Περί κάποιων θεμάτων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Θέμα 1ον.
Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων είχε δώσει στους αυτοκράτορες της δυναστείας των Παλαιολόγων ολοκληρωμένο σχέδιο όταν πλέον εφαίνετο η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως. Τους είχε προτείνει να μεταφερθεί η πρωτεύουσα του Βυζαντίου στην Πελοπόννησο, να οχυρωθεί η Πελοπόννησος και να αποτελέσει τη συνέχεια του Ελληνισμού. Η αόρατος χείρ, η οποία κυβερνά και κατευθύνει την ιστορία, αυτή που δεν ευρίσκεται ούτε σε πηγές ούτε σε έγγραφα, αλλά κατανοείται πολύ αργότερα μέσα από τα γεγονότα, δεν το εδέχθη. Έπρεπε η ανατολή να σκλαβωθεί στους οθωμανούς και η δύση να συνεζίσει τον χριστιανικό ανθρωπισμό του βυζαντίου. Εξάλλου όλος ο δρόμος και όλος ο χάρτης του τότε γνωστού κόσμου είχε προσεκτικά σχεδιασθεί. Από τον ιουδαϊσμό έως το χριστιανισμό και τον μωαμεθανισμό όλοι οι άνθρωποι οι οποίοι διέμειναν σε περιοχές ιστορικού ενδιαφέροντος είχαν μάθει να υποτάσσονται σε μία θεϊκή δύναμη και σε μία πολιτική δύναμη απεσταλμένη της πρώτης.
Σε παγκόσμια βάση λοιπόν είχε δημιουργηθεί ένα κράτος ίδιας δομής και εννοίας: από το οθωμανικό έως το βυζαντινό και το δυτικό: το μόνο που έπρεπε να γίνει είναι να χαραχθούν τα δήθεν σύνορα για τα μάτια της ιστορίας: το βυζάντιο δεν χρειαζόταν πλέον: καλλίτερα: δεν χρειαζόταν η ορθοδοξία του. Διότι η ορθοδοξία παρουσίαζε ένα δομικό πρόβλημα. Σταδιακά έπρεπε να εξαφανισθεί ο θεός από τη ζωή των ανθρώπων, διότι έπρεπε να εμφανισθεί ο άνθρωπος της σκέψης και πράξης που θα διαχειριζόταν μόνος του τα περιβάλλοντα και τις υποθέσεις της γής. Μία προσεκτική ματιά στο μεγάλο σχίσμα της ανατολικής και δυτικής εκκλησίας αποκαλύπτει κάτι το πολύ ενδιαφέρον: οι βάρβαροι δυτικοί οι οποίοι έφεραν μέσα τους βόρειο παγανισμό, πίστη σε μορφές οι οποίες για το χριστιανισμό ήταν δαιμονικές, επίσης είχαν μάθει το χριστιανισμό από τον Άρειο (ο οποίος ξεχωρίζοντας τον κτίστη θεό από το κτίσμα Ιησού έδιωχνε το θεό στο σύμπαν και κρατούσε τον άνθρωπο Υιό στη γή) οι βάρβαροι λοιπόν δυτικοί δεν μπορούσαν να αποδεχθούν την ορθοδοξία η οποία τελείως αρμονικά δεχόταν το θεό και τον Ιησού ως μία ουσία με δύο πρόσωπα, ο Ιησούς ήταν το ίδιο θεός και άνθρωπος. Αυτό δούλευσε μία χαρά μέχρι οι άνθρωποι να υποταχθούν πλήρως στο θαύμα της ενανθρωπήσεως του Θεού, κάτι το πρωτόγνωρο στα παγκόσμια έλλογα ιστορικά χρονικά.
Ας προσέξουμε τούτο: Μέσα από τις αυτοκρατορίες, μέσα από την εμπορική, οικονομική, πνευματική επαφή για πρώτη φορά οι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν τη γή ως τόπο κοινής εκμετάλλευσης και συνύπαρξης: το θαύμα του βυζαντίου είχε αποδείξει κάτι το εκπληκτικό: για πρώτη φορά οι άνθρωποι μπορούν να ενωθούν κάτω από μία δύναμη: για πρώτη φορά εκατομμύρια ανθρώπων (περίπου 250 εκατομμύρια πλησίασε στο απόγειό της η βυζαντινή αυτοκρατορία) ενώθηκαν κάτω από τον Ιησού και τον εν Χριστώ αυτοκράτορα: αυτό άνοιξε τους ιστορικούς ασκούς του Αιόλου: οι άνθρωποι ένοιωσαν την συλλογική δύναμή τους, άρα άρχισαν να μην θέλουν τον Ιησού ως θεό όσο ως άνθρωπο, επίσης άρχισαν να μην θέλουν τον αυτοκράτορα διότι σταδιακά άρχισαν να νοιώθουν ότι ο Ιησούς ήταν φίλος όλων άρα όλους τους φώτισε: δεν είναι τυχαίο ότι ολίγα χρόνια αργότερα εμφανίσθηκε ο Καρτέσιος λέγοντας ότι όποιος σκέπτεται υπάρχει.
Άρα αυτός ο άνθρωπος ο οποίος άρχισε να σκέπτεται και να αντικαθιστά διά της σκεπτικής του ικανότητος το θεό εθέλησε να μείνει σταδιακά μόνος του στη γή. Η ιστορική κατανομή των μονοθεϊστικών περιοχών μετά την πτώση της Πόλης δεν είναι τυχαία: το βυζάντιο εξαφανίσθηκε διότι έπρεπε να εεξαφανισθεί η ορθοδοξία του, η ισότητα του Ιησού ως θεού και ανθρώπου: αυτό όπως είδαμε δεν εβόλευε πλέον. Άρα η σκυτάλη εδόθη στη δύση (η οποία χαρούμενη παρακολούθησε την υπαγωγή της Πόλης στο μωάμεθ) και στην ανατολή: πώς όμως; Η δύση κληρονόμησε την επομένη ιστορική αποστολή: έπρεπε να αποδείξει ότι ο άνθρωπος είχε πάρει από τον ενανθρωπήσαντα θεό όλες εκείνες τις ικανότητες ώστε να αυτοϋπάρξει: συλλήβδην η πλατωνική και η αριστοτελική κοσμοθεωρία και ανθρωποθεωρία ξεχύθηκαν ως θύελλα στη δύση και εδημιούργησαν διά του χριστιανισμού την επιστήμη, την βιομηχανία, την πολιτική.
