Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Ελληνική Θέαση.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Ελληνική Θέαση.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιατί οι Έλληνες δεν πίστευαν σε κανένα θεό;


 Ως γνωστόν το ρήμα πιστεύω ετυμολογικά παράγεται από το ρήμα πείθω.Σημαίνει ότι ο άνθρωπος πείθεται από κάποια δύναμη και ενέργεια προκειμένου να την αφήσει να τον επηρεάσει πνευματικά,ψυχικά και σωματικά.Όμως η πειθώ (πίστις) ξεκινά από τον ανθρώπινο νού διότι προϋποθέτει δύο αντισυμβαλλόμενα μέρη.Τον πομπό και το δέκτη.Ο πομπός προσφέρει τα μηνύματά του και ο δέκτης τα πιστεύει δηλαδή πείθεται σε αυτά και τα ακολουθεί.Όμως η διαδικασία είναι πολύ συγκεκριμένη.Δεν συζητούμε για άκριτο πίστη –πειθώ μιάς κατωτέρας δύναμης σε κάποια ανωτέρα δύναμη,αλλά για ισοδύναμη νοητική και αξιολογική πειθώ του ανθρώπου προς τις συμπαντικές δυνάμεις τις οποίες ανακαλύπτει με το νού του και την πράξη του.Έπειτα αφού πρώτα συνειδητά τις αναλύσει και τις κατηγοριοποιήσει,τις μεταλλάξει σε τρόπο γνώσης και αξιολογικής πράξης, τότε και μόνον τότε πείθεται(πιστεύει) σε αυτές,όχι λατρευτικά αλλά νοητικά αποδίδοντας τιμή και ευρισκόμενος συνεχώς σε διαλεκτική σχέση με το αντικείμενο της πειθούς – πίστεως.

Πράγματι η νοητική φιλοσοφία των Ελλήνων πείθεται στο θείο και το πιστεύει ως νοητική πορεία εκ της οποίας ο άνθρωπος φωτίζεται μέσα από τη διαρκή και ισότιμη πνευματικά συνύπαρξη με τις δυνάμεις του σύμπαντος. Εξάλλου η απροθυμία των Ελλήνων να συγκεκριμενοποιήσουν κάποιο θεό,απλά φανερώνει το ότι όταν πίστευαν (επείθοντο) σε κάποια συμπαντική δύναμη απλά άρχιζαν τη διαλεκτική νοητική πορεία αφομοίωσής της για προσωπικό και πολιτειακό καλό.Η πίστις ήταν νοητικό μέγεθος. Ανέλυαν τη δύναμη,την μετέτρεπαν σε νοητικές και αξιολογικές κατηγορίες προκειμένου επάνω σε αυτή να δομήσουν τον εαυτό τους και την πόλη τους. Ποτέ δεν πίστευσαν μέσα από μία παθητική πειθώ η οποία απλά υποβίβαζε τον άνθρωπο και τον κόσμο σε φερέφωνα του πιστευομένου θείου.Συζητούμε για ενεργό  συνειδητή και νοητική πίστη –πειθώ η οποία έφερε τον άνθρωπο σε θέση νοητικού συζητητή του θείου,σε θέση να ανακαλύψει τις  συμπαντικές διαπλαστικές δυνάμεις προκειμένου να τις εισαγάγει διά της φιλοσοφίας,της επιστήμης και της πολιτειολογίας στη ζωή του.

Ευήμερος ο Μεσσήνιος.

 


Ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος της Κυρηναϊκής Σχολής, φίλος του βασιλιά Κασσάνδρου (311-298 π.Χ.).

Με παραγγελία του Κασσάνδρου, ο Ευήμερος ταξίδεψε στη νήσο Παγχαία του Περσικού Κόλπου. Στο έργο του Ιερή Αναγραφή περιγράφει τη ζωή των κατοίκων του νησιού αυτού, ισχυριζόμενος ότι ήταν Κρητικοί που μεταφέρθηκαν εκεί με εντολή του ίδιου του Δία, και ζούσαν στην Παγχαία με καθεστώς κοινοκτημοσύνης. Την «αναγραφή» αυτή ο Ευήμερος αφήνει να εννοηθεί ότι τη διάβασε σε βωμό της Πανάρας, της πρωτεύουσας της Παγχαίας, και έγραφε ότι ο Ουρανός, ο Κρόνος και ο Ζεύς υπήρξαν βασιλιάδες της Παγχαίας και θεοποιήθηκαν μετά τον θάνατό τους.

Ξεκινώντας από αυτό, ο Ευήμερος διαμόρφωσε τη θεωρία που έγινε γνωστή ως Ευημερισμός, δηλαδή τη θεωρία ότι οι θεοί ήταν κάποτε άνθρωποι και στη συνέχεια θεοποιήθηκαν. Η θεωρία αυτή μεταφράστηκε από τον Κόιντο Έννιο (Quintus Ennius, 239 - περ. 169 π.Χ.) στα Λατινικά, προκάλεσε ωστόσο αντιδράσεις ιερέων και φιλοσόφων. Ο Ευήμερος δέχθηκε ιδιαίτερη κριτική, συγκεκριμένα ο Πλούταρχος στο έργο του Περί Ίσιδος και Οσίριδος τον αποκαλεί άθεο. Ο Διόδωρος Σικελιώτης (6.1) και ο Λακτάντιος διέσωσαν αποσπάσματα του έργου του.

Η δύναμις της οργής στην Ελληνική κοσμοθέαση.

 



Η λέξις «οργή»  και η δύναμις που  αυτή περικλείει, ενέχει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του Ελληνικού μοντέλου του κόσμου και του Ανθρώπου. Σε καθαρή ετυμολογική βάση η λέξη «οργή» έχει σχέση με το έργο, δηλώνει την εκτέλεση και δημιουργία συγκεκριμένων δυνάμεων και ενεργειών. Εργάζεται κάποιος προκειμένου να συνθέσει κάποιες δυνάμεις προκειμένου να δημιουργήσει νέα όντα, προϊόντα, και καταστάσεις.

Ο Ησίοδος στη Θεογονία του αποκαλύπτει την οργή της Γαίας, εννοώντας τη δύναμη εκείνη η οποία θέλει και επιθυμεί να εξωτερικεύσει δυνάμεις, να φανερώσει προθέσεις, να συνθέσει ενέργειες ώστε να παράξει νέες μορφές και ουσίες. Άρα λοιπόν η Ησιόδεια οργή είναι το έργον της Γής η οποία μέσα από το Χάος και τη Νύκτα, τον Ουρανό και τον Τάρταρο θέλει να εργασθεί με δυνάμεις οντικής συνεχείας προκειμένου να παράξει μορφές και ουσίες οντικής συνέχειας. Η οργή είναι η μεγάλη επιθυμία των μεταχαοτικών δυνάμεων να παράξουν νέες μορφές ζωής, νέες οντικές συνέχειες, νέα συστήματα ζωής. Είναι η μεγάλη δημιουργός και τροφός των όντων που ξεπηδούν μέσα από το χάος. Είναι η οργή το ιερό συναίσθημα της Γαίας προκειμένου δυνάμεις να γνωσθούν και να συντεθούν γεννώντας και αποκαλύπτοντας οντικές συνέχειες και εξελίξεις.