Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Ανάστασις.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Ανάστασις.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η Οντολογία της Αναστάσεως.

 


Η Οντολογία της Αναστάσεως.

Η Ανάστασις ετυμολογικά προέρχεται από την πρόθεση ανα+το ρήμα: ίστημι: Μάλιστα προέρχεται από το θέμα  του β΄αορίστου =έστην, το οποίο είναι παθητικής διαθέσεως με μετοχή: στάς-στάσα-στάν: στάθηκα: άρα Ανάστασις σημαίνει ότι υπό κάποιας δυνάμεως καταφέρνω και στέκομαι και πάλι όρθιος. Το επίρρημα ανασταδόν στον Όμηρο σημαίνει ότι στέκομαι και καταφέρνω υπό μιάς δυνάμεως να είμαι όρθιος.

Άρα ο Ελληνικός Οντολογισμός έδωσε και πάλι τα υλικά στο χριστιανισμό να δομήσει την δογματική του διδασκαλία με την οποία εκυβέρνησε και κυβερνά την οικουμένη. Εάν όμως προσέξουμε θα ιδούμε ότι η Ανάστασις του Ιησού απλά επαναφέρει κατά εικονικό και ανθρωποκεντρικό τρόπο όσα ειπώθηκαν από τους θείους προσωκρατικούς φιλοσόφους: ας το παρακολουθήσουμε.

Το σύνολο της προσωκρατικής φιλοσοφίας είναι καθαρά οντολογικό: οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι θεώρησαν ότι δεν υπάρχει ζωή και θάνατος αλλά μία ανώλεθρος και άφθαρτος και ατελεύτητος δύναμις η οποία συνεχώς υπάρχει αλλά με άλλες μορφές: δηλαδή: η δύναμις του ανθρώπου: η δύναμις του ανθρώπου είναι μία ανώλεθρος άφθαρτος και αθάνατος: απλά αποκτά μορφές οι οποίες εναλλάσσονται ανάμεσα στο πνεύμα και στο σώμα, όμως η κοινή ανθρώπινη δύναμις είναι αθάνατος και άφθαρτος για αυτό και ο άνθρωπος πάντα υπάρχει, έως ότου τουλάχιστον θα υπάρχει η ανώλεθρος οντολογική  δύναμις η οποία τον κινεί.

Η ανακάλυψις των προσωκρατικών είναι κομβική: το Θάλειον ύδωρ, το Ηρακλείτειο  πύρ, το Αναξιμάνδρειον Άπειρον, ο αήρ του Αναξιμένους είναι οι αιώνιες και άφθαρτες και ανώλεθρες δυνάμεις οι οποίες ούτε ζούν ούτε πεθαίνουν απλά διαμοιράζουν τις δυνάμεις του όλου και προκαλούν τις μορφές οι οποίες είναι μεταβολές και μετατροπές της μίας οντολογικής ανωλέθρου δυνάμεως.

Δεν υπάρχει ζωή και θάνατος για τους προσωκρατικούς: το Παρμενίδειον όλον αυτό ακριβώς υποδηλώνει: αρνούμενο την κίνηση ουσιαστικά δέχεται την επαναληπτικότητα της μιάς και ανωλέθρου δυνάμεως η οποία συνέχει τα πάντα: δηλαδή: όλα  Είναι , όλα Είναι μέρος ενός καλοαρμονισμένου όλα, έρχονται και παρέρχονται και πάντα όλα υπάρχουν λές και δεν κινούνται: εγώ φεύγω ο υιός μου έρχεται πάντα κάποιος άνθρωπος θα υπάρχει άρα ο δικός μου θάνατος σημαίνει ότι η γένεσις του υιού μου ισοδυναμεί με την δική μου ανάσταση.

Όλες αυτές οι προσωκρατικές οντολογικές θεάσεις έμειναν σε φυσικό επίπεδο: γιατί; Εδώ  υπάρχει μία σημαντική επισήμανση την οποία λίγοι αναμοχλεύουν: ο άνθρωπος της εποχής των προσωκρατικών, ζώντας μέσα στις φυσικές δυνάμεις, στο κοσμικό συμπαντικό γίγνεσθαι, δεν ένοιωθε ότι ζεί και πεθαίνει όπως το ένοιωθε ο άνθρωπος της εποχής του Ιησού: ο άνθρωπος της εποχής των προσωκρατικών ένοιωθε ότι έρχεται  και φεύγει όπως οι συμπαντικές δυνάμεις της βροχής, τα φύλλα των δένδρων, το χιόνι, η φωτιά. Ένοιωθε ότι είναι φυσική δύναμις ερχομένη και φεύγουσα και επανερχομένη. Ο άνθρωπος των προσωκρατικών ήταν σύνολο  συμπαντικών δυνάμεων,ώριμος ως προς τη συμπαντική κινητικότητά του. Οι θεοί του αυτό αντιπροσώπευαν: ότι οι δυνάμεις του ουρανού, τα άστρα, οι ποταμοί, η γή, ο άνθρωπος μέσα σε όλα αυτά, είναι όλα  αυτά δυνάμεις που έρχονται και επανέρχονται σε ένα ατελεύτητο παιχνίδι της ανωλέθρου δυνάμεως: δεν υπάρχει ζωή και θάνατος αλλά μόνον ροή: για αυτό και ο Ευριπίδης θέτει το παιχνίδι της Αλήθειας της Ωραίας Ελένης να πηγάζει από την  Ήρα (ροή): Σε αυτό το ανθρώπινο μοντέλο ο Θαλής και οι λοιποί  ηύρον το αθάνατο στοιχείο  του ύδατος  ,του πυρός, του απείρου και του αέρος,  για να δηλώσουν ότι οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν αλλά η παραμόνιμη δύναμις που τους κινεί ως ύδωρ, πύρ, άπειρο, αήρ, μένει: άρα οι άνθρωποι ζούν, πεθαίνουν, ανασταίνονται, επί του σταθερού στοιχείου σύμπαντος που τους κινεί: απλά η ανάστασις σε αυτό το επίπεδο είναι κυριολεκτική: οι άνθρωποι ξαναστέκονται στα πόδια τους μέσω των απογόνων οι οποίοι συμβολίζουν την ανάσταση με διαφορετική μορφή των πατέρων τους και μητέρων τους, πάντως όλοι συμβολίζουν την αιωνιότητα της ανωλέθρου δυνάμεως η οποία τους κινεί.

Η Ανάστασις εις τους Έλληνας και εις τους Χριστιανούς.

 


Διαβάζουμε για έναν περίεργο ανταγωνισμό «Αναστάσεων» ανάμεσα σε «Ελληνιστές» και «Χριστιανούς». Οι μέν πρώτοι διατείνονται ότι εις τους Έλληνας υπήρξαν σειρά Αναστάσεων (αναφορά γίγνεται στον Ορφέα, Διόνυσο, Οδυσσέα κ.α) οι δεύτεροι βέβαια αναφέρονται στη γνωστή Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Επίσης γίγνεται αναφορά και στην περίφημη συνάντηση ανάμεσα στους Αθηναίους και στον χριστιανό Σαούλ-Παύλο ο οποίος τους ξένισε κάνοντας αναφορά στην Ανάσταση του Ιησού διότι διά τους Έλληνας αυτό το γεγονός ως σκέψη και πράξη ήταν παντελώς κάτι το άγνωστο και παράδοξο.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο λογικό λάθος σε όλα αυτά, είναι το ίδιο βέβαια λογικό λάθος το οποίο επισυμβαίνει και στην εποχή μας σήμερα. Γενικά όπου υπάρχει η προσπάθεια διαχωρισμού των εποχών σύμφωνα με το σύνθημα «αυτή η εποχή είναι αυτό και για αυτό είναι καλύτερη από κάποια άλλη» εκεί συμβαίνουν πάμπολλα όσα λογικά λάθη διότι χάνεται ο τρόπος της συνεχείας. Η Ανάστασις του Ιησού συνέβη 3 χρόνια (σύμφωνα με όσα έχουν επικρατήσει από όσες πηγές έχουν επικρατήσει και δεν θα συζητήσουμε πράγματα τα οποία αλλαχού τα έχουμε αναλύσει) αφ΄ής στιγμής ο Ιησούς ενεφανίσθη: το έργο του Ιησού είχε χαρακτηριστικά άγνωστα στον αρχετυπικό Ελληνισμό (αυτό όμως δεν προβληματίζει αυτούς οι οποίοι θεωρούν ότι υπήρξε Ανάστασις της Ευρυδίκης ή του Διονύσου): αναφερόμεθα στην έννοια της αμαρτίας, στο σκληρό δυαλισμό σαρκός και πνεύματος, στην υπακοή σε ένα προσωπικό θεό, στη συγκεκριμένη αποφυγή του απείρου και του αχανούς, στη συγκεκριμένη πορεία από τον άνθρωπο προς το θεό των χριστιανών. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άνθρωπος της μεταελληνιστικής εποχής όπου έζησε ο Ιησούς είχε ένα χαρακτηριστικό το οποίο ήταν παντελώς άγνωστο στον αρχετυπικό Ελληνισμό: ένοιωθε περισσότερο σάρκα παρά πνεύμα, ύλη παρά φώς, και επιζητούσε στο χαοτικό ρωμαϊκό κόσμο έναν άνθρωπο (θεό) να τον βοηθήσει σε πιο συμπαντικές βάσεις. Άρα η Ανάστασις του Ιησού αναφέρεται σε αυτόν αποκλειστικά τον  πεπτωκότα Άνθρωπο και σε κανέναν άλλον. Υπό την έννοια ότι στην Ελληνική μυθολογία και επική εποχή  (την μυθολογία την αντιμετωπίζουμε σαν μία άλλου είδους πραγματικότητα) ο Διόνυσος, ο Ορφέας, ο Οδυσσέας είχαν μία άλλη τελείως διαφορετική αυτοάποψη για τον εαυτό τους, ως Οντολογικά υποκείμενα τα οποία ουδεμία σχέση είχαν με τον σαρκικό εν λήθη άνθρωπο στον οποίο και μόνον απευθύνεται η Ανάστασις του Ιησού: η Ανάστασις του Ιησού ουδεμία σχέσιν έχει με Οντολογικά Υποκείμενα όπως ο Οδυσσέας, ο Αχιλλέας και λοιποί Ημίθεοι διότι αυτοί είχαν μέσα τους  την οντολογική συνέχεια ώστε να μεταβούν στον Όλυμπο εν πορεία ηρωϊκών πράξεων και ουδεμία ανάγκη είχον κάποιου προσωπικού θεού για να τους καθοδηγήσει. Γι αυτό και ο Όμηρος την κατάβαση και ανάβαση του Οδυσσέως από τον Άδη ούτε καν την ονομάζει Ανάσταση (λέξη άγνωστος εις τους Έλληνας με το χριστιανικό νόημα) διότι ποτέ ο Ήρωας δεν έχασε την οντολογική σειρά και συνέχεια ώστε να μεταβή εις τον Όλυμπο (κάτι που έπαθε ο μορφικός και σαρκικός άνθρωπος της εποχής του Ιησού έχων ανάγκη της «αναστάσεως» ως ενθύμησιν αυτού ακριβώς του ξεχασμένου Οδυσσεϊκού δρόμου).