Ο Όμηρος λοιπόν ξεκάθαρα όπως ήδη δείξαμε θεωρεί την απουσία ζωής και θανάτου ως ξεχωριστές καταστάσεις, διότι επί της ουσίας διακρίνει τη μία και συνεχή πορεία του ανθρώπου από τον Όλυμπο στη γή στον Άδη και πάλι σε αυτή τη σειρά έως οι δυνάμεις εξέλθουν στον Ωκεανό και συνεχίσουν την αχανή πορεία τους. Παντού του Ομηρικού έργου η αδιαμφισβήτητη συνέχεια της αιθέριας δύναμης προ σώματος, εν σώματι και έξω του σώματος κυριαρχεί. Οι θεοί συσσωρεύουν τη δύναμη την οποία και θα μεταβιβάσουν στους ανθρώπους, αυτοί θα την μεταβιβάσουν στο στάδιο του α-δη (ασυνειδητότητας) και πάλι στο στάδιο του Ολύμπου έως αυτή η δύναμη να φύγει στα επόμενα οντικά στάδια.
Ώστε ο Όλυμπος συνιστά την καθαρά
οντική επερχομένη δύναμη η οποία εν μορφή συνειδητοποιεί το Εδώ και έπειτα
χωρίς μορφή προσανατολίζεται, αυτή η υπέροχη πορεία της οντικής δύναμης πουθενά
στον Όμηρο δεν σκλαβώνεται σε απομονωμένα στάδια ζωής και θανάτου, αλλά μέσα
από τη συνέχειά της, απλά παρουσιάζεται να έχει πολλά στάδια (σαν τις
περιπλανήσεις του Οδυσσέως) πρίν χαθεί στη συνέχεια του μεγάλου Ωκεανού.
Ο Ησίοδος στο προοίμιο της Θεογονίας μας αφηγείται τη συνάντησή του
στο όρος Ελικών με τις Μούσες οι οποίες
του είπαν ότι επιθυμία των θεών είναι να μάθουν τους ανθρώπους να λένε μόνον
την Αλήθεια. Άρα εάν σκεφθούμε την ποιότητα των μουσών ο Ησίοδος θέτει τους
ανθρώπους να επικοινωνούν με δυνάμεις συμπαντικής συνεχείας προκειμένου να
είναι και να νοιώθουν ελεύθεροι μέσα στο όν ως τέτοιοι. Ήδη ο Ησίοδος φιλοδοξεί
να ξεφύγει από τον αναπαραστατικό ποιητικό λόγο του Ομήρου θέτοντας το δικό του
πραγματικό φιλοσοφικό λόγο οποίος ξεχωρίζει τον κόσμο των φαινομένων από τον
κόσμο των πραγματικών οντικών παραστάσεων. Από την αρχή λοιπόν ο Ησίοδος (και
θα ακολουθηθεί σε αυτό από τον Παρμενίδη) διαχωρίζει τον κόσμο των φαινομένων
από τον κόσμο της Αληθείας, όμως αυτοί οι
δύο κόσμοι δεν διαχωρίζονται και δεν διαχωρίζουν και τον άνθρωπο σε δύο
κομμάτια ξεχωριστά, αλλά τίθενται ως δύο στάσεις ενός κοινού ταξιδιού. Εάν
σκεφθούμε ότι επάνω σε αυτή τη διαφοροποίηση (του φαινομενικού κόσμου από τη
μία και του κόσμου της Αληθείας από την άλλη) στηρίχθηκε το παραπλανητικό για
τη συμπαντική πορεία του ανθρώπου ζεύγος της ζωής και του θανάτου ο Ησίοδος
προσφέρει (και μετέπειτα ο Παρμενίδης και συλλήβδην οι προσωκρατικοί ) την
μακραίωνη ελευθέρα λύση ώστε ο άνθρωπος ποτέ να μην υποπέσει ως θύμα στις
οντολογικές παραχαράξεις θρησκειών, φιλοσοφιών και πολιτικών. Ο Ησίοδος
θεωρώντας ότι οι μούσες, ως φορείς του Όλου, ομιλούν στον άνθρωπο και τον
αφυπνίζουν, συγχρόνως του υποδεικνύουν ότι όλα είναι οδός πορείας και εξέλιξης,
πορείας από το ψέμμα στην αλήθεια. Άρα συνδέεται η ενσώματη θεώρηση της μορφής
με τη συμπαντική γνώση αυτής, και όχι με την μετέπειτα τυφλή συναισθηματική
πίστη. Η ποίηση του Ησιόδου επειδή
φιλοδοξεί να ξεφύγει από την ποιητική συμβολικότητα του Ομήρου και να καταστή
έλλογη αποτύπωση του όλου, αναγάγει το ζεύγος ζωής και θανάτου σε θέματα γνώσης
και συμπαντικής θεώρησης. Η μούσα σε κάθε περίπτωση περίπτωση συνιστά μία πρώτη
βαθμίδα γνώσης η οποία καταργεί κάθε συζήτηση ότι υπάρχει ζωή και θάνατος,
διαφημίζοντας μάλλον ότι υπάρχει συνέχεια γνώση και υπέρβαση: (ομιλεί η μούσα
στον ποιητή) « Έϊ εσείς βοσκοί στα λειβάδια επονείδιστοι και τιποτένιοι, εμείς
ξέρουμε να λέμε πολλά ψέμματα που μοιάζουν πολύ με την πραγματικότητα, αλλά σαν
θέλουμε ξέρουμε να λέμε και την αλήθεια». Έπειτα (σύμφωνα πάντα με τον ποιητή
της Θεογονίας) τον ενέπνευσαν να υμνήσει τους αιωνίους και μακάρους θεούς. Ο
Ησίοδος λοιπόν θεωρεί ότι όλα είναι γνώση πορείας, οδός πραξιακής ολοκλήρωσης,
η ανθρώπινη μορφή ως δύναμις (όχι μόνον νοός, αλλά ως δύναμις τέτοιας
αυτοκαθολικής) συνδέεται με το όν ούσα κομμάτι εκ του σώματός του, άρα η γνώση
δεν αποτελεί στον Ησίοδο νοητικό κομμάτι, όταν η γνώση ξέπεσε σε κάτι το απλά
πνευματικό στον Πλάτωνα και τον
Αριστοτέλη έχασε τον οντολογικό της προσανατολισμό.
Η Ησιόδειος γνώσις η οποία καταργεί κάθε επιβληθένα αντιοντολογικό ζεύγος (όπως είναι αυτό της ζωής και του θανάτου) αποκαθιστά τη γνώση όχι ως υπόθεση μόνον του μυαλού αλλά ως ολιστική πορεία του ανθρωπίνου μορφικού Είναι του συνδεδεμένου με το λοιπό οντικό Είναι κομμάτι του οποίου και είναι. Γνώσις είναι η γεγονυία συνολική ανθρωπίνη δύναμις η οποία συνολικά ως μορφή αποκτά μορφή εις το όν (ζωή) και έπειτα βυθίζεται πάλι σε αυτό (δήθεν θάνατος). Ώστε μέσα από αυτή την ολιστική γνώση ο Ησίοδος σηματοδοτεί την ταύτιση του μύθου με το λόγο πρίν βιαίως ο Πλάτων αντιοντολογικά διαχωρίσει αυτά τα δύο και προκαλέσει την τυραννία του λόγου η οποία υπήγαγε τον κατώτερο άνθρωπο (ο οποίος ξαφνικά έμαθε να ζεί μόνον με το νού του ο οποίος απλά αποτελεί ένα πολλοστημόριο της ανθρώπινης ύπαρξης) στο να βλέπει τα πάντα μέσα από την αντανάκλαση του παντός στο ανθρώπινο μυαλό ως ιδέα.
