Γιατί οι Εθνικές γαίες, το παράδειγμα του Θεσσαλικού κάμπου, αποδεικνύουν τον αποικιοκρατικό χαρακτήρα του νεοελληνικού κράτους μετά την Επανάσταση του 1821;
Όλοι θα περιμέναμε ότι ένα Εθνικό κράτος, όπως το Νεοελληνικό κράτος (3/2/1830) το οποίο μάλιστα προέκυψε μέσα από τη βαθεία σκλαβιά της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αυτό το Εθνικό κράτος θα ήταν Ελληνικό υπό την έννοια ότι θα ενδιαφερόταν πραγματικά για την ευημερία των Ελλήνων κατοίκων του. Τηρουμένων των αναλογιών ότι η γή αποτελούσε (στο τέλος του 19ου και στις απαρχές του 20ου ) την κυρία πηγή ζωής και παραγωγής πλούτου, το παράδειγμα των Εθνικών γαιών αποκαλύπτει ότι το Νεολλεηνικό κράτος δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα εξουσιαστικά ευρωπαϊκής υφής δεδομένα, όχι πάντως να υπηρετήσει την πολιτική και ιστορική πρόοδο και ωφέλεια των Ελλήνων Πολιτών του.
Ας θέσουμε μία σειρά στις σκέψεις μας. Μέσα από την διάσκεψη των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη το 1881 παραχωρήθηκε στο νεόδμητο Ελληνικό κράτος το σύνολο της Θεσσαλίας και της Θεσσαλικής γής. Αρκετή έκταση, η οποία εάν μοιραζόταν ορθολογικά στους ακτήμοντες γεωργούς και αγρότες θα καθιστούσε την Ελλάδα αυτάρκη δύναμη, πρωτοπόρα στα βαλκάνια, ευρωπαϊκή αγροτική υπερδύναμη. Εάν μάλιστα όλη αυτή η αγροτική πρόοδος συνδυαζόταν με την ναυτική Ελληνική υπεροπλία, εάν οι πλούσιοι Έλληνες εργάζονταν πραγματικά για το Ελληνικό κράτος, τότε θα συζητούσαμε για την πραγματοποίηση του κράτους του Ρήγα Φεραίου: της Παμβαλκανικής παγκοσμίου βεληνεκούς Ελληνικής δημοκρατίας.
Τα όμορφα τύμπανα άρχισαν να ηχούν από νωρίς. Μέσα από ειδικές συμφωνίες ανάμεσα σε Ελληνικές αρχές και οθωμανικές αρχές (κατ΄αρχάς) έπειτα μέσα από αποφάσεις των Ελληνικών κυβερνήσεων μεταβιβάσθηκαν οι οθωμανικοί τίτλοι σε γαιοκτήμονες, πλουσίους Έλληνας του εξωτερικού,θρησκευτικά ιδρύματα, υπακούοντας στο διαμοιρασμό γής και στην τιτλότητα της γής όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά το καθεστώς του Αλή πασα. Δηλαδή το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος ήταν ανίκανο στην ουσία να προχωρήσει άμεσα σε διαμοιρασμό της γής διαμοιράζοντας το σύνολο των Εθνικών γαιών σε ακτήμονες ώστε να αποκτήσει η γή αξία, οι άνθρωποι ποιότητα ζωής, ο τόπος πρόοδο και εξέλιξη. Πάντως η βιβλιογραφία αναφέρει ότι οι χωρικοί σε αυτό το χρονικό διάστημα (τέλος του 19ου και απαρχές του 20ου αι) διεκδικούσαν μέρη γής ερχόμενοι σε φανερή αντιπαράθεση με τις προθέσεις του Ελληνικού κράτους το οποίο σκόπευε να καταστήσει τη Θεσσαλική γή αντικείμενο πλουτισμού και εκμετάλλευσης των γαιοκτημόνων, πλουσίων Ελλήνων, θρησκευτικών μονών και ιδρυμάτων. Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι δεν επεκράτησε η αρχαία Ελληνική συνείδηση της κοινότητας: το Νεοελληνικό κράτος προσπαθούσε να ομοιάσει με τα δυτικά κράτη όπου οι κοινωνικές διαμάχες ήταν χαρακτηριστικό των νέων Ευρωπαϊκών Εθνών-Κρατών προκειμένου μέσα από τις κοινωνικές διαμάχες πλουσίων και φτωχών να γιγαντώνεται η πολιτική ισχύς των κυβερνήσεων οι οποίες με αυτόν τον τρόπο διαμοίραζαν τον πλούτο διαιωνίζοντας τους κοινωνικούς εσωτερικούς αγώνες αποφεύγοντας μάλιστα άλλες Εθνικές ή πνευματικές διεκδικήσεις: τα Ευρωπαϊκά κράτη όπως και το Νεοελληνικό έδιδαν όλο και περισσότερο βάση στον πλούτο και στις κοινωνικές διαμάχες περί του πλούτου ώστε ο κόσμος να στραφεί στον υλικό προσδιορισμό ενάντια σε κάθε άλλη μορφή πνευματικού ή αξιακού κράτους η οποία θα γεννούσε αλυτρωτικές και άλλες διεκδικήσεις.
Ας σημειώσουμε ότι στην Πελοπόννησο ο Κομμουνδούρος το 1871 είχει προχωρήσει σε αναδασμό της γής, των Εθνικών γαιών σε ακτήμονες. Φαίνεται όμως ότι στην «παλαιά» λεγομένη Ελλάδα οι συμφωνίες ήταν άλλες, και το σχεδόν φεουδαρχικό καθεστώς της Θεσσαλίας ετοίμαζε άλλες καταστάσεις (επικράτηση της καπιταλιστικής λογικής, αντιΕλληνική πολιτική διεκπεραίωση των πολιτικών πραγμάτων ώστε οι ολίγοι να καθορίζουν τη μοίρα των πολλών σύμφωνα και με τον καπιταλιστικό βιομηχανισμό της δύσης: η Ελλάς έπρεπε να αναπτυχθεί όχι στις δικές της δημοκρατικές αρχαιοΕλληνικές κοινωνικές κοινοτιικές δομές αλλά έπρεπε να δομηθεί επάνω στο ευρωπαϊκό πλουτοκρατικό σύστημα πλουσίων και φτωχών ώστε να εναρμονισθεί με το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος).
Η έκταση των 395 τσιφλικίων στη Θεσσαλά κατελάμβανε έκταση 6.000.000 στρεμμάτων.Από τα 658 χωριά τα 450 ήταν τσιφλίκια και μόνον τα υπόλοιπα κεφαλοχώρια: το ότι το Ελληνικό κράτος δεν έκανε σταδιακά τα πάντα κεφαλοχώρια αυτοδιαχειριζόμενα από τους αγρότες φανερώνει ότι ήθελε μία Ελλάδα διακρίσεων, κοινωνικώνανισοτήτων υπόχρεη σε προστάγματα ευρωπαίων ταγών: εξάλλου πολλοί βουλευτές των κυβερνήσεων ήταν οι ίδιοι τσιφλικούχοι.
.jpg)