Αρχής διαλύουμε και τα εφευρήματα περί θεών και ανθρώπων: η αναρχία έχει να κάνει με το ότι μέσα στο Είναι όλα είναι συνέχεια δυνάμεων και ανακατανομών, και καμμία μα καμμία δύναμις δεν μπορεί να θεωρηθεί τώρα Αρχή και μετέπειτα ως Τέλος. Αποτελεί πρόσκαιρη εφεύρεση η έννοια της Αρχής, διότι μαζί με την αρχή διαλύεται κάθε προηγούμενο που φέρει την αρχή και κάθε επόμενο το οποίο πλέον δεν καθορίζεται από το Όν ως τέτοιο αλλά από τους ανθρώπους κατά τρόπου που διαλύει την οντολογική πορεία των δυνάμεων και εισαγάγει την ανθρώπινη λογική παντού.

Η δήθεν πρώτη Αρχή καταργείται και δεν υφίσταται, ή τουλάχιστον αποκαθίσταται στην αδήριτη οντολογική συνέχεια: άρα όλες οι δυνάμεις είναι ως οντολογικές απρόσωπες ως τέτοιες δυνάμεις συνεχείας και δημιουργικότητας, αυτοδημιουργικότητας: άρα δεν χρειάζεται κανένας θεός να καθοδηγήσει όλα όσα οντολογικά αυτοκαθοδηγούνται: άρα ο άνθρωπος δεν αποτελεί δημιούργημα κανενός παρά ανακατανομή οντολογικών δυνάμεων: ώστε θεός και άνθρωπος επιστρέφουν στην οντολογική τους θέση η οποία είναι ότι αποτελούν πρόσκαιρη σύνθεση χαοτικών δυνάμεων , τέτοιες συνθέσεις αποτελούν συνεχώς τρόπο του όντος: όλα Είναι ως πορεία ως Κίνησις ως συνέχεια.

Καθώς ο Άνθρωπος ατενίζει το Όλον δεν νοιώθει καθόλου ύλη ούτε πνεύμα παρά ό,τι είναι: καλούμαστε να καταργήσουμε κάθε φιλοσοφικό ή θεολογικό προσδιορισμό βυθίζοντας τον Άνθρωπο στην ατομική οντολογική του πορεία: ένα αστέρι δεν γνωρίζει ότι είναι αστέρι αλλά γνωρίζει την ατομική του πορεία, και ο ελέφαντας λίγο πρίν πεθάνει πηγαίνει σε ένα γνωστό σε αυτόν μέρος και πεθαίνει χωρίς φόβο και τύψεις: καταργώντας κάθε έννοια Αρχής και Ύπαρξης απελευθερώνουμε τις πραγματικές οντολογικές δυνάμεις που κινούν όλα τα όντα αυτής της διάστασης και απελευθερώνουμε τις γνήσιες οντολογικές τους πορείες στο άπειρο στο χάος στο ήδη υπάρχον.

Ήδη η ηλεκτρονική εποχή στηρίζεται στην εκμηδένιση του φιλοσοφικού και θεολογικού μοντέλου του υπεταγμένου σε αρχές και φύση και ιδέες και αξίες ανθρώπου: Η ηλεκτρονική εποχή στηρίζεται στην πλήρη αποκοπή του ανθρώπου από το Όν και στην τελική επικράτηση της Αρχής του θεού και του ανθρώπου ως ιδέες και αξίες διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει απελευθερωμένος στο όν αλλά πάντα πρέπει να ζεί στηριζόμενος σε ιδέες και αξίες: όπως της καθοδηγουμένης γνώσης της ηλεκτρονικής εποχής. Καταργώντας λοιπόν κάθε έννοια αρχής θεού και ανθρώπου απελευθερώνουμε τις δυνάμεις ως τέτοιες πέρα από ονόματα και ταξιθετήσεις και τις αφήνουμε στις ελεύθερες ατομικές συμπαντικές απελεύθερες πορείες προς τη δική του Ιθάκη.

Η φιλοσοφία ειδικά από τον Πλάτωνα και έπειτα δεν έκανε τίποτε άλλο από το να κλείσει τον άνθρωπο σε ανυπόστατες ιδέες και αξίες οι οποίες είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: υποβάθμισαν τον άνθρωπο σε παθητικό δέκτη μιάς κεντρικής πηγής που αναβλύζει ιδέες και αξίες ξεχνώντας ότι μέσα στο Όν καμμία δύναμις δεν μερίζεται σε ιδέα και αξία, όλα αυτά αποτελούν αυθαιρεσίες ανθρώπων που θέλουν να εξουσιάσουν, ξεχνώντας ότι μέσα στο Είναι όλοι είναι απελεύθεροι στις ατομικές τους πορείες και δεν χρειάζεται μία κεντρική πορεία να επιβάλλεται στους πολλούς.