Το ανθρώπινο Υποκείμενο στη Λογοτεχνία γυμνασιου και λυκείου.

 


Σύμφωνα με τα Νέα Προγράμματα Σπουδών (ΝΠΣ) στο μάθημα της Λογοτεχνίας ενδιαφέρει η πνευματική, συναισθηματική, αξιακή κατάσταση του Υποκειμένου. Ουσιαστικά συμβαίνει μία αξιολογική μετατόπιση –η οποία έχει συγκεκριμένες φιλσοοφικές ρίζες τις οποίες και θα ιδούμε- η οποία θα πρέπει να προσεχθεί: στην ηλεκτρονική, ψηφιακή εποχή της πληροφορίας, ο ανθρωποκεντρισμός «προικίζεται» με την άπλετη διάχυση της πληροφορίας. Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι το καρτεσιανό «σκέπτομαι άρα υπάρχω» μετουσιώνεται σε «πληροφορούμαι άρα υπάρχω». Αξίζει πραγματικά να προσέξουμε αυτό το σημείο: πλέον ο σημερινός ανθρωποκεντρισμός δεν τροφοδοτείται από ατομικές έωλες μεταφυσικού τύπου σκέψεις, ώς κάτι ιδιαίτερο της φιλοσοφικής εκλεπτυσμένης γνώσης κάποιων φιλοσόφων: το «πληροφορούμαι άρα υπάρχω» αναβαθμίζει εννοιακά τον άνθρωπο στην σημερινή οικουμενικότητα της κοινωνίας της πληροφορίας. Τα λογοτεχνικά κέιμενα που αναλύουμε παρακολουθούν και συνταυτίζονται με το νέο αυτό υποκείμενο και το σύγχρονο ταξίδι του.

Πλέον ο σημερινός άνθρωπος αντιστρέφει τελείως την παθητικότητα των Επικουρείων και των Στωϊκών: είναι σημαντικό αυτό να προσεχθεί: η κοινή σχέση των ανθρώπων με την κοινωνία της πληροφορίας, όπως κάποτε η κοινή σχέση του ανθρώπου με το νού έφερε τις μονοθεϊστικές θρησκείες,αυτή λοιπό η κοινή σχέση του ανθρώπου με την κοινωνία της πληροφορίας αναβαθμίζει γνωσιλογικά και αξιολογικά τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος πλέον σήμερα και εννοιακά αλλά και ατομικά γνωρίζει τα του κόσμου εν στιγμή, συμμετέχει στα δρώμενα έστω με ψηφιακό αλλά και διά ζώσης, ενημερώνεται για όλα, έχει ενεργό συμμετοχή στα πολιτικά και άλλα δρώμενα, έχει άποψη, μπορεί μέσα από ψηφιακές και ζωντανές συλλογικότητες και δράσεις να διαφημίζει δράσεις και εκδηλώσεις για την βελτίωση της ζωής του και του κόσμου. Ο σημερινός άνθρωπος της εικονικής πραγματικότητας εν στιγμή γνωρίζει πολλά και εν στιγμή αποφασίζει για πράξεις οι οποίες σε άλλες εποχές ανήκαν σε λίγους προνομιούχους μιάς γνώσης η οποία σήμερα ευρέως διαχέεται.

Διδάσκοντας το ισλάμ στην ιστορία γυμνασίου-λυκείου.

 



Η ιστορία αναμφίβολα εκκινείται από τις πρώτες ιδέες που μεταφέρουν τις δυνάμεις της ανθρώπινης ζωής, φθάνει μάλιστα έως τις αξίες οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή αυτών των ιδεών. Οι ιδέες μετουσιώνονται σε αξίες, υπολογιζομένων όμως του χώρου, του χρόνου, του τόπου, των περιβαλλοντικών συνθηκών, των γενικοτέρων γηΐνων συνθηκών. Θα μπορούσαμε να παράσχουμε πλείστα όσα παραδείγματα: Ας δώσουμε το Θεό: ο Ήλιος των Ορφικών μετουσιώθηκε σε Πλατωνικό Νού, είναι σαφές ότι το πέρασμα από τη Φύση προς την Ανθρώπινη Πόλη συνέβη μέσω της συμβολοποίησης του Ηλίου σε Νού: είναι μία σημαντική παρατήρηση: όπως ο Ήλιος φωτίζει το σύνολο κόσμο παρομοίως ο εσώτερος Ήλιος του Ανθρώπου , ο Νούς, μπορεί και δύναται να φωτίσει την ανθρώπινη Πόλη, κοινωνία και πολιτισμό παράγοντας τον νοήμονα τύπο Ανθρώπου.

Αυτή η θεώρηση είναι καθολική: όταν ο Πλάτων συζητεί στον Τίμαιο για το Θεό Δημιουργό καλύπτει μια οικουμενική ανάγκη όλων των νοημόνων Ανθρώπων: Όπως ο Ήλιος ζωοποιεί τη Γή μέσω της ενέργειάς του, παρομοίως και ένας διηνεκής Νούς δύναται να πράξει το ίδιο: να ζωοποιήσει μέσω των εσωτέρων ενεργειών του τη ζείδωρη φύση  όχι μόνον του κόσμου αλλά και του Ανθρώπου: με αυτόν τον τρόπο ειτυγχάνεται κάτι το πολύ σπουδαίο: ο Άνθρωπος εισάγεται στο κεντρικό συμπαντικό σύστημα ζωής, αφύπνισης, ικανοτήτων και σκοπού: δηλαδή  ο Ήλιος (Νούς-Θεός) δεν ζωοποιεί απλά δυναμικά το σύμπαν της Γής αλλά ως Νούς Θεός μετατρέπει σε ανθρώπινες δυνατότητες συγκεκριμένες δυνάμεις που μεταφέρονται από το Νού προς τον Άνθρωπο: όπως το φυτό ζεί μέσω του Ηλίου, παρόμοια ο Άνθρωπος ανακαλύπτει τις ικανότητές του μέσω του Νοός-Θεού: για αυτό και ο Πλατωνικός δημιουργός είναι διαχειριστής της συμπαντικής δυνάμεως που μεταφέρεται και αφυπνίζει δυναμικά και εξελικτικά τον άνθρωπο, δεν δημιουργεί εκ του μηδενός, μεταφέρει το ήδη υπάρχον στον Άνθρωπο (για αυτό και ο Σωκράτης ερευνούσε εις τον Άνθρωπον το ήδη υπάρχον).

Όλα αυτά θα πρέπει να τα εφαρμόσουμε στις διδασκαλίες μας στην Ιστορία του Βυζαντίου και της γενικοτέρας ανατολικής περιοχής του Βυζαντίου καθώς και εκεί υπήρξαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα (ισλάμ): Ο Πλατωνικός και Αριστοτελικός Νούς επιβίωσε μέσα από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διά  των Στωϊκών και των Επικουρείων και των συναφών φιλοσοφικών τεχνημάτων της Ελληνιστικής και όχι μόνο περιόδου: θα πρέπει πολύ να προσέξουμε σε αυτή την εποχή (Ελληνιστική προς Ρωμαϊκή) την τεράστια και σημαντικοτάτη αξιολογική μετατόπιση της φιλοσοφίας (με σταθερό βλέμμα στις μελλοντικές μονοθεϊστικές θρησκείες του χριστιανισμού και του μωαμεθανισμού ώστε να κατανοηθούν επαρκώς τα συγκοινωνούνται δοχεία που ενώνουν κάθε τι στην Ιστορία (άρα και τον μεταπλατωνικό Ελληνισμό, το χριστιανισμό και το μωαμεθανισμό): από τους προσωκρατικούς οι οποίοι ησχολούντο με τη φύση ώς ύλη και πρώτη αρχή, από τους πλατωνικούς οι οποίοι ησχολούντο με το Νού ώς συμπαντικό διανεμητικό μέγεθος, από τους αριστοτελιστές οι οποίοι προσεπάθησαν να μεταφέρουν το Νού εις την εμπειρίαν, τώρα (Ελληνιστική+Ρωμαϊκή εποχή) η φιλοσοφία τοποθετεί το Νού εντός του Ανθρώπου: ζούμε στον αιώνα σταδιακά της Ηθικής (για αυτό και οι μονοθεϊστικές θρησκείες (χριστιανισμός και μωαμεθανισμός θα αποθεώσουν κάτι που ήταν άγνωστο στους Έλληνες: την ηθική ώς σύνδεση με ιδέες, η ηθική στον Ελληνισμό παραμένει σταθερά συνδεδεμένη με τις φυσικές δυνάμεις (έστω και αν αυτές αντιπροσωπεύονται συμβολικά από τους 12 θεούς).

Έκθεση-έκφραση . Για το δεύτερο θέμα διευκρινίζονται τα εξής:

 



α. Με τα ερωτήματα που περιέχονται στο δεύτερο θέμα οι μαθητές και οι μαθήτριες καλούνται να εντοπίσουν, να συσχετίσουν, να ερμηνεύσουν ή και να αξιολογήσουν κειμενικούς δείκτες, στοιχεία του κειμένου (περιεχόμενο-νόημα, δομή και ύφος/γλώσσα), στη μεταξύ τους συνάφεια και στη σχέση τους με το περικείμενο (εισαγωγικό σημείωμα του κειμένου, τίτλο, συγγραφέα, χρόνο έκδοσης κ.λπ.), την επικοινωνιακή περίσταση και το συγκείμενο του/της συγγραφέα και του/της αναγνώστη/τριας. (βλ. Διδακτικά εργαλεία σελ.20-24).

 β. Δε δίνονται ερωτήματα που στηρίζονται σε μεταγλωσσικούς όρους ή ζητούν την αναπαραγωγή τους (π.χ. τρόποι ανάπτυξης παραγράφου, χαρακτηρισμούς συλλογισμών ως προς τη μορφή ή τη συλλογιστική πορεία, χαρακτηριστικά κειμενικού είδους, τροπικότητα κ.ά).

 γ. Το γλωσσάρι όρων δεν είναι αντικείμενο εξέτασης αλλά αξιοποιείται διδακτικά. - Το γλωσσάρι όρων περιέχει βασικές λεξικογραμματικές γνώσεις, τις οποίες οι μαθητές και οι μαθήτριες ήδη γνωρίζουν από προηγούμενες τάξεις και τις αξιοποιούν με σκοπό αφενός να διαβάζουν (κατανοούν, ερμηνεύουν, κρίνουν) και αφετέρου να παράγουν αποτελεσματικά κείμενα. Οι μαθητές και οι μαθήτριες χρήσιμο είναι να εξοικειωθούν με τις γνώσεις που περιέχονται στο γλωσσάρι, να τις χρησιμοποιούν λειτουργικά ως εργαλεία ανάλυσης των κειμένων, προκειμένου να αντιλαμβάνονται τον ρόλο που έχουν στη διαμόρφωση του νοήματος. Για παράδειγμα στην ερώτηση: «Με ποιους τρόπους νομίζετε ότι ο συγγραφέας επιχειρεί να πείσει ή να επηρεάσει τους αναγνώστες του;», δεν απαιτείται οι μαθητές και οι μαθήτριες να κάνουν λόγο για τρόπους και για μέσα πειθούς (ανακαλώντας τυπικά τη σχετική ορολογία), αλλά να αποδείξουν πώς ο συγγραφέας χρησιμοποιεί επιχειρήματα, στατιστικές, μελέτες, παραδείγματα, απόψεις ειδικών, περιγραφή και αφήγηση γεγονότων ή/και κατάλληλες γλωσσικές επιλογές, προκειμένου να πληροφορήσει/ να συγκινήσει/ να προβληματίσει/ να διαμαρτυρηθεί κ.ά.

Διδάσκοντας τον Ξενοφώντα και το Θουκυδίδη: Η υπέροχη διαλεκτική συνέχεια του Ξενοφώντος και του Θουκυδίδου.

 




Ο Ξενοφών και ο Θουκυδίδης ώς ιστορικοί συνδέονται μέσα από το σύστημα της πλείονος υπέροχης διαλεκτικής συνεχείας. O Θουκυδιδης είναι ο άνθρωπος ο οποίος μέσω της Ιστορίας του ίδρυσε την Πολιτική Φιλοσοφία. Είναι αυτός ο οποίος μετέφερε το Νού ( ο οποίος φιλοσοφικά άνθισε στην Αθήνα μέσω της προσωκρατικής κληρονομιάς, μέσω του Αναξαγόρου, του Γοργίου και άλλων σοφιστών, μέσω του Σωκράτους) στα γεγονότα δημιουργώντας τη φιλοσοφία περί της πόλεως: Ουσιαστικά ο Θουκυδίδης είναι ο πνευματικός πατήρ των Πλάτωνος και Αριστοτέλους στο κομμάτι της Πολιτικής φιλοσοφίας.

Ο Θουκυδίδης είναι αυτός ο οποίος ενέδυσε όλα τα ανθρώπινα γεγονότα με την Αρχή, με το συνεκτικό δεσμό του Λόγου και του νοός: για αυτό και διαμαρτύρεται στα Κερκυραϊκά, στα Σικελικά και αλλαχού για τις αγριότητες και τις βιαιότητες, για αυτό και διακηρύσσει ότι η αιτία του πολέμου και των ακροτήτων είναι η ανθρώπινη φύσις: μόνον όποιος ακόνισε τον οφθαλμό του νοός και των ιδεών και αξιών οι οποίες αρύονται από αυτόν θα μπορούσε να ίδη τόσο καθαρά την ανθρώπινη φύση και τις δυνατότητές της. Ας προσέξουμε πολύ σε αυτό το σημείο: ο Θουκυδίδης δεν θα εσήμαινε την ανθρώπινη φύση ώς αιτία του κακού εάν δεν επίστευε ώς λάτρης του νοός ότι αυτή μπορεί να σμιλευθεί και να μεταρρυθμισθεί και διά της παιδείας να φθάσει σε ύψη διαφοροποίησης από τα άλογα ζώα. Άρα η Θουκυδίδεια Ιστορία είναι η στιγμή κατά την οποία ο Νούς εγκαταλείπει τα ρείθρα του Ουρανού, τον κόσμο του Ονείρου και της Ενόρασης, του Αγαθού, και πέφτει στον Άνθρωπο και στις πράξεις του: ο Θουκυδίδης είναι ο Άνθρωπος ο οποίος έφερε το Νού στα γεγονότα, έντυσε και ένωσε τα γεγονότα με τις αρχές του Νοός: διότι διέκρινε ότι η ανθρωπίνη φύσις είναι κατ΄αρχάς ώς αγνοούσα κακή εάν γνωρίσει θα γίνει καλή: άρα ο Αθηναίος ιστορικός κινήθηκε στην κοινή αρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας: όλα είναι θέμα γνώσεως, αναμνήσεως και βιωματικότητας, στον άξονα του χρόνου από το χθές έως το αύριο, ότι συλαμβάνεται ώς ανάμνηση βυθίζεται στη γνώση και αποτελεί συνειδητό ηθικό βίωμα.

Αυτή η τριπλή χρήση του χρόνου καθιστά τον Θουκυδίδη τον ιδρυτή της Πολιτικής φιλοσοφίας: το Υποκείμενο ενθυμείται το καλό, το βυθίζει στις αξίες του Νοός (Εγώ σε σχέση με τους Άλλους σε σχέση με την Ιδέα και την πολιτική της πραγμάτωση) και προχωρεί στο Δημοκρατικό πνευματικό βίωμα: για αυτό και η Ιστορία του είναι σύνολο αντιθέσεων: από τη μία οι ανείπωτες σφαγές στην Κέρκυρα και από την άλλη η δημηγορία του Επιταφίου όπου εκτυλίσσεται η παραπάνω τριπλή παραλλαγή της πολιτικής του φιλοσοφίας με φόντο τη Δημοκρατική Αθήνα (διότι οι δημηγορίες στο έργο του υπάρχουν (όχι απλά (όπως αφελώς υποστηρίζεται και στο σχολικό βιβλίο) για να έχουμε την άμεση γνώμη των πρωταγωνιστών) αλλά υπάρχουν ώστε σε αντίθεση με τη βιαιότητα των γεγονότων να περάσει ο ιστορικός την ηρεμία της πολιτικής του φιλοσοφίας).

Η υποτίμηση της γλώσσας ώς το ανώτατο στάδιο εφαρμογής των θρησκειών.

 



Ο Εύμαιος στην Οδύσσεια είναι ο χοιροβοσκός, είναι ο δούλος του Οδυσσέως, όμως ομιλεί την ίδια ακριβώς γλώσσα με το Θείο Βασιλέα της Ιθάκης. Συγκεκριμένασυζητεί μέσα από τον ίδιο λεξιλογικό πλούτο με τον Οδυσσέα ώστε αυτό αποκαλύπτει ότι και οι δύο αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο το σύμπαν, τις θείες συμπαντικές δυνάμεις, τον κόσμο και την Φύσιν και τον Άνθρωπον. Επίσης στην Ιλιάδα ο Θερσίτης μπορεί να παραπονείται ότι είναι ένα παιδί κατωτέρων θεών όμως η γλώσσα του είναι η ίδια ομιλουμένη γλώσσα με αυτή των Ηρώων , του Αχιλλέως και του Αγαμέμνονος. Άρα μέσα από την κοινή γλώσσα όλοι μα όλοι οι άνθρωποι του Ομηρικού κόσμου αντιλαμβάνονται και ζούν στον ιδιο κόσμο, γνωρίζουν τους ίδιους θεούς, τις ίδιες δυνάμεις γεύονται και πράττουν τις ίδιες ενεργειακές αξίες. Η διαφορά των ανθρώπων είναι κατά τρόπο συμπαντικό φτιαγμένη: όπως υπάρχει ο Ήλιος και η Σελήνη, η Γή και τα άστρα, η διαφορά των ανθρώπων είναι συμπαντικώς πρακτική: κάποιοι πρέπει να είναι βασιλείς (πρακτικά) κάποιοι άλλοι δούλοι (πρακτικά) : για αυτό και ενυπάρχει ο ανείπωτος σεβασμός στο Βασιλέα της ΟδυσσεϊκήςΓής τον Εύμαιο εκ μέρους του ποιητή διότι ο Εύμαιος απλά πρέπει να κάνει αυτό , ο Οδυσσέας πρέπει να κάνει κάτι άλλο: ο ένας είναι Βασιλέας Γής ο άλλος ανθρώπων, δεν υπάρχει βαθύτερος αξιολογικός χωρισμός των ανθρώπων διότι όλα γίνονται κατά συμπαντικό τρόπο: για αυτό και ο ποιητής κάνει αποστροφές σε Πάτροκλο και Εύμαιο μόνο ομιλώντας τους στο β΄ενικό: δεν υπάρχει στον Όμηρο υποτίμηση της ανθρωπίνης προσωπικότητος, επιβίωση ηρώων και ανθρώπων δυνατών εν τω σύμπαντι υπάρχει, όλοι όμως βάσει της γλώσσας που ομιλούν μετέχουν σε κοινές δυνάμεις.

Κάποια χρόνια αργότερα η πνευματική αριστοκρατία των Αθηνών επέβαλε τη γλώσσα των θεϊκών νόων διότι παρήγαγε σκέψη, πόλιν, πολίτην, ζωή, συνέχεια. Δεν θα είχε επιβληθεί η γλώσσα του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους εάν δεν επέβαλε και δεν διαφήμιζε τη φιλοσοφία ως τρόπον ζωής, πόλεως, πορείας και σκοπού: η γλώσσα είναι ο απόλυτος γεννήτωρ όλων εκείνων των ιδεών και των αξιών οι οποίες ως Γίγαντες και Τιτάνες σκλαβώνουν τους ανθρώπους και τους υποδουλώνουν στη σκέψη και συμπεριφορά: οι Έλληνες διά του Πλατωνικού και Αριστοτελικού Νοός εδημιούργησαν τιτανικές ιδέες και γιγάντιες αξίες και για αυτό επεβλήθη στα πέρατα της οικουμένης η Ελληνική γλώσσα: η Ελληνική γλώσσα βγαλμένη μέσα από τα σπλάχνα του Όντος όμως δεν διαβλέπει ανωτέρους και κατωτέρους ανθρώπους με βάση το χρήμα ή την πίστη σε κάποιον θεό, αλλά διαβλέπει ανώτερο και κατώτερο άνθρωπο με βάση την παιδεία αν και οι σοφιστές με βάση τις λέξεις για τη φύση της Ελληνικής γλώσσα πίστευαν ότι οι άνθρωποι εν φύσει εισίν ίδιοι: και πάλιν όμως: όλοι οι Αθηναίοι, ελεύθεροι και δούλοι, ομιλούσαν την ίδια αττική λαμπρή του Δημοσθένους και του Σοφοκλέους γλώσσα, χωρίς διάκριση: και οι δούλοι δεν πήγαιναν στα σχολεία: άρα οι άνθρωποι όπως και στον Όμηρο διά της γλώσσης εγεύοντο τις ίδιες ιδέες και αξίες, την ίδια συμπαντική θέση: η γλώσσα προκαλούσε σε μία κοινή συμπαντική υπέρβαση διά του νοός και του ήθους, το σύμπαν ήταν ανοικτό και η γλώσσα μετέφερε συμπαντιό υλικό σε όλους τους ανθρώπους: το σύνολο των Αθηναίων ήκουον το Δημοσθένη και τον κατανοούσαν, ενώ ο Δημοσθένης πολλά χρόνια αργότερα εγένετο αντιληπτός και κατανοητός από το σύνολο των Αθηναίων πολιτών.Ενώπιον του Έλληνος Νοός οι άνθρωποι κατανοούσαν και έπραττον βάσει κοινά αντιληπτών εννοιών και ιδεών.

H Oντολογία του Ονείρου.

 



Το τι πραγματικά αντιπροσωπεύει το Όνειρο μπορούμε εύκολα να το καττανοήσουμε εάν κατ΄αρχάς ερευνήσουμε τη θέση του Ύπνου και του Ονείρου στην Ελληνική μυθολογία. Ο Θεός Ύπνος λοιπόν ήταν ο γιός της Νύχτας και του Ερέβους, η συμβολικότητα αυτής της μυθολογικότητας είναι ξεκάθαρη: μέσα από τις δυνάμεις του Αγνώστου και της εξωτερίκευσης του Αγνώστου εμφανίζεται ο Ύπνος: ο Ύπνος είναι η μετεέλιξη του σκότους, το σκότος εννοείται ως άγνοια και απουσία φωτός, άρα ο Ύπνος μεταφέρει δυνάμεις άλλες πρό Φώτός και μετά το Φώς. Είναι πράγματι μία πολύ σημαντική διαπίστωση αυτή: όταν κοιμόμαστε η δύναμις η οποία απετέλεσε για λίγο τη μορφή αναλύεται και ως δύναμις ελευθέρα χάνεται στο όλον Είναι το οποίο επειδή δεν υπακούει σε καμμά ισορροπία Ηλίου είναι σκότος δηλαδή δύναμις οντολογικής περιήγησης πέρα από γνώσεις και συνειδητοποιήσεις. Άρα όταν είμαστε υπό την επήρεια του Ύπνου η δύναμις της μορφής αυτοελευθερώνεται και χάνεται στο άπειρο όλον το οποίον επειδή ανοίγεται πρό και μετά τον Ήλιον είναι άλλη γνώσις αγνώστων οντοτήτων στο όλον: ο Ύπνος είναι η απελευθερωσις της μορφικής υπερδυνάμεως στο άπειρο σύμπαν το οποίο είναι σκότος διότι περιέχει πράγματα άγνωστα στους οφθαλμούς και στον ήλιο.

Όταν κοιμόμαστε λοιπόν αναλυόμαστε στην υπερμορφική δύναμί μας και απελευθερωνόμαστε σε έναν σύμπαν πέρα από τον Ήλιον. Σε αυτή τη βάση θα πρέπει να εκτιμήσουμε και το Όνειρο: το Όνειρο είναι η περιήγησις αυτής της υπερμορφικής δυνάμεώς μας η οποία έχει δομηθεί ως η μορφή μας αλλά παραμένει ως οντολογική δύναμις συνδεδεμένη με τις οντολογικές καταβολές της: το Όνειρο είναι η περιπλάνηση της δυνάμεως που για λίγο εμφανίζεται ως η μορφή μας στον Οντολογικό της κόσμο: επειδή ακριβώς αυτή η δύναμις συνθέτει τη μορφή μας αναλυομένη στον πραγματικό της εαυτό χάνεται στο σκότος της απειρίας: εκεί δεν υπάρχει Όνειρο: εκεί υπάρχει η ησυχία του ύπνου: όταν όμως η δύναμις αυτή επανέρχεται στη μορφική της διάσταση εκεί ενυπάρχουν τα όνειρα: ολίγον πρίν η άπειρος δυναμίς μας η οποία συντίθεται σε μορφή , ξαναλάβει τη μορφική της εικόνα τερματίζοντας το ταξείδι της στο χάος (επιστρέφοντας στη μορφή) εκεί υπάρχουν τα όνειρα: άρα όνειρο είναι η πληροφορία που μας προσφέρει η δύναμις που αποτελεί τη μορφή μας μέσα από το απελευθερωτικό ταξίδι της κατά τη διάρκεια του ύπνου: τα όνειρα είναι ο νόστος της δυνάμεώς μας κατά τον Ύπνο όταν η δύναμις της μορφής απελευθερώνεται και ταξιδεύει στο Σκότος και επιστρέφει στη μορφή, ολίγον πρίν να επιστρέψει και καθώς μορφοποιείται προδίδει πληροφορίες του ερεβώδους ταξιδιού της, αυτό είναι το όνειρο: για αυτό τα  ονειρα είναι πολλών και διαφόρων ειδών: εξαρτάται από ποιο χρονικό σημεό θα ξεκινήσει τη  μορφοποίησή της και πάλι η για ολίγον απελευθερωθείσα δύναμις της μορφής μας: εάν από το χθές τότε στο όνειρο βλέπουμε πράγματα που ζήσαμε, εάν στο τώρα βλέπουμε τα τελευταία γεγονότα εάν από το μέλλον τότε διαισθανόμαστε μελλοντικά συμβάντα. Συζητούμε λοιπόν ότι ο Ύπνος είναι η άμορφη δυναμοποίησή μας και αυτή η απελευθερωμένη δύναμη περιδιαβαίνει το όλον και ως τέτοια ταξιδεύει παντού χωρίς τους περιορισμούς της μορφής. Άρα όνειρο είναι οι εμπειρίες που αποκομίζει αυτή  η δύναμη στο υπνικό ταξίδι της , όνειρο είναι ο νόστος μας το ταξίδι μας ως άμορφη δύναμη στο όλον που ανήκουμε.

Διδάσκοντας την Αριστοτελική μεσότητα...

 


Διδάσκοντας την Αριστοτελική μεσότητα.

Η μεσότητα ώς πνευματική αλλά και ηθική έννοια δεν είναι καινούργια όταν την αναλαμβάνει να την διαφημίσει ο Αριστοτέλης στα Ηθικά ΝΙκομάχεια. Aν προσέξουμε θα ιδούμε ότι στη Θεογονία ο Ησίοδος συζητεί ότι ο άνθρωπος ευρίσκεται ανάμεσα στο Χάος και στο Φώς του Ηλίου, στο Έρεβος και στην Ημέρα. Επίσης εάν προσέξουμε θα διαπιστώσουμε ότι ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη ακολουθώντας το Νόστο ώς μεσότητα: Δεν επιθυμεί της Κίρκης αλλά ούτε και την ησυχία της Καλυψούς, το πρώτο είναι πλεονασμός παθών το δεύτερο είναι έλλειψις ζωής πράξης και συνεχείας: επιθυμεί του μεσαίου καλού που είναι η πορεία προς την Ιθάκη, προς το σκοπό, ο σκοπός είναι το καλό ανάμεσα στην ελλειψη λόγου και στον πλεονασμό παθών.

Και όχι μόνον: ο Πάτροκλος στην αριστεία του διδάσκει τη μεσότητα: για όσο χρονικό διάστημα δεν φωτίζει η γνώσις του Απόλλωνος το φαινόμενο και το φαίνεσθαι στο πρόσωπό του ώστε ο Έκτορας τελικά να τον σκοτώσει: ο Φίλος του Αχιλλέως κινείται ανάμεσα στην υπερβολή της αποκάλυψης και στην έλλειψη της αποχής: πολεμά ως μεσότητα καλού διότι ούτε η υπερηφάνεια είναι καλή αλλά ούτε και η ακηδία της απουσίας: το καλό είναι το μέσον, να πολεμάς για τις αξίες σου ώς Ήρωας: όταν μάλιστα ο Ήρωας κλίνει προς το υπερβολικό και ξεχνιέται και προχωρεί η μη μεσότητα του καλού τιμωρείται: ο Πάτροκλος πεθαίνει.

Αυτός όμως ο οποίος είναι κυριολεκτικά ο εφευρέτης του μεσαίου τρόπου είναι ο Ηράκλειτος: ο σκοτεινός φιλόσοφος Το αείζωον πύρ ώς παλίντονος αρμονία ποτέ δεν πλεονάζει (διότι ο ήλιος εάν απολέσει το μέτρο του όλα θα διαλυθούν) αλλά και ποτέ δεν ελλείπει (διότι πάντα ο ήλιος και το αείζωον πύρ ώς αρμονία διδάσκουν): ο τρόπος της μεσότητας του Εφεσίου είναι ο διάλογος, θα πρέπει να προσεχθεί ότι ο Πλάτων επίσης με τους διαλόγους του συναντά την Αριστοτελική μεσότητα: η αλήθεια δεν είναι ούτε στην μία πλευρά ούτε στην άλλη, είναι σύνθεση ή αφαίρεση (εάν δεν υπάρχει κυριολεκτικά ούτε στην μία πλευρά ούτε στην άλλη) (ο Έγελος είναι ο θετικός διαλεκτικός ενώ ο Κίρκεγγωρ ο αρνητικός διαλεκτικός).

Συλλήβδην όμως οι προσωκρατικοί είναι εφευρέται της μεσότητος: ο Θαλής δέχεται ότι το ύδωρ είναι αρχή του παντός (με τη βιολογική έννοια χρόνου) όμως ποτέ το ύδωρ δεν πλεονάζει ώστε να καταστρέφει αλλά ούτε και ελλείπει ώστε και πάλι να καταστρέφει: η πύκνωση και η μάνωση του Αναξιμένους σηματοδοτεί το ότι ζούμε ώς μεσότητα μορφής και πνεύματος ανάμεσα στην πύκνωης και αραίωση των οντολογικών δυνάμεων που συναποτελούν τον πλανήτη Γή: είμαστε εμείς οι ίδιοι μεσότητα ανάμεσα στο χάος της μη μορφής και στην παρούσα διάσταση που  θέλει τη μορφή: ήδη αυτό έχει προλεχθεί στην Ιλιάδα: είμαστε η μεσότητα ανάμεσα στον Όλυμπο του Είναι και στον  Άδη του μη Είναι. Η μεγάλη προσφορά του Αριστοτέλους είναι το ότι απερίφραστα καλεί ώς καλόν τη μεσότητα, άρα προσπαθεί να μην παρεκκλίνει ούτε προς το χάος ούτε προς την άλογη διάστασή μας (να ζούμε ώς άλογα όντα) αλλά ουσιαστικά μεσότητα είναι η ανακάλυψη του νοητικού δρόμου σκοπού και δημιουργίας ανάμεσα στο αχανές και στο συγκεκριμένο : το αχανές εξαφανίζει το συγκεκριμένο μπορεί να ξεγελάσει με τα πάθη. Αυτό το οποίο θα πρέπει να προσεχθεί  είναι ότι ο Άνθρωπος ανακαλύπτοντας τη δύναμη του Νοός (όπως μπορούμε να καταλάβουμε διαβάζοντας το Πλατωνικό Συμπόσιο) ώς Ίκαρος θα μπορούσε να πετάξει προς την αφροσύνη ή ώς άλογον ζώον να καταστή θύμα ακηδίας και ραστώνης: η μεσότητα είναι η νοητική πορεία προς τον έσχατο σκοπό του κάθε ενός νοήμονος όντος χωρίς να παρασυρθεί από το χάος του αγνώστου ή το πάθος γνωστών δυνάμεων.

Η διαχρονική ηθική των δούλων.



Όλα όσα ξέρουμε σήμερα, όλα όσα  είμαστε σε θέση να πράξουμε σήμερα προκύπτουν όχι από αυτό το οποίο πράγματι είμαστε στην οντολογική πορεία μας: αυτό έχει λησμονηθεί από την εποχή κατά την οποία ανακαλύφθηκε ο Νούς: όλα όσα θεωρούμε ότι είμαστε και γενόμεθα είναι επιταγές κεντρικών νόων οι οποίοι ώς μεγάλοι άνθρωποι επιβάλλονται σε μικρότερους ανθρώπους: ο Νούς δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το δυαλισμό θεού και ανθρώπου, αφέντη και δούλου, ανωτέρου και κατωτέρου: διότι δεν υπάρχει αφέντης και δούλος, ανώτερος και κατώτερος, άνθρωπος και θεός: όλα είναι έννοιες του νοός ο οποίος από τη στιγμή κατά την οποία βγαίνει στην επιφάνεια ανήκει σε ένα υποκείμενο: ο Νούς είναι έξω από την καθεαυτή οντολογική συνέχεια και αυτό του δίδει μία ψεύτικη εξουσία: είναι αυτός και ο Άλλος: από αυτό το σημείο ξεκινά ο διαχωρισμός του όλου σε αφέντη και δούλο, ο νούς είναι ο αφέντης και κάθε ένας ο οποίος δεν γνωρίζει όσα συλλαμβάνει ο Νούς είναι ο δούλος: σταδιακά αυτή η εξουσία η οποία καταχράσθηκε και εξουσίασε το νού, αυτή η εξουσία η οποία αγνόησε τους πολλούς και διαφορετικούς νόες και τους συμμάζεψε σε ένα νού (θεός, αρχιφιλόσοφοι) κατέστη η απόλυτος εξουσία και συλλήβδην οι άνθρωποι οι υπόλοιποι έγιναν οι υπήκοοι. Ουσιαστικά όλοι οι άνθρωποι εξήλθον της καθεαυτής οντολογικής πορείας τους εκεί όπου στο ποτάμι του όλου δεν υπάρχει θεός και άνθρωπος, αφέντης και δούλος, γνώστης και αγνοών: διότι όλοι βυθίζονται στην ίδια συνέχεια και όλα μετρούν όχι ώς στατική γνώση ιδεών αλλά ώς νόστος κίνησης και βυθισματικής προόδου.

Το υποκείμενο-Νούς άρχισε λοιπόν ώς εξωτερικός παράγοντας να καταγράφει το ποτάμι του Είναι που περνούσε μπροστά του. Δεν συμμετείχε σε αυτό, επέλεξε τι θα πάρει από αυτό: και πήρε την ιδέα, το σύνολο των φορμών της ιδέας (φύση) και επειδή αυτές οι ιδέες του έδωσαν φυή (γέννηση) το ωνόμασε φύση και επειδή έπρεπε να κοιτάζει προς τον ουρανό από όπου πήγαζαν όλα πήρε και το όνομα άνθρωπος: άρα ο εξωτερικός νούς πήρε την πρώτη ιδέα τη φύση και τον άνθρωπο: άρα δεν υπάρχουν αυτά όσο η δύναμις είναι βυθισμένη, είναι απλά απόρροια του Νοός: ο άνθρωπος η φύση και ο θεός είναι φαντασιώσεις του νοός και τίποτε παραπάνω, χάνονται όταν και πάλι όλα παρασυρθούν από την αγνή οντολογική δύναμη.

Ο Νούς όμως όπως ήδη είπαμε χρειάσθηκε τα ζεύγη προκειμένου να κυριαρχήσει: δεν γινόταν διαφορετικά: ο νούς έχει μέσα του το δυαλισμό και το ζεύγος θεός και δούλος: ο ίδιος ο Νούς είναι ο αφέντης και ο υπόλοιπος κόσμος ο δούλος: για αυτό και ο θεός της βίβλου καταδικάζει τον Αδάμ και την Εύα σε δουλεία διότι ο Νούς θεός θεωρεί ότι δεν χρειαζεται αυτή τη δουλική κίνηση: ήδη ο Νούς θεός είναι ο αφέντης και ο μη νούς είναι ο διάβολος (δούλος) : εν τη γενέσει του ο νούς είναι αφέντης κάθε τι το ανόητο είναι δουλικό θέλει τη δουλεία της κίνησης ώστε να ανακαλύψει όσα ο νούς έχει ήδη δήθεν ανακαλύψει: έξω από το ποτάμι του όλου επικρατεί ο πλέον πονηρός συσσωρευτής γνώσεων και ο νούς είναι ένας τέτοιος.

Δειγματική διδασκαλία στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών από μετάφραση.Α ΄γυμνασίου.

 



Ι)Κείμενο:Προοίμιο της Οδύσσειας , στ. 1-25.

(Ευρίσκεται στα σχολικά βιβλία των μαθητών).

ΙΙ) Στόχος της διδασκαλίας του προοιμίου. Η θεατρικότητα του προοιμίου. Ο Ομηρικός κόσμος.

1.Κατανόηση του Ομηρικού κόσμου και του ρόλου που ενέχει σε αυτόν η Μούσα.

2.Ποιό μοντέλο ανθρώπου σε αυτόν τον κόσμο προετοιμάζεται.

3.Η έννοια του σκοπού, το «τέλος»  της Ελληνικής φιλοσοφίας.

ΙΙΙ) Η δομή του προοιμίου. Εννοιολογική ανάλυση.

1-13: το κυρίως προοίμιο, ή το προοίμιο του Ποιητή.Σε αυτό ομιλεί ο Ποιητής.

Α. Eπίκληση στη Μούσα (ο ποιητής καλεί τη Μούσα να τον βοηθήσει να αφηγηθεί τα γεγονότα) (στ.1).

Β. Διήγηση  (το θέμα του έπους και η υπόθεσή του σε γενικές γραμμές) (στ.1-11).

Γ. Παράκληση (ο ποιητής ζητεί από τη Μούσα να αρχίσει τη διήγησή της από κάποιο ορισμένο σημείο ή από όπου θέλει αυτή) (στ.12-13).

14-25: το προοίμιο της Μούσας.

Ο Λειτουργικός ρόλος του προοιμίου: Με το προοίμιο ο ποιητής:

1.Επικαλείται τη Μούσα να τον βοηθήσει στο δύσκολο έργο του.

Δειγματική διδασκαλία, β΄λυκείου: Θουκυδίδου, Επιτάφιος.

 



Περικλέους Επιτάφιος.  Κεφ.38.

1.Σύνδεση με την εποχή του Περικλέους.

Ο Επιτάφιος αποτελεί επιτομή και σύνοψη της απίστευτης νοητικής εξέλιξης η οποία συνέβη κατά τη διάρκεια του 5ουαι.π.Χ. στην Αθήνα. Ο Αθηναϊκός κόσμος την εποχή του Επιταφίου εκινείτο στην πίστη του Αναξαγόρα ότι ο Νούς μπορεί να συλλάβει την αρμονία του κόσμου, την ενότητά του και τη συνέχειά του. Ο άνθρωπος έρχεται σε θέση νοητικής κυριαρχίας έναντι του κόσμου και της ζωής του. Αυτή η παράγραφος ασχολείται με ένα σημαντικό μέγεθος του κόσμου: το χρόνο, την ανθρώπινη δημιουργικότητα μέσα στο χρόνο. Ο νοήμων Αθηναίος τον ήλεγξε και αυτόν και τον καθοδήγησε, μαζί με τον χρόνο ήλεγξε τη ζωή του ως δημιουργός . Ουσιαστικά το κείμενο αυτό αποτελεί την πρώτη μεγάλη επέμβαση του ανθρώπου στο μέγεθος του χρόνου. Αποτελεί ύμνο στην ανθρώπινη δημιουργικότητα ενάντια σε κάθε ακηδία. Το πνεύμα πάντα νικά τα πάντα. Για τον άνθρωπο ο χρόνος δεν είναι εξωτερικό ουδέτερο σύστημα, αλλά είναι το σύνολο των δικών του νοητικών και αξιακών κινήσεων.

2. Τα σημαντικά σημεία της παραγράφου.Η δημηγορία ώς πολιτική φιλοσοφία.

1. Ο ανθρώπινος Νούς ανακάλυψε πολλούς τρόπους για να ξεκουράζει τον εαυτό του από την καθημερινή αχλύ των ασχολιών. Η τιμωρία της φυλακής.

2. Οι τρόποι είναι συγκεκριμένοι: αγώνες, θυσίες, ωραία σπίτια. Ίσως σε αυτά ταιριάζουν και τα σπουδαία αρχιτεκτονήματα όπως είναι ο Παρθενών.

3. Επίσης η ανθρώπινη εφευρετικότητα ανέπτυξε κάθε τρόπο οικονομικής και άλλης εκμετάλλευσης της φύσης και των αγαθών τα οποία αυτά μέσω της ανθρώπινης επινοητικότητας προσφέρει. Κατά οικουμενικό τρόπο.

Περιγράφοντας την Οντολογία του Παρθενώνος.

 



Ο Παρθενών ως ναός τιμά τη Θεά Αθηνά. Θα πρέπει όμως να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν αποτελεί ναό με τη χριστιανική έννοια, εκ του ρήματος ναίομαι  (κατοικώ) ο ναός του Παρθενώνος είναι κυριολεκτικά το διαχρονικό χωρίον όπου διαμένει η αποκτηθείσα οντολογική Σοφία των Ελλήνων Οντολόγων. Άρα ο πρώτος και κύριος λόγος κατασκευής εκ του Ικτίνου και Καλλικράτου του Ναού του Παρθενώνος είναι η συνεχής ενθύμησις ότι ο Έλλην απέκτησε τη σοφία η οποία πλέον κατοικεί στο χώρο του. Ο Παρθενών δεν ήτο λατρευτικός χώρος αλλά χώρος πνευματικής εορταστικής μεθεκτικής συνυπάρξεως.

Συμβολίζει λοιπόν τη νίκη επί του χρόνου , ή καλλίτερα την ανακάλυψη ότι ο χρόνος ως όχημα μεταφέρει όλες εκείνες τις δυνάμεις οι οποίες εάν κατακτηθούν ως σοφία αποτυπώνονται στον Παρθενώνα: άρα ο Παρθενών είναι το βιβλίο των Αθηνάιων στο οποίο αναγράφεται το σύμπαν του νοός που εδημιούργησαν, αποτελεί αυτό το ναϊκόν βιβλίον αποτύπωση όλου του κόσμου σοφίας των Αθηναίων του 5ου αι α.κ.χ.

‘Αρα είναι σφραγίδα αγήρατος επί του χρόνου. Ακήρατος, μη αναμεμιγμένη με τη φθορά, αποτύπωση της δημιουργίας ενός νοητικού κόσμου μέσα στον όλο χαώδη κόσμο που μας περιβάλλει: είναι αφιερωμένος στην Παρθένο Αθηνά , στην καθαρά σοφία, σε αυτήν η οποία δεν χάνεται σε καμμία εμμένεις και εμπειρία αλλά πάντα με καθάριο βλέμμα, παρθενικό βλέμμα, οδηγεί τον άνθρωπο στις όχθες του επομένου. Ο Παρθενών, η πυραμίδα των Ελλήνων, είναι οδηγός: οδηγεί από το χθές της αρμονίας, της συμμετρίας, του κανόνος στο αύριο ενός ανθρώπου ικανού να επιβιώσει στα γυρίσματα του χρόνου.

Ο Παρθενών μεταφέρει όλες μα όλες τις αποκτηθείσες φιλοσοφικές αρχές; Είναι φιλοσοφία χωρίς γράμματα, αλλά γραμμένη με άλλη ορυκτή ύλη. Ο Νούς της Αθηνάς του Ναού περνά τις ιδέες της ισορροπίας, της αρμονίας, της συμμετρίας, της τελείας σύζευξης όλων των εποχών του ανθρώπου: Διότι Σοφία είναι όλες αυτές οι αρετές οι οποίες κατακτώνται μέσα από την συνέχεια της σοφίας στην ηθική: η ηθική του Παρθενώνος είναι η ισορροπία ανάμεσα σε ότι μας κατακτά και πρέπει να κυβερνηθεί και στο τι τελικά μπορούμε να αναδείξουμε ως δικό μας εαυτό: ο Παρθενώνας είναι ο εαυτός μας, αρμονικός ισόρροπος συμμετρικός ανάμεσα στις ιδέες και στην πράξη μας.

28η Οκτωβρίου, 83 χρόνια μετά.

 



Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 η Ελλάς εισήλθε στο Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων ενάντια στις δυνάμεις του Άξονος. Αυτό συνέβη 22 χρόνια έπειτα από τη συνθήκη των Βερσαλλιών (η οποία περάτωσε και επισήμως τον Α΄παγκόσμιο πόλεμο) 17 χρόνια έπειτα από τη συνθήκη της Λωζάννης (η οποία επεράτωσε το καθεστώς της Ανατολίας) 8 χρόνια έπειτα από την πτώχευση της Ελλάδος (από την προσπάθεια του Βενιζέλου να λάβει δάνειο 50.000.000 δολαρίων από την Αγγλία) 8 χρόνια από τη στιγμή κατά την οποία η Γερμανία σχεδόν επτώχευσε και εισήλθε στο αμερικανικό χρηματιστήριο για να σώσει τον κανόνα χρυσού. Σημαντικό είναι να αναφέρουμε ότι το 1934 η Ελλάδα υπέγραψε τετραμερές βαλκανικό σύμφωνο με τη Γιουγκοσλαβία, τη Ρουμανία και την τουρκία προκειμένου οι χώρες αυτές να προασπίσουν την εδαφική τους ακεραιότητα έναντι του βουλγαρικού αναθεωρητισμού (η βουλγαρία τελικά συνετάχθη με τις δυνάμεις του Άξονος): εάν σταθμισθούν όλα τα παραπάνω κατανοούμε ότι η Ελλάδα είχε κάθε δυνατό λόγο να συμπορευθεί με την Αγγλία σε αυτόν τον πόλεμο: Ας σημειώσουμε ότι τα εξαγώγιμα προϊόντα της Ελλάδος ήταν η σταφίδα και ο καπνός, όμως από το 1932-33 λόγω της γερμανικής ύφεσης οι γερμανοί κατά πολύ μείωσαν τις παραγγελίες τους, η Γερμανία έπαυσε να αποτελεί στυλοβάτη των Ελληνικών εξαγωγών.
Η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο αυτόν στο πλευρό αυτών των δυνάμεων που θεώρησε ότι σε νευραλγικούς τομείς θα την στηρίξουν διαχρονικά. Αν ιδούμε το σταυρόλεξο των συμμαχιών της περιοχής η τουρκία και η βουλγαρία συντάχθηκαν με τον άξονα ενώ η Ελλάδα συντάχθηκε με τις συμμαχικές δυνάμεις. Ήδη ο Άξονας είχε εκφράσει το θαυμασμό του για τον κεμάλ.Η Ελλάδα είχε κάθε λόγο να συνεχίσει την πολιτικη του Βενιζέλου συντασσομένη -όπως και εκείνος στον Α΄παγκόσμιο πόλεμο- με τις συμμαχικές δυνάμεις. Διαχρονικά, οικονομικά, στρατιωτικά, η Ελλάδα θεώρησε ότι στις συμμαχικές δυνάμεις ευρίσκετο η σωστή παροντική και μελλοντική επιλογή.
Η 28η Οκτωβρίου του 1940  διαφέρει ολοκληρωτικά  από την εποχή του Εθνικού διχασμού, και αν συγκριθεί μαζί της βοηθεί πολύ τον οποιοδήποτε να κατανοήσει την επιλογή η Ελλάδα να κατέλθη σε αυτόν τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων. Tότε ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος ήθελε τη Γερμανία και την Αυστρία , ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήθελε την Αντάντ. Τώρα δίλημμα δεν υπάρχει υπό την έννοια ότι ο Βασιλεύς Γεώργιος Β έφυγε από την Ελλάδα όταν το 1922 είχε ανακηρυχθεί η Αβασίλευτος Δημοκρατία. Επέστρεψε το 1935 όταν με δημοψήφισμα επανήλθε η Βασιλευομένη Δημοκρατία: όλα αυτά τα χρόνια ήταν προστατευόμενος του Γεωργίου Ε΄βασιλέως της Αγγλίας: άρα σε σχέση με τον Ι.Μεταξά (ο Γεώργιος ο Β΄με βάση το σύνταγμα του 1911 το οποίο ίσχυε πλέον από τους αντιβενιζελικούς το 1935 ενάντια στο σύνταγμα του 1927  έφερε τον Ι.Μεταξά στην εξουσία) υπήρχε ομογνωμία για την Αγγλία.

Λόγος για την Εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, 1940.

 




Τα ιστορικά συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από την Εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου του 1940 είναι πολλά και χρήσιμα. Σε αυτόν επίσης τον πόλεμο η Ελλάδα βοήθησε αποτελεσματικά –όπως και στον Α΄παγκόσμιο πόλεμο- ώστε οι σύμμαχοί της να νικήσουν. Η Ελλάδα ήταν με το μέρος των νικητών, άξιζε κάθε μορφή ανταπόδοσης και στήριξης ώστε να γιατρευθούν οι πληγές της και να ακολουθήσει το δρόμο της προόδου και της εξέλιξης.

Η Ελλάδα μέσω του ενεργού της πολεμικού ρόλου, έπειτα ειδικά από την άρνηση στο Μουσολίνι, απέδειξε ότι ελέγχει  πλήρως το ζωτικό της χώρο από τα βόρεια σύνορά της, μέσω του Αιγαίου και Ιονίου πελάγους, έως τα νότια σύνορά της. Η Ελλάδα κατάφερε ώς όριο της Ευρώπης προς την Ανατολή και προσέφερε το Αιγαίο πέλαγος και την Κρήτη στους συμμάχους της, καθυστέρησε τις δυνάμεις του Άξονος, το Αιγαίο πέλαγος δεν χρησιμοποιήθηκε από τις δυνάμεις του Άξονος. Την ίδια στιγμή κατά την οποία η τουρκία ήταν σύμμαχος των δυνάμεων του Άξονος η Ελλάδα αντιστεκόταν στο Αιγαίο πέλαγος κατά των δυνάμεων του Άξονος. Αποδεικνύοντας ότι δικαιωματικά μέσα από την ιστορική της προσφορά κατέχει όσα Εθνικά εδάφη της ανήκουν.

Στην Ευρώπη που ανέτειλε στη δύση του πολέμου, όταν οι σύμμαχοι αναδείχθηκαν νικητές του Β΄Παγκοσμίου πολέμου, σε αυτή την Ευρώπη των αξιών και του ανθρωπισμού, της εξέλιξης και της ενιαίας ανάπτυξης, η Ελλάδα είχε δώσει ήδη τα διαπιστευτήριά της. Από την 28η Οκτωβρίου και μετά η Ελλάδα επολέμησε για τις αξίες της Ευρώπης, για όσα υποσχόταν η Ευρώπη του Διαφωτισμού, της Αναγέννησης, των επιστημών και του πολιτισμού. Θα πρέπει προσεκτικά να αποτιμηθεί το γεγονός ότι η απόλυτη συνεισφορά της Ελλάδας στη νίκη των συμμάχων ισοδυναμεί με το γεγονός ότι ο Ελληνικός πολιτισμός, οι ιδέες και οι αξίες του, οι οποίες είχαν επί αιώνες ζωοποιήσει το ευρωπαϊκό πολιτιστικό έδαφος, είναι αυτός που αποτελεί το θεμέλιο της ευρωπαϊκής πνευματικότητας: άρα ουσιαστικά η Ελλάδα πολέμησε για να προασπίσει όσα αυτή εδίδαξε στη Δύση, όσα έπρεπε να εφαρμοσθούν και έπειτα στην Ενωμένη Ευρώπη: η Ελλάδα της Ειρήνης μπορεί με τις αξίες της και την κουλτούρα να προσφέρει όσα και η Ελλάδα του Πολέμου: δεν πρέπει όμως η Ελλάδα της Ειρήνης να λησμονείται αλλά να απολαμβάνει στο νέο κόσμο που ανατέλλει όσα έχει κερδίσει στην ιστορική σκηνή, στα πεδία των μαχών.

Ο Ελληνικός λόγος, από τον Πλάτωνα έως τον Αριστοτέλη, τους Στωϊκούς και τον Επίκουρο, είναι αυτός ο οποίος ένωσε τον κόσμο σε μία οικουμενική έλλογη ηθική και πνευματική στάση έναντι του θεού, της φύσης, του ανθρώπου. Ο Μέγας Αλέξανδρος είναι ο πρώτος ο οποίος ένωσε την οικουμένη υπό τον ζείδωρο Ελληνικό Λόγο. Η Ελλάδα εξήλθε βαθύτατα διχασμένη (αν και με τους νικητές) από τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε με το περήφανο ΌΧΙ της 28ης Οκτωβρίου, 1940. Όμως η χώρα λίκνο του παγκοσμίου πολιτισμού μπορεί να ενωθεί έναντι της Ιστορίας της, του Λόγου της, των επιδιώξεών της, της ηθικής εξέλιξης και ανάπτυξής της: ώς Χώρα και Πολίτες.

Περί του Γοργίου, ανατρεπτικός λόγος.

 


Ο Πλατωνικός Γοργίας είναι ο διάλογος ο οποίος έντονα μας θυμίζει τη βίβλο, σε πολλά και κρίσιμα αυτού σημεία. Το πνεύμα της βίβλου φαίνεται ότι απόλυτα διακατέχει το διάλογο αυτό στη βάση ότι επικρατεί ώς θείος λόγος ως Σωκρατικός λόγος: ένα πνεύμα απαξίας διακατέχει το διάλογο για τις απόψεις όλων των άλλων ομιλητών, απαξίωση για όλους (Πώλος, Καλλικλής, Γοργίας).

Ο διάλογος αυτός του Πλάτωνος καταδεικνύει την προσπάθεια του φιλοσόφου να επιβάλει τις νοησιοκρατικές του απόψεις στην βάση ότι εάν είναι αλήθεια τόσο το καλύτερο για το νού, εάν είναι ψέμματα δεν πειράζει με κάτι πρέπει να γεμίσει ο νούς. Αυθαίρετες έννοιες, αυθαίρετοι συνδυασμοί, χωρίς καμμία έμπρακτη ή ηθική επιβεβαίωση αλλά και χωρίς καμμία περαιτέρω συμπαντική επιβεβαίωση για όσα εκεί ακούγονται: Βέβαια το τεράστιο πρόβλημα του διαλόγου είναι το γεγονός ότι ορίζει γενικώς έννοιες, χωρίς συγκεκριμένες ειδοποιούς διαφορές και έννοιες όπως η αδικία ερμηνεύεται κατά την ατομικότητα του κάθε ενός.

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: Ο Πλατωνικός Γοργίας ασχολείται με το θέμα της ρητορείας την οποία βέβαια απορρίπτει διότι είναι κολακεία του πλήθους από ανθρώπους οι οποίοι επ΄ ουδενί δεν γνωρίζουν το αντικειμενικό σωκρατικό καλό άρα διασπείρουν το υποκειμενικό και πρόσκαιρο των απόψεών τους. Ο Γοργίας όμως ουδέποτε συζήτησε για αντικειμενικές αλήθειες, συζήτησε για τη δυνατότητα του ανθρωπίνου Νοός να σκέφτεται, να διατείνεται, να αμφιβάλλει, να διατυπώνει γνώμες και το επιστητό: ο Σωκράτης σε ένα πνεύμα άγνωστο προς την Ελληνική κοσμοθέαση επιβάλλει τις δικές του δήθεν αντικειμενικές απόψεις, από κάποιο σημείο μάλιστα και έπειτα δεν αφήνει κανέναν άλλο να ομιλήσει. Συγκεκριμένα εάν όλα δεν σχετίζονται με το Αγαθό θα πρέπει να θεωρούνται ώς άσχημα, ανήθικα, και οδυνηρά. Το ερώτημα είναι σημαντικο: πότε οι Έλληνες απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από το Σύμπαν, τη Φύση, την ενόραση του Όλου, ώστε κλεισμένοι στις πόλεις να προσπαθούν αντικειμενικά να περιορίσουν τη ζωή τους σε ιδέες αφηρημένες του αγαθού και στις συνεπαγόμενες ηθικές πράξεις; Το μεγάλο πρόβλημα είναι η ανάδυση ενός απολύτου Υποκειμένου (Σωκράτης) ο οποίος επιβάλλει νοησιοκρατικές φαντασιώσεις περί ενός αυθαιρέτου Αγαθού (το οποίο ουδέποτε ορίζεται ώς ιδέα, έννοια, δομή, τρόπος ζωής, το οποίο αυθαίρετα απόκόπτεται από την σωματική ζωή την οποία κυριολεκτικά εξευτελίζει λές και ο άνθρωπος δεν έχει σώμα) αυτό μάλιστα το Υποκείμενο οδήγησε απ΄ευθείας στη γένεση του μονοθεϊσμού, του απολύτου Υποκειμένου ενός φαντασιακού θεού, ο οποίος όπως ο Σωκράτης έπλασε το Αγαθό στο μυαλό του και μόνο αυτός ο θεός έπλασε τον αγαθό κόσμο και άνθρωπο στο μυαλό του και μόνο.

Στον Πλατωνικό Γοργία ο Σωκράτης απόλυτα διαχωρίζει το βασίλειο της Φύσης (φυσικού εγγενούς δικαίου) από το βασίλειο της Πόλης (θετό δίκαιο): η Φύση σταδιακά απορρίπτεται υπό την έννοια ότι δίδεται απίστευτη βαρύτητα στην έννοια του δικαίου: επί αιώνες ο κόσμος δέχθηκε μία έννοια η οποία πουθενά στη φύση δεν υφίσταται: ο διαχωρισμός του Σωκράτους σε κόσμο της Φύσης και σε κόσμο της Πόλης είναι επίπλαστος διότι όσα λέγει στο Γοργία ουδεμία εφαρμογή δεν έχουν σε μία Φύση ελευθερίας, συμπαντικής ανοικτότητας και οντολογικής συνεχείας. Θεωρεί ότι η ρητορεία πείθει για όσα θεωρεί ο ρήτορας  όχι ώς δίκαιο ή άδικο αλλά ως χρήσιμη κολακεία προκειμένου και χρήματα να κερδίσει και να επιτύχει του σκοπού του. Διότι ο ρήτορας δεν ενδιαφέρεται για αυτό το οποίο αυτός ενδιαφέρεται δηλαδή για το αγαθό: ουδέποτε ο ρήτορας αναλύει τις έννοιες σε σχέση με το Αγαθό ώστε να τις συνδέσει μαζί του και να υποστηρίξει τα ανάλογα. Άρα ο ρήτορας δεν είναι εραστής του Αγαθού και η ρητορεία δεν χρειάζεται στην πόλη γιατί η πόλις χρειάζεται ανθρώπους που θα διαφημίσουν το Αγαθό.

Έκθεση- έφραση γ λυκείου. Η θεατρικότητα στην περίληψη: μια άλλη πρόταση για τη διδασκαλία της περιλήψεως.

 



Παραδίδεται το παρακάτω κείμενο:

Άποψη: Παιδεία, κοινωνία και ανάπτυξη!

 

Η παιδεία και η εκπαίδευση είναι ο τομέας στον οποίο η Ελλάδα παρουσιάζει ένα  από τα σημαντικότερα ελλείμματα συγκριτικά με τις άλλες προηγμένες χώρες της Ευρώπης και αυτό δεν μπορεί κανείς να το υποβαθμίσει, με τον οποιοδήποτε τρόπο, ό,τι είδους  ιδεοληψία και να κουβαλάει πάνω του. Η παιδεία είναι προτεραιότητα επιβίωσης, πλέον, για  τον τόπο μας και ως τέτοια επιβάλλεται να την αξιολογήσει και να την αναβαθμίσει, επειγόντως μάλιστα, το σύνολο της κοινωνίας. Η παιδεία σήμερα είναι ένα πολύ σημαντικό οικονομικό θέμα, αλλά και ένα μείζον κοινωνικό ζήτημα για την ταλαιπωρημένη από τη δεκαετή κρίση Ελλάδα.

Η παιδεία, πράγματι, είναι ένα κολοσσιαίας σημασίας ζητούμενο για την ελληνική κοινωνία και το μέλλον της νέας γενιάς, καθώς αποτελεί το βασικό μοτέρ εξέλιξης της κοινωνικής δομής, των επιστημών και του πολιτισμού. Παράλληλα είναι εργαλείο βασικό για την αναβάθμιση της οικονομίας και της τεχνολογίας. Η παιδεία, μαζί με την ελευθερία και τη δημοκρατία, έννοιες αναπόσπαστες άλλωστε και μεταξύ τους ανατροφοδοτούμενες, αποτελούν το ύψιστο δημόσιο αγαθό στον σύγχρονο κόσμο. Η πρόσβαση στην παιδεία αφορά ή πρέπει να αφορά όλες σχεδόν τις κοινωνικές ομάδες και αυτή ήταν η επιτυχία του μεταπολεμικού συστήματος της Δύσης. Η περίφημη μεσαία τάξη, η οποία λειτούργησε όντως  ως η ραχοκοκαλιά του μεταπολεμικού μοντέλου, ήταν το αποτέλεσμα αυτής της ευρύτερης πρόσβασης στην παιδεία γενικότερα και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ειδικότερα.

Η παιδεία υπήρξε ο μεγάλος κοινωνικός αναβατήρας (και περισσότερο στις φτωχότερες χώρες σαν την Ελλάδα) και ο παράγοντας σύγκλισης ισοδυνάμων ευκαιριών και δυνατοτήτων, πεμπτουσία δηλαδή της δημοκρατίας σε κάθε πολιτισμένη και ανεπτυγμένη κοινωνία. Τα χρόνια της κρίσης, όμως, στην Ελλάδα αυτός ο εξαιρετικός μηχανισμός σχεδόν κονιορτοποιήθηκε. Η έλλειψη συγκρότησης και στόχων με γνώμονα την παιδεία, οδήγησε γρήγορα στην περαιτέρω όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Σήμερα, τα περιθώρια που διαθέτουν αρκετές κοινωνικές ομάδες, για να σπουδάσουν τα παιδιά τους, είναι δραματικά συμπιεσμένα… Άρα; Η απόκτηση των γνώσεων, η ανάδειξη των δεξιοτήτων, η εκπαίδευση υψηλού επιπέδου, οι μεταπτυχιακές σπουδές και οι καλές δουλειές είναι στην Ελλάδα το αποκλειστικό προνόμιο των εύπορων οικογενειών;

Η νέα εποχή της ατελείωτης τεχνολογίας, της πλούσιας γνώσης, του καλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και της ταχύτατης μετανάστευσης των πληροφοριών και των κεφαλαίων, διαμορφώνει οικονομίες πολύ υψηλής ανταγωνιστικότητας. Οι κοινωνίες  που δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε αυτήν την πρόκληση κινδυνεύουν να γκρεμιστούν (και ήδη υποχωρούν) από τη θέση που έχουν καταλάβει στο διεθνές σύστημα επί πολλές δεκαετίες. Πόσο μάλλον η Ελλάδα! Το αντίδοτο ασφαλώς είναι η παιδεία δυνατού  επιπέδου, οι επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και έρευνα. Από την ικανότητα των χωρών, στη δημιουργία νέων ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών διεθνούς ζήτησης, στη νέα τεχνολογία που μεταβάλλει τα κόστη και τους οικονομικούς κλάδους, θα κριθούν η ανάκαμψη των οικονομιών και η ανάπτυξη των κοινωνιών, για τις οποίες πολύς λόγος γίνεται    πρωτίστως  σήμερα στη χώρα μας. Είναι ο επόμενος κύκλος που θα κρίνει τη βιωσιμότητα και την προοπτική, το βιοτικό επίπεδο, τα εισοδήματα, τις θέσεις απασχόλησης, ιδίως για την Ελλάδα. Εάν πράγματι η χώρα μας θα καταφέρει κάποτε, δηλαδή, να βγει από την κρίση.

Γιατί υπάρχουν οι δημηγορίες στο Θουκυδίδειο έργο;

 



O Θουκυδίδης θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ώς ο ιδρυτής ή θεμελιωτής της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Λέο Στράους ικανώς έχει αποδείξει ότι ο Αθηναίος Ιστορικός είναι ο πρώτος ο οποίος εθεμελίωσε την πολιτική φιλοσοφία. Ο Πλάτων δεν αποτελεί ακριβώς πολιτικό φιλόσοφο διότι δεν ασχολήθηκε με την Πόλη ως συμβάν το οποίο στηρίζεται σε συγκεκριμένες ιδέες και αξίες, ο Θουκυδίδης ασχολήθηκε με την Πόλη ώς σύνολο εφηρμοσμένων ιδεών και αξιών, αλλά και έλλειψης ιδεών και αξιών. Όχι σε μεταφυσικό επίπεδο (Πλάτων) αλλά σε πραγματικό χωρόχρονο.

Τι ακριβώς προσδιορίζεται ώς φιλοσοφία; Σύμφωνα με τον Πλάτωνα (δεν θα διαφοροποιηθεί πολύ ο Αριστοτέλης) φιλοσοφία είναι η έρευνα των πρώτων αρχών, της νόησης της νοήσεως ενός όντος προσώπου και πράγματος. Αυτό ακριβώς έπραξε επί της πολιτικής ο Θουκυδίδης για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά: Όταν ο Σωκράτης προσάρμοσε τις πρώτες αρχές στον εσωτερικό Άνθρωπο, ο Αναξαγόρας στο Νού, ο Γοργίας στο Υποκείμενο ώς συμπαντικό μέγεθος, ο Αθηναίος ιστορικός είναι ο πρώτος ο οποίος προσπάθησε πίσω από τα ανθρώπινα γεγονότα και συμβάντα να εύρη αιτίες και εξηγήσεις. Είναι η πολιτική φιλοσοφία διότι με αυτόν τον τρόπο οι πράξεις της πόλεως και των πολιτών αποτελούν ενσυνείδητες  πράξεις μη τυχαίες αλλά μάλλον βασιζόμενες σε συγκεκριμένες ιδέες και αξίες.

Ο Θουκυδίδης και το νόημα της πολιτικής ιστορίας.

 


http://www.ekivolos.gr/O%20Thoukydidhs%20kai%20to%20nohma%20ths%20politikhs%20istorias.htm

Αυτή η παράδοση αποτελεί μέρος της σειράς: Η δυτική παράδοση, οι σημαντικές ιδέες και τα ζητήματα. Η δυτική παράδοση αντιμετωπίζει σή­μερα πρωτόγνωρες απειλές. Διότι τώρα απειλεί­ται όχι μόνον από εξωτερικούς παράγοντες αλλά και από εσωτερικούς. Βρίσκεται σε ένα στάδιο αποσύνθεσης. Αυτοί που ζουν ανάμεσα μας και πιστεύουν στη δυτική παράδοση, εμείς οι δυτικίζοντες - εμείς οι ξεχωριστοί όπως ο Ντοστογιέφσκι και οι φίλοι του συνήθιζαν να αποκαλούν τους δυτικίζοντες ανάμεσα στους Ρώσους - θα πρέπει να συσπειρωθούμε κάτω από τη σημαία της δυτικής παράδοσης. Αλλά θα πρέπει να το κάνουμε σύμφωνα με ένα τρόπο άξιο της ένδοξης παράδοσης ή τουλάχιστον με ένα τρόπο ο οποίος θα την θυμίζει. Θα πρέπει να τηρούμε τις δυτικές αρχές και αξίες σύμφωνα με το δυτικό τρόπο ζωής. Δεν θα πρέπει να πνίξουμε τις αμφιβολίες μας σε μία θάλασσα δακρύβρεχτης ή ψοφοδεούς συναίνεσης. Επιβάλλεται να είμαστε ενήμεροι για το γεγονός ότι η ζωτικότητα και η ενδοξότητα της δυτικής μας παράδοσης δεν μπορούν να αποσχισθούν από τον προβληματικό χαρακτήρα της. Διότι αυτή η παράδοση έχει δύο ριζώματα: Αποτελείται από δύο ανομοιογενή στοιχεία τα οποία τελικά είναι ασύμβατα το ένα σε σχέση με το άλ­λο. Το εβραϊκό στοιχείο και το ελληνικό στοιχείο.

Μιλάμε και μάλλον μιλάμε ορθά για τον ανταγω­νισμό ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και στην Αθήνα, ανάμεσα στην πίστη και τη φιλοσοφία. Από κοι­νού η φιλοσοφία και η Βίβλος ισχυρίζονται ότι τελικά υφίσταται μία τέτοια οντότητα, μία οντό­τητα και μόνη, χρήσιμη στον άνθρωπο. Αλλά αυτή η χρήσιμη και μοναδική οντότητα η οποία αναγο­ρεύεται στη βίβλο αντιτίθεται στη χρήσιμη και μία οντότητα η οποία αναφαίνεται στην ελληνική φιλοσοφία. Σύμφωνα με τη Βίβλο το πλέον απα­ραίτητο πράγμα είναι η υπάκουη αγάπη. Σύμφω­να με τη φιλοσοφία το πλέον απαραίτητο πράγμα είναι η ελεύθερη έρευνα. Ολόκληρη η ιστορία της Δύσης μπορεί να ιδωθεί σαν μία επαναλαμβανό­μενη διαρκώς προσπάθεια προκειμένου να επι­τευχθεί ο συμβιβασμός ή η σύνθεση ανάμεσα στις δύο αυτές ανταγωνιστικές αρχές. Όλες αυτές ό­μως οι προσπάθειες έχουν αναγκαστικά αποτύχει. Σε κάθε σύνθεση όσο εντυπωσιακό και αν είναι ένα στοιχείο της σύνθεσης θυσιάζεται παρό­λα αυτά σίγουρα στο άλλο, όσο και αν αυτό γίνε­ται με λεπτότητα. Η φιλοσοφία μετατρέπεται ε­νάντια στη φύση της σε θεραπαινίδα της θεολο­γίας, ή η πίστη μετατρέπεται ενάντια στη φύση της σε υποχείριο της φιλοσοφίας. Η δυτική πα­ράδοση δεν επιτρέπει τη σύνθεση αυτών των δύο στοιχείων, επιτρέπει να συνδυάσουμε μόνον την έντασή τους. Αυτό εξάλλου είναι και το μυστικό της δυναμικότητας της Δύσης. Η δυτική παράδο­ση δεν προσφέρει κάποια τελική λύση αυτής της θεμελιώδους αντίφασης, δεν προσφέρει μία κοι­νωνία χωρίς τις αντιφάσεις της. Στο βαθμό που θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για ένα δυτικό κόσμο επίσης θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για θεολόγους οι οποίοι δεν εμπιστεύονται τους φιλοσόφους επίσης για φιλοσόφους οι οποίοι ενο­χλούνται από τους θεολόγους. Καθώς συσπειρω­νόμαστε κάτω από τη σημαία της δυτικής παρά­δοσης θα πρέπει να συναισθανθούμε τον κίνδυνο να γοητευθούμε ή να τρομοκρατηθούμε καθώς θα συμμορφωνόμαστε με αυτή, κάτι το οποίο θα αποτελεί και το άδοξο τέλος της δυτικής παρά­δοσης.

Η Οντολογία της Γλώσσας.

 



Για να καταλάβουμε τη Γλώσσα ώς οντολογικό εργαλείο θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα βάθη της φύσης: από τα τέσσαρα στοιχεία της: τη γή, τον αέρα, τη φωτιά και το νερό: αυτοί οι ήχοι στα σπλάχνα του Όλου ετοιμάζονται να αποτελέσουν κραυγές, φωνές, λόγο: άρα θα πρέπει να σημειώσουμε κάτι το πολύ σημαντκό: η γλώσσα ώς σύνολο δυνάμεων οι οποίες θα διοχετευθούν στον Άνθρωπο ώς λέξεις προϋπάρχει, ώς υλικό το οποίο θα δουλευθεί στο ανθρώπινο φωνητικό σύστημα πρίν να μεταλλαχθεί σε λέξεις: καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ο θεός της παλαιάς διαθήκης δεν εδημιούργησε κανένα κόσμο, απλά περιέγραφε τις δυνάμεις του όλου οι οποίες έφεραν στην οντολογική συνέχεια τον κόσμο: άρα η γλώσσα είναι το διά θεού ή ανθρώπου όπλο περιγραφής και παρατήρησης όλων όσων από τα σπλάχνα του όντος διά των ριζωμάτων συμβαίνουν: άρα η γλώσσα όχι μόνον δεν προκαλεί τίποτε αλλά απλά είναι συνέχεια των δυνάμεων οι οποίες ώς στοιχεία της φύσης προκαλούν τον κόσμο και τον άνθρωπο: αυτά σε αρχικό στάδιο: για αυτό στον Ησίοδο και στον Όμηρο εάν δεν υπήρχε το σκότος δεν θα είχε εφευρεθεί η κατάλληλη λέξη: για αυτό στον Όμηρο ο Οδυσσέας διά των λέξεων περιγράφει συγκεκριμένες καταστάσεις και οι λέξεις δεν δημιουργούν καμμία οντολογική δύναμη, απλά πρώτα υπάρχει η οντολογική δύναμις και έπειτα η λέξη που την ενδύει. Ο Οδυσσέας όταν ξεγελά τον Πολύφημο είναι σιωπηλός, τα μεγάλα έργα γίνονται εν σιωπή, η γλώσσα απλά συμπληρώνει τον ανθρώπινο πολιτισμό όταν ο άνθρωπος ήρεμος θέλει να αφήσει τις ήδη υπάρχουσες δυνάμεις να κατακλύσουν τη ζωή του: στον πόλεμο δεν υπάρχει γλώσσα στην ειρήνη όμως αναπτύσσεται η γλώσσα της επιστήμης κ.ο.κ.

Ας προσέξουμε όμως τούτο: η παλαιά διαθήκη προσπάθησε να ταυτίσει (όπως είπε ο Παρμενίδης) τη γλώσσα ώς νόηση με το Είναι :απεδείξαμε όμως ότι αυτό δεν ισχύει διότι οι δυνάμεις του Όντος δεν ξέρουν το όνομά τους αλλά ώς δυνάμεις αυτοπορεύονται άρα ο θεός απλά περιέγραφε με δικές του λέξεις τη σειρά που έμπαινε διά του όντος στο σύμπαν και στον παρόντα κόσμο μας: άρα για να υπάρξει μία λέξη πρέπει να έχει υπάρξει η δύναμή της πρώτα η οποία να έχει εξελιχθεί σε μορφή και σε δράση: άρα όταν ο πρώτος άνθρωπος ομίλησε ήξερε το σύνολο των κοσμικών δυνάμεων οι οποίες είχαν σταθεροποιηθεί ώς θεός και φύση και άνθρωπος στον κόσμο μας: άρα η γλώσσα είναι άχρηστη οντολογικά διότι όσο καιρό το Όν δημιουργούσε τον κόσμο μας η γλώσσα απουσίαζε: διότι εμφανίσθηκε μόνον όταν καταστάλαξαν στη μορφή τους οι οντολογικές δυνάμεςι του κόσμου μας: άρα όλες οι κοσμογονίες Ησιόδου και Ομήρου όπως και την παλαιάς διαθήκης είναι ηδέα ψεύδη: διότι για όσο καιρό επλάθετο η ημέρα και η νύκτα, η φύση και ο άνθρωπος κανείς δεν μπορούσε να μιλήσει γιατί τίποτε σταθερό δεν υπήρχε: όταν σταθεροποιήθηκε η εικόνα του κόσμου και εμφανίσθηκαν οι λέξεις ώς εργαλείο επικοινωνίας απλά ο Όμηρος και ο θεός και ο κάθε ένας ποιητής περιέγραψε αυτό που είδε κατ΄αρχάς: άρα πολλά από τα οντολογήματα του κόσμου μας αγνοούνται άρα πίσω από την Ησιόδεια νύκτα και την Μούσα του Ομήρου μπορεί να υπάρχουν όντα που ποτέ δεν έγιναν λέξεις: αυτό ισχύει και για την παλαιά διαθήκη.

Μία πρόταση διδασκαλίας του λόγου του Λυσίου: Υπέρ Μαντιθέου.



1. Η ρητορική –στη μορφή την οποία την συναντούμε τον 4ο αι.π.Χ – αποτελεί τη συνέχεια μιάς μακράς ανθρωποκεντρικής διαδικασίας, η οποία σκοπό είχε την ανάδειξη όλων των πλευρών της νοητικής και αξιακής επίδρασης του ανθρώπου στην Πόλη και στους Πολίτες. Η ρητορική αποτελεί τέκνο του Ομηρικού Ανθρωποκεντρισμού και Ανθρωπομορφισμού, τέκνο του Ανθρωπίνου Λόγου ώς παράγοντος που αναλύει το σύμπαν και επιλέγει ποιες δυνάμεις θα χρησιμοποιηθούν από τον Άνθρωπο: εάν η δραματική ποίηση πείθει με την μίμηση πράξεων η ρητορική (παράλληλο και δίδυμος αδελφός της δραματικής ποίησης) πείθει με την μίμηση της θεωρίας: η πράξη του δράματος μιμείται τους μεγάλους ήρωας της Μυθολογίας, αυτά τα αρχέτυπα πρότυπα, η θεωρία της ρητορείας μιμείται αυτούς που ηρέμησαν ελλόγως τη μυθολογία: τους φιλοσόφους: η ρητορεία στην Αρχαία Αθήνα, η ρητορεία του Λυσίου, αποτελεί πρωτότοκο παιδί της νοησιοκρατικής φιλοσοφίας του Αναξαγόρου και των συνοδοιπόρων του, των σοφιστών και των συνοδοιπόρων τους: ο Άνθρωπος πλέον θεωρεί ότι μέσω της ρητορικής μπορεί να πείσει έχοντας ώς μέσο τους συλλογισμούς, τα τεκμήρια, τις ιδέες και τις αξίες. Η ρητορική ως θεωρία είναι η φιλοσοφία του νοός η οποία όμως έχει φύγει από τη συμπαντική έρευνα και έχει μετατοπίσει τις δυνάμεις της σε σχέση με τους πολίτες και την πολιτική ζωή: για αυτό ο ρήτορας δεν ασχολείται με θέματα φύσης ή μεταφυσικής, δεν ασχολείται με το θάνατο και τη μεταθανάτια ζωή, ο ρήτορας είναι ο εφηρμοσμένος επί την πολιτικήν φιλόσοφος, ο Πλάτωνας όταν απεφάσισε να αφήσει τας νήσους των μακάρων και να καταβεί στην πραγματικότητα της πόλης. Ο Λυσίας είναι ο Σωκράτης ο οποίος όμως έχει προσαρμοσθεί στην ρέουσα πολιτική πραγματικότητα: ο Μαντίθεος είναι ο Πολίτης εκείνος ο οποίος ως Πολίτης πρέπει να ψυχαναλυθεί, μαιευτικά να εξωτερικευθεί η αγάπη του για την πόλη, η τιμιότητά του, η αξιοπρέπειά του, η αριτότητά του σε σχέση με την οικογένεια και την πόλη: άς το προσέξουμε: η ρητορεία είναι η εφηρμοσμένη πλατωνική σωκρατική φιλοσοφία επί της πόλεως όμως και όχι επί της φύσεως (Σωκράτης):

Διδάσκοντας το προοίμιο της Οδύσσειας.

 



Oι στίχοι 1-25 αποτελούν την εισαγωγή της Οδύσσειας. Ο πρόλογος, η εισαγωγή ενός επικού ποιήματος ονομάζεται προοίμιο (οίμος = ο δρόμος, πρίν να βαδισθεί ο δρόμος και η οδός του έπους).

Στην Οδύσσεια όμως η εισαγωγή της κατανέμεται σε δύο προοίμια, τα οποία είναι συμπληρωματικά μεταξύ τους ( αυτά αποτελούν και τις δύο θεματικές ενότητες των στ.1-25):

1) το κυρίως προοίμιο ή προοίμιο του ποιητή (1-13): σε αυτό ομιλεί ο ποιητής.

2) το προοίμιο της Μούσας (14-25): σε αυτό υποτίθεται πώς έπειτα από την επίκλησή της από τον ποιητή έχει αρχίσει τη διήγησή της η Μούσα.

Το κυρίως προοίμιο ακολουθεί τη συνήθη οργάνωση ενός επικού προοιμίου:

Α) Επίκληση στη  Μούσα:  Ο ποιητής καλεί τη Μούσα να τον βοηθήσει να αφηγηθεί τα γεγονότα (στ.1).

Β) Διήγηση: (το θέμα του έπους και η υπόθεσή του σε γενικές γραμμές ): (στ.1-11).

Γ) Παράκληση: (ο ποιητής ζητεί από τη Μούσα να αρχίσει τη διήγησή της από κάποιο ορισμένο σημείο ή από όπου θέλει αυτή (στ.12-13).

Ωστόσο παρατηρούμε πώς το πρώτο προοίμιο, το κυρίως προοίμιο, καλύπτει σε γενικές γραμμές μόνο ένα μέρος της υπόθεσης του έπους, και συγκεκριμένα τον αγώνα του Οδυσσέα για το νόστο από την άλωση της Τροίας μέχρι το επεισόδιο με τα βόδια του Ηλίου στη Θρινακία  και το ναυάγιο που ακολούθησε. Έτσι προκύπτει η ανάγκη ενός δευτέρου προοιμίου που θα συμπληρώσει τη θεματογραφία της Οδύσσειας με την αναφορά στην παραμονή του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψούς, στην αποφασισμένη από τους θεούς επιστροφή του στην Ιθάκη, στους αγώνες που τον περιμένουν εκεί, στην οργή του Ποσειδώνα, ενώ σε αυτό ακούγεται για πρώτη φορά και το όνομα του κεντρικού ήρωα.

 

Η Οντολογία του προοιμίου:

Η Οντολογία του Ελληνισμού μέσα από τις λέξεις:

 



Ο Ελληνισμός, μέσω κειμένων αλλά και έξω από αυτά, είναι ροή, κίνησις, δράσις, σκοπός. Η λέξις ροή εξάλλου (αλλά και το γράμμα –ρ) ευρίσκεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε πλείστες όσες λέξεις: Θεών, φυσικών οντοτήτων, πλανητικών συστημάτων και ανθρώπων: Η ροή είναι η Ήρα, η οποία ώς Ρέα ρέει: η Ρέα διά του Κρόνου ρέει την οντολογική ενέργεια φανερώνοντας θεούς και ανθρώπους, είναι οι θεογονείς, θεομήτωρ και θεοπάτωρ: η Ήρα επίσης διά της δυνάμεως Διός ρέει την ενέργειά της προς τους ανθρώπους: η Ήρα με την Αθηνά είναι ο ορισμός της Ομηρικής ωραιότητος: η Ήρα ρέει τη ζήλεια, την οργή, την ψυχική ενατένιση δημιουργική της ψυχής, η Αθηνά τη Σοφία του Νοός: η οποία αφυπνίζει το Νού: με αυτόν τον τρόπο η ροή της Ήρας και της Αθηνάς ζωοποιεί Νού και Ψυχή του Ανθρώπου: διότι ο Όμηρος μετέφερε τα χαρακτηριστικά της Ήρας και της Αθηνάς στην Ελένη ώς Ωραιότητα τα οποία ενσαρκώνονται από αυτούς που ρέουν τη συμπαντική ενέργεια, Ήρωες. Οι άνθρωποι έχουν τη ροπή, ρέουν προς τη συμπαντική τους τελειότητα. Έχουν επί της ροής (φρήν) Νούν ώστε να αντιλαμβάνονται την πορεία τους και να την κατευθύνουν με ιδέες και αξίες. Θρώσκουσιν άνω (επί ροής εισίν-θρώσκω) ώστε να επιστρέψουν σε όλους τους οντολογικούς προορισμούς τους.

Η ροή έπαιξε τεράστιο ρόλο ως οντολογικό μέγεθος στους προσωκρατικούς και αυτό φαίνεται από την ετυμολογία των λέξεων που αυτοί οι τιτάνες του πνεύματος χρησιμοποίησαν: επί της μη περατής ροής (άπειρο) ο Αναξίμανδρος έστησε την Οντολογία του, και ο τεράστιος Εμπεδοκλής επί της ροής των ζωντανών όντων (ριζώματα) στοιχειοθέτησε τη σειρά της οντολογίας του.

Οι Έλληνες όμως ήταν οντολόγοι σύμμετροι, οπαδοί της αρμονίας: Επί της ροής εισίν (αραρίσκω-αρμόζω=αρμονία). Ήξεραν πολύ καλά ότι πρέπει να προσδιορισθούν σε σχέση με τη θέση τους στο Όλον ώστε να κατανοήσουν τη σταθερή οντολογική τους συνέχεια ώς μεταβολή του σταθερού τους σημείου: για αυτό και ανεκάλυψαν το Ειμί: μέσα από το Ειμί ξεπήδησε το  Είναι, Είναι κάτι όταν υπάρχει ώς πηγή οντολογικών προσδιορισμών οι οποίοι εξελίσσουν τον άνθρωπο: για αυτό ο Παρμενίδης ωμίλησε περί του Είναι, εννοούσε ότι Είναι (υπάρχουν) όλα εκείνα τα οντολογικά όπλα τα οποία ώς ιδέες αξίες και αρχές υπάρχουν και κατευθύνουν τον άνθρωπο. Άρα υπάρχει το Όν (μετοχή του ειμί) ώς κάτι πλήσμον δυνάμεων, άρα η τελεία ύπαρξις είναι η μετοχή του ειμί (ουσία): κάτι είναι ουσία όταν είναι γεμάτο από τις δυνάμεις που το ωθούν προς το επόμενο οντολογικό στάδιο. Το Ειμί ζωντανεύει την ανθρώπινη σχέση σε συνάρτηση με όλους και όλα: παρουσία, απουσία, συνουσία (όλα εκ της μετοχής του: ούσα): ειδικά η συν-ουσία είναι η ανταλλαγή όλων των συμπαντικών δυνάμεων οι οποίες συνεργάζονται για την επιστροφή στην μεγάλη οντολογική σειρά.

H Οντολογία του γορδίου δεσμού.

 




H Οντολογία του γορδίου δεσμού.

Το περιστατικό του Γορδίου δεσμού είναι γνωστό. Ο Μέγας Αλέξανδρος όταν κατάλαβε ότι ο δεσμός στην άμαξα του Γορδίου δεν λύεται με το ανίκητο ξίφος του τον απέκοψε, και πλέον δεν υπήρχε ο περίφημος και προφητικά συμβολικός αυτός δεσμός. Μας ενδιαφέρουν τα κίνητρα όπως παρέχονται από τον Αρριανό: ο Αλέξανδρος όταν κατενόησε ότι δεν μπορεί διά χειρός να λύσει το δεσμό, σκέφθηκε ότι εάν το αφήσει το όλο θέμα και δεν αντιδράσει διαφορετικά ίσως οι στρατιώτες αμφέβαλλαν για τις οικουμενικές και χαρισματικές ιδιότητές του: διότι υπήρχε προφητεία ότι όποιος λύσει το γόρδιο δεσμό θα κυριαρχήσει επί της Ασίας. Ο Μακεδών Βασιλεύς ήξερε ότι οι στρατιώτες του, γνωρίζοντας αυτήν την προφητεία θα διερωτώντο για το εάν πράγματι ο υιός του Φιλίππου ήταν αυτός ο οποίος θα γινόταν παντοκράτωρ, Βασιλεύς της Ανατολής και της Δύσης. Ίσως υπήρχαν και στάσεις ανάμεσα στο στράτευμα.

Γι αυτό ακριβώς το λόγο ο Αλέξανδρος διά του ξίφους διέλυσε το γόρδιο δεσμό. Όπως αναφέρεται στις ιστορικές πηγές αμέσως συνέβησαν ακραία καιρικά φαινόμενα, βροντές και αστραπές, συμβολίζοντας όλα αυτά ότι οι συμπαντικές θείες δυνάμεις, αυτές οι οποίες κινούν τον άνθρωπο και τον κόσμο, ευδοκίμησαν την πράξη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ουσιαστικά τον κατέστησαν εκείνη τη στιγμή Βασιλέα της Ασίας.

Μας ενδιαφέρει όμως να εμβαθύνουμε στον αξιολογικό κώδικα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ευρισκόμαστε στα μέσα του 4ου αι. α.κ.χ η πλατωνική φιλοσοφία και η αριστοτελική φιλοσοφία επιζητούν εναγωνίως την αξιακή πραγμάτωσή τους: η διάλυση της πόλεως-κράτους εναγωνίως επιζητούσε τον αντικαταστάτη της: ο θάνατος του Σωκράτους ανέστησε τον άνθρωπο του Νοός ο οποίος δεν εγνώριζε όρια και πολιτειακά σύνορα: ο Μέγας Αλέξανδρος, ο γνώστης και της πλατωνικής και της αριστοτελικής φιλοσοφίας είναι το νέο οικουμενικό Υποκείμενο, ένα έμψυχο αριστοτελικό Υποκείμενο καινοφανές, πρωτότυπο ομοίωμα του καθολικού Ανθρώπου: ο Αλέξανδρος ως βούληση συνεχίζει τη Σωκρατική απόλυτη νόηση ότι ο νοήμων άνθρωπος μέσα από τις απόλυτες αξίες μπορεί να επιβάλει το δίκαιο και το καλό και το Αγαθό: ο Αλέξανδρος είναι η ηθική επιτομή της Ελληνικής κοσμοθέασης: η νίκη της ανθρωπίνης βουλήσεως επί του παντός: για πρώτη φορά ο Άνθρωπος συνδέει την επιθυμία του με την πράξη, εξηγεί τους χρησμούς με ένα τρόπο βιωματικό και πρακτικά δικό του, ξημερώνει η ηθική παντοκρατορία του νοήμονος ανθρώπου ο οποίος πλέον θα ερμηνεύει το σύμπαν τον άνθρωπο και τη ζωή του όπως αυτός θέλει, χωρίς να υποτάσσεται σε θείες ή άλλες δυσκολίες.

Ο γόρδιος δεσμός σηματοδοτεί την ηθική πραγμάτωση της Ελληνικής κοσμοθέασης , από τον Όμηρο και έπειτα, την πραγμάτωση του μυθικού Αχιλλέα μέσω του πραγματικού ηθικού Σωκράτους: αποτελεί την επικράτηση του λόγου επάνω σε κάθε αλογία χρησμού ή άλλης δυσκολίας: σηματοδοτεί την απαρχή της Ανθρωπίνης βουλητικής βολουνταριστικής εποχής: ο άνθρωπος επειδή εξήγησε διά του νοός το Αγαθό, επειδή έφερε διά του Νοός την πολιτεία του Αγαθού στη γή, τώρα νοιώθει ικανός να επιβάλει ηθικώς τη νοητική βούλησή του. Ο Αλέξανδρος είναι το νέο υποκείμενο το οποίο διά του νοός του καλύπτει τη γή, επιβάλει τη βούλησή του, επικρατεί και ξεκινά την ανθρώπινη εποχή: αυτή η οποία μέσω της ρώμης και του δικαίου, θα φέρει τον κλαυδιανό χριστιανισμό, διότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να λάβει θεανθρώπινες διαστάσεις, η ανθρώπινη εποχή θα συνεχίσει με τον ηγεμόνα, τον επιστήμονα, τον άνθρωπο ο οποίος ειδικά στην ψηφιακή εποχή δεν θα λύει τους γορδίους δεσμούς ήρεμα αλλά με ένα δικό του απόλυτο τρόπο ώστε πλήρως να επικρατήσει στη γή και στους ανθρώπους μέσω ειδικά της εφηρμοσμένης επιστήμης.