Ας αρχίσουμε αυτή τη εργασία μας αναφέροντας ένα αυτονόητο επιχείρημα σχετικά πάντα με το θέμα μας:Το να αποκαλεί κανείς τους θεούς των Ελλήνων ανήθικους αποτελεί απλά λογικό λάθος και παραλογισμό, διότι προσάπτει στις θείες οντότητες των Πατέρων μας μία έννοια ανύπαρκτη κατά την εποχή όπου παρεδόθη το Ολύμπιον Πάνθεον. Ομοιάζει η όλη ιστορία σαν να ισχυριζόμαστε ότι οι Έλληνες ήταν υποανάπτυκτοι επειδή δεν είχαν κινητά τηλέφωνα.Κανείς και τίποτε δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σε σχέση με κάτι το οποίο εμφανίσθηκε πολύ μετέπειτα. Εξάλλου και η ηθική των μονοθεϊστών μεταβάλλεται εάν θυμηθούμε τις δύο γυναίκες του Αβραάμ κάτι που έπειτα στην καινή διαθήκη απετέλεσε αμαρτία.
Μετά ειδικά την Κριτική του Πρακτικού λόγου του Καντίου γνωρίζουμε ότι η ηθική προέρχεται μέσα από την αντίστοιχο γνωσιολογία. Η Ηθική εμφανίσθηκε εκεί όπου καθιερώθηκε η ιδέα η οποία νοητικοποιώντας το Όλον, προχώρησε στην ίδρυση μιάς μικράς φύσεως εντός του ανθρωπίνου μυαλού, αυτή η φύσις όμως προσπελαύνεται μόνον μέσα από συνεπείς πράξεις οι οποίες λόγω του έθους της επαναλήψεως ονομάσθηκε ηθική. Γι αυτόν τον πολύ απλό λόγο ο χριστιανισμός στηρίχθηκε στην ηθική. Ο Σωκράτης νοητικοποιώντας το όλον αντικατέστησε την πραγματική φύση των προσωκρατικών με τη νομιναλιστική φύση του Πλάτωνος εντός του μυαλού. Από εκεί ξεπήδησαν οι αρετές και οι ιδέες του καλού και του ωραίου. Ο Αριστοτέλης προσέφερε στο χριστιανισμό μέσα από τα Μεταφυσικά το ξεχωριστό υποκείμενο ως μορφή και ιδέα. Το επόμενο βήμα ήταν εύκολο για τους χριστιανούς και την αποθεωτική ηθική τους. Έχοντας ο άνθρωπος εντός του μυαλού του τον κόσμο και την πορεία του εαυτού του ως νοητική πορεία σύμφωνα με τις επιταγές του θεού εντός αυτού του κόσμου δεν είχε πλέον να σκεφθεί τίποτε παρά μόνο να πράττει όσα επιτάσσει στον ήδη προδιαγεγραμμένο δρόμο του θεού αυτός ο θεός, η μετεξέλιξη του πρώτου κινούντος ακινήτου του Αριστοτέλους. Ενώπιον του θεού γεννάται το μέγεθος της πραγματικότητος και ο άνθρωπος κρίνεται μέσα από τις πραγματικές πράξεις οι οποίες απέκτησαν το όνομα της ηθικής. Ολίγοι έχουν κατανοήσει ότι ο Αριστοτέλης αποτελεί με τη θεωρία του περί της ουσίας (Μεταφυσικά , βιβλίον Ζ) το όριο ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο ενορατικό πρόσωπο. Ο Αριστοτέλης ουσιοποιώντας το κάθε υποκείμενο αποδέχθηκε ότι ο Οδυσσέας δεν αποτελεί ποιητικό συμπαντικό υποκείμενο, ο Δίας δεν αποτελεί ενορατική αντανάκλαση των συμπαντικών δυνάμεων, αλλά πραγματικό υποκείμενο το οποίο ελέγχεται από το πραγματικό υποκείμενο Θεός μόνο διά της φυλακής της επαναλαμβανομένης και ντετερμινιστικά καθοριζομένης πράξης της ηθικής.
Αυτό εξάλλου το σημείο αποτελεί και το διαχωριστικό σημείο ανάμεσα στον αν-ηθικό Πρωταγόρα και το δήθεν ηθικό Σωκράτη. Ισχυριζόμενος ο μέγας σοφιστής ότι ο άνθρωπος αποτελεί μέτρο του παντός αρνήθηκε να δώσει τη χροιά του προσδιοριζομένου και του συγκεκριμένου και του καθοριζομένου στον άνθρωπο και στις πράξεις του, μη δεχόμενος να διαχωρίσει δυαλιστικά τα όρια ανάμεσα στο νού και στην πράξη.
.jpg)