Ο έλεγχος της βούλησης ως το τελευταίο στάδιο της πολιτικής. Η κατασκευή σήμερα του καθολικού ανθρώπου.

 


Ο έλεγχος της βούλησης  ως το τελευταίο   στάδιο της πολιτικής. Η κατασκευή σήμερα του καθολικού ανθρώπου.

Η εποχή μας διαθέτει ένα μεγάλο χαρακτηριστικό. Η κάθε εποχή το διαθέτει. Διότι είναι εκείνο το χαρακτηριστικό το οποίο την αναδεικνύει. Αναφερόμαστε στο χαρακτηριστικό εκείνο το οποίο προσπαθεί να γεννήσει νέες κουλτούρες επιστήμες και πολτιικές προκειμένου η εποχή μας να φανεί καλύτερη και πλέον εξελιγμένη σε σχέση με άλλες προηγούμενες εποχές. Η ιστορία του ανθρωπίνου γένους είναι μία κοινή και εξελισσομένη δύναμις, αλλά η δομή η αιτία η ιδέα η αξία η οποία κυριαρχεί σε κάθε εποχή προσπαθεί μανιωδώς να συλληφθεί με ένα νέο τρόπο από την επομένη εποχή. Μοιάζει με την τεκνοποιΐα των ανθρώπων. Το παλαιό προσπαθεί μέσα από το χρόνο να εμφανισθεί δήθεν ως νέο αλλά προσπαθεί να καθιερωθεί ως νέο ενώ γνωρίζει ότι είναι το παλαιό μεταμφιεσμένο.

Η πλέον μεταμφιεζομένη διαχρονικά και διιστορικά έννοια είναι η έννοια της πολιτικής. Η πολιτική δεν έχει να κάνει με όσα αναφέρονται σε περισπούδαστα βιβλία (ας αναφέρουμε τα πολιτικά του Αριστοτέλους): η πολιτική έχει να κάνει με το ότι ήταν αδύνατον οι άνθρωποι ευρισκόμενοι μέσα στο οργανωμένο όλον της φύσης να μην διοργανώσουν και αυτοί ένα ανάλογο Όλον το οποίον ωνόμασαν Πόλιν: η Πόλις είναι η τρίτη μετάλλαξη του Όντος μετά το βασίλειο των Θεών και της Φύσεως: εάν προσέξουμε θα διαπιστώσουμε ότι όλα αυτά τα βασίλεια έχουν διαδοχικές φάσεις διαμόρφωσης.

Το βασίλειον των θεών ξεκινά από τη νίκη  των θεών επί των Γιγάντων: άρα συναισθάνεται τις τεράστιες δυνάμεις του: το ίδιο και το βασίλειο της  Φύσεως ξεκινά από τους κατακλυσμούς άρα κατανοεί τις τεράστιες φυσικές και συμπαντικές δυνάμεις του. Το βασίλειο (Πόλις) των ανθρώπων ξεκινά μέσα από πολέμους (Τρωϊκός) άρα και αυτό συναισθάνεται τις άπειρες και τρομερές δυνάμεις και δυνατότητές του.

Στη συνέχεια το βασίλειο των Θεών διά του Διός (Πατήρ θεών τε και ανθρώπων) συσσώρευσε τις συμπαντικές δυνάμεις οι οποίες του αναλογούσαν: είναι η εποχή όπου ο Προμηθέας κλέπτει την τέχνη και το Φώς προκειμένου να εξελιχθούν και να αναπτυχθούν όλα τα όντα της Γαίας: είναι η εποχή όπου η Γή συντίθεται από την αρετή της δημιουργίας: ουρανός θάλασσα γή και αέρας κοσμούν τη γή: αναλόγως η  Πόλις ομορφαίνει μέσα από την μόφωση την ελευθερία την πνευματικότητα και τις αξίες που γεννώνται.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι οι δομές του θεού της φύσης και της πόλης κατασκευάσθηκαν. Έπρεπε ανά εποχή να προσαρμόζονται στα μοντέλα του ανθρώπου και της κοινωνίας. Έπρεπε όμως ως καλά αδελφάκια να συνεργάζονται. Εάν προσέξουμε θα κατανοήσουμε πλήρως τις διαχρονικές συνεργασίες τους: στον Όμηρο οι θεοί καθορίζουν τις ιδέες και τις αξίες των Ηρώων, οι οποίοι στην  Δημοκρατία του Περικλέους αποδιώχνουν τους θεούς και τους αντικαθιστούν με τον ανθρώπινο Νού: διαμορφώνεται λοιπόν μία αρκετά καινοφανής κατάσταση: ο Νούς του ανθρώπου ως θεός καθοδηγεί την Πόλιν η οποία έχει μετατρέψει τη Φύση σε ιδέες και αξίες.

Τα χρόνια περνούσαν και ο Μέγας Αλέξανδρος μεγάλωσε τον κόσμο: οι τρείς δομές συνεργάσθηκαν και πάλι: ο θεός η φύση και ο άνθρωπος: ο θεός η πόλις και ο άνθρωπος: τώρα ο θεός έγινε περισσότερο άνθρωπος (προσωπολατρεία αυτοκράτορος) προκειμένου η φύση να γίνει περισσότερο αυτοκρατορία: σταδιακά το βυζάντιο έδωσε την καλύτερη εκδοχή όλων των συνεργασιών ανάμεσα στα τρία μεγέθη: ο θεός έγινε άνθρωπος και η φύση έγινε τελείως πόλις (ελεγχομένη εκκλησία): για πρώτη φορά οι άνθρωποι ηλέγχθησαν μέσα από την κλειστή  δομή της εκκλησίας: αλλά ηλέγχθησαν πνευματικά: οι πόλεμοι  φανερώνουν ότι δεν μπορούσαν να ελέγξουν τους ανθρώπους  ηθικά και βουλητικά για αυτό (για θρησκευτικούς και άλλους λόγους) τους έστελναν να σκοτώνονται στα πεδία των μαχών).

Σταδιακά όμως ο θεός και η πόλις και ο άνθρωπος πέρασαν σε ένα νέο στάδιο (το οποίο αποτυπώνεται στη νέα φιλοσοφία των Hobbes, Makiaveli, Locke, κ.λ.π): στη δύση του μεταχριστιανικού λόγου το μεγάλο στοίχημα είναι ο θεος να παραμείνει στον άνθρωπο ως Νούς, η Φύση να γίνει εργοστάσιο, κοινωνία, σχολείο, σπίτι, κέντρα διασκέδασης, lifestyle. Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι η μεταβυζαντινή  ευρώπη είναι ο τρόπος σύζευξης θεού και φύσεως και ανθρώπου: ο θεός έγινε ο επιστήμονας άνθρωπος η φύση κλείσθηκε στο εργοστάσιο, στα μαγαζιά, στα κλάμπ, στα σούπερ μάρκετ κ.λ.π.

Ενδεικτικό διαγώνισμα, Ιλιάδα, β΄ γυμνασίου (με απαντήσεις).

 

 

 

 Ενδεικτικό διαγώνισμα, Ιλιάδα, β΄ γυμνασίου (με απαντήσεις).

Κείμενο:

Π, 818-850. (Πάτροκλος και Έκτορας).

Και ο Έκτωρ απ’ τες φάλαγγες, άμ’ είδε τον γενναίον

 Πάτροκλον ν’ αποσύρεται κονταροπληγωμένος,

προχώρησε, του εστήθη εμπρός, και μέσα εις το λαγγόνι 820

την λόγχην όλην έμπηξε κι η άκρη εβγήκε πέρα.

Έπεσε και κατήφεια στους Αχαιούς εχύθη.

 Και ως λέοντας και αδείλιαστος αγριόχοιρος στο όρος

 μάχονται μεγαλόψυχα για μια μικρή βρυσούλα,

ότι να πιουν θέλουν και οι δυο με λύσσαν, ώσπου ο χοίρος 825

 ασκομαχώντας ξεψυχά στον λέοντ’ αποκάτω·

ομοίως τον ανδράγαθον υιόν του Μενοιτίου,

πολλών φονέα μαχητών ο Πριαμίδης Έκτωρ

 με λόγχην εθανάτωσε κι επάνω του εκαυχήθη:

«Την πόλιν μας, ω Πάτροκλε, θαρρούσες ν’ αφανίσεις, 830

 και δούλες στην πατρίδα σου να πάρεις τες γυναίκες,

 ανόητε! Και ακούραστα γι’ αυτές ετρικυμίζαν

τ’ άλογα τα φτερόποδα του Έκτορος, κι εκείνος,

― που είμαι πρώτος μαχητής των φιλομάχων Τρώων,

και δεν θα ιδούν, ενόσω ζω, την δουλικήν ημέρα· 835

 και τώρα σε τα όρνεα θα φάγουν εις την Τροίαν.


Άθλιε! Δεν σε ωφέλησεν ο ανδρείος Αχιλλέας·

θα σου παράγγελνε πολλά την ώραν που εκινούσες:

“Να μη γυρίσεις Πάτροκλε ιππόμαχε, στα πλοία

 πριν σχίσεις εις του Έκτορος τα στήθη τον χιτώνα 840

 βαμμένον εις το αίμα του”· αυτά θα είπ’ εκείνος

και αυτά τα λόγια σ’ άρεσαν, ανόητος ως είσαι».

 Και, Πάτροκλε, του απάντησες με την ψυχήν στο στόμα:

«Έκτορ, καυχήσου όσο ημπορείς, τώρα που ο Ζευς και ο Φοίβος

 την νίκην σού εχάρισαν ― και αυτοί με καταβάλλουν 845

Η Πλατωνική αντίφαση της αθανάτου ψυχής.

 


Η Πλατωνική αντίφαση της αθανάτου ψυχής.

Η βασικοτέρα Πλατωνική αντίφαση είναι η εξής: ο θεός είναι αθάνατος άρα ελεύθερος μέσα στο σύμπαν και στη συμπαντική συνέχειά του. Η ανθρωπίνη ψυχή –σύμφωνα με τον Πλατωνικό Φαίδωνα- είναι αθάνατος: αλλά αυτό  δεν αρκεί: εάν σε αυτή τη ζωή δεν είναι δικαία θα βασανίζεται (στην Πολιτεία στο μύθο του Αριδαίου συζητει για χιλιόχρονη τιμωρία θυμίζοντας τις χριστιανικές εσχατολογίες) ενώ εάν σε αυτή τη ζωή είναι δίκαιος ο άνθρωπος τότε η  ψυχή του θα απολαμβάνει την αθάνατο συνέχειά της (σταδιακά θα απαλλαχθεί και από τη σειρά των σωματικών  φυλακίσεών της και θα ίπταται στο ελεύθερο συνεχές σύμπαν).

Άρα η αθανασία της ψυχής δεν έχει καμμία σχέση με την αθανασία  του θεού: η αθανασία της ψυχής είναι υπό όρους ενώ η αθανασία του θεού είναι απόλυτος: αυτό πώς είναι δυνατόν; Εάν  κάτι είναι αθάνατον δεν σημαίνει ότι δεν πεθαίνει, είναι ανώλεθρο, αλώβητο από τις μορφικές ταλαντεύσεις και συνεχίζει ακάθεκτο τη συμπαντική και οντοογική του πορεία;

Αναμφίβολα ο Πλάτων αντιφάσκει σε αυτό το σημείο: γιατί όμως; Ποιο πράγμα του δίδει τη  δυνατότητα να συνδέσει την δήθεν αθάνατο ψυχή του με την διαδικασία η άδικος ψυχή να τιμωρείται ενώ η δικαία να αμείβεται (θέσις η οποία αποθεώθηκε στους χριστιανούς;):Περίτεχνα ο Πλάτων εστήριξε τη δημιουργία της ψυχής του στην πονηρά μεταφορά της μυθολογίας και του Ελληνικού οντολογικού σύμπαντος μέσα στη φιλοσοφία του.  Είναι κάτι το οποίο ελάχιστα έχει επισημανθεί και αξίζει να το δούμε.

Πώς είναι δυνατόν η αθάνατος ψυχή όταν φεύγει από το σώμα να χαρακτηρίζεται με όρους του σώματος και της σωματικής ζωής; Δικαία, άδικος, σώφρων, ασώφρων κ.λ.π; Άρα η αθάνατος ψυχή κρατεί χαρακτηριστικά του σώματος; Μα πώς αυτό είναι δυνατόν αφ΄ής στιγμής το σώμα εξαφανίζεται. Πώς είναι δυνατόν η αθάνατος και αέρινος ψυχή να είναι δικαία ή άδικος αφ΄ής στιγμής είναι αήρ όν ανώλεθρος συνέχεια; Η απορία λύεται εάν κατανοήσουμε το πλατωνικό παίγνιο προκειμένου να στηριχθεί το νοησιοκρατικό του σύστημα το οποίο σκοπό είχε να κλείσει τον άνθρωπο στον κύκλο των ιδεών προκειμένου να φτιαχθεί μία οικία του ιδεατού όλου ενός πλήρως ελεγχομένου ανθρώπου.

Τα όπλα του Πλάτωνος προκειμένου να φτιάξει αυτή την (ανύπαρκτο οντολογικά) δήθεν αθάνατος μεταφυσική καθαρά ψυχή του  (στον Φαίδωνα και αλλού) είναι δύο: η γλώσσα και η μυθολογία. Οι μυθολογικές νοητικοποιούνται μέσα από τη γλώσσα, επικοινωνούν όλες οι μυθικές μορφές με τον άνθρωπο μέσω της γλώσσης: ώς ιδέα, αξία, ήθος, πράξη, βούληση, συνέχεια. Άρα ο Δίας ώς αγαθό έχει εισέλθει σε γλωσσικές φόρμες και επικοινωνεί με τους ανθρώπους: το ίδιο  για το σύνολο των θεών, θεοτήτων, ημιθέων, κατωτέρων και άλλων θεών, άλλων μορφών ζωής (ανθρωπομορφισμός, ερπετοειδή, αλλομορφικά όντα κ.λ.π): άρα όλη η μυθολογία ώς κίνησις οντοτήτων διά της πλατωνικής γλώσσης μετατρέπεται σε ιδέες και αξίες, επειδή αυτές οι μυθολογικές οντότητες (θεοί, χίμαιρες, ερινύες, θεότητες κ.λ.π) είναι παντού στο σύμπαν , όταν ο Πλάτων τις έκρυψε μέσα στη γλώσσα, στις ιδέες και αξίες της γλώσσας, η γλώσσα κατά κάποιο τρόπο έγινε ο μεταφορέας όλων των μυθολογικών οντοτήτων οι οποίες τώρα διά της γλώσσας φωνάζουν στο ανθρώπινο μυαλό τις ιδέες τις αξίες κ.λ.π: στην απολογία του Σωκράτους το διακρίνουμε έντονα αυτό:

Η πρώτη νύχτα γάμου των Σπαρτιατών.

 


Η πρώτη νύχτα γάμου των Σπαρτιατών.

Αλιεύσαμε στο διαδίκτυο ασύλληπτης ευηθείας και κακονόησης δημοσιεύματα για την περίφημη πρώτη νύχτα του γάμου των Σπαρτιατών. Δυστυχώς (το έχουμε τονίσει αυτό πολλαπλώς) η ενασχόληση με τα Ελληνικά πατρώα κείμενα δεν είναι εύκολη υπόθεση: για κανέναν: δεν υπάρχει φιλόλογος ο οποίος να μπορεί να καταλάβει τη βαρύτητα των λέξεων (διότι πολύ απλά δεν έχει ζήσει στην Αρχαία Ελλάδα): αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα παρερμηνεύουμε αισχρώς τα ιερά κείμενα των προγόνων μας λέγοντες ανυπόστατα πράγματα. Επί τω προκειμένω η παρανόηση του θέματος  «η πρώτη νύχτα του γάμου των Σπαρτιατών» (όπως θα δούμε) στηρίζεται στη φρικτή παρανόηση της λέξεως : εραστής/

Ο εραστής και ο ερώμενος παράγονται από το εράω-ώ, το οποίο σημαίνει : αγαπώ. Ή μάλλον: στη νέα Ελληνική είναι αμετάφραστο διότι καταστρέφουμε την Ελληνικότητα του ρήματος εάν το μεταφράσουμε : ως αγαπώω. Σημαίνει κάτι το οποίο μόνον οι Έλληνες μέσα στο σύμπαν που ζούσαν κατανοούσαν ενορατικά και βιωματικά, εμείς δεν μπορούμε να το καταλάβουμε, το καταστρέφουμε εάν το μεταφράσουμε σύμφωνα με το χριστιανικό: αγαπώ. Στο κείμενο του Πλουτάρχου από αυτό το ρήμα έχει προέλθει όλη η ανόητη παρανόηση για την πρώτη νύχτα του γάμου των Σπαρτιατών η οποία ήταν συνέχεια του ήθους και της αξίας των Σπαρτιατών.

Το ερώ (σανκριστικά rasah= υδρεύω, κυλώ, διαρρέω) δεν έχει καμμία σχέση με τη σημερινή χυδαιοποίηση του εννοήματος : εραστής:  το ρήμα ως παράγωγο της ροής σημαίνει ότι εν τη ροή του συμπαντικού όλου όπου ζούσαν οι Έλληνες ρέει η αισθηματική και πνευματικότης του όλου: άρα ερώ σημαίνει ότι μεταφέρω στον Άλλον την ρέυουσα δύναμη του όλου ως συναίσθημα και πνεύμα: άρα ο εραστής είναι αυτός ο οποίος μεταφέρει στον ερώμενο την ρέουσα δύναμη του παγανιστικού όλου μέσα στο οποίο άνθισε ο Σπαρτιατικός οντολογικός πολιτισμός: οι Έλληνες διά του εραστού εννοούσαν τον ρεύσαντα σε πνευματικό επίπεδο τη ροή του όλου στον ερώμενον: για αυτό και ο Πλάτων αναφέρει τον Σωκράτην ως εραστή ρέοντα τη δύναμη  του όλου; Σε πνευματικό επίπεδο: σε αυτή τη βάση ο εραστής Σπαρτιάτης ήταν ο  ρέων την πνευματική δύναμιν του συμπαντικού ρέοντος όλου στον ερώμενο Σπαρτιάτη σε οντολογικό επίπεδο: η λέξις κατά-στράφηκε όταν ο μονοθεϊσμός δεν άντεξε αυτό το επίπεδο της ανθρωπίνης σχέσης και επειδή ήθελε όλα να τα συνδέσει με το θεό ωνόμασε ως εραστή και ερώμενο μόνον και κυρίως τους σωματικά συνδεομένους: αυτό όμως δεν ίσχυε με αυτές τις λέξεις στην εποχή του Λυκούργου, του Σωκράτους κ.λ.π.

Έχουμε αποδείξει σε πλείστα όσα γραπτά μας ότι ο εραστής και ο ερώμενος είναι η διά του Άλλου ανταλλαγή της ρεούσης συμπαντικής δυνάμεως: άρα ο νέος Σπαρτιάτης ο οποίος περνά τις δοκιμασίες είναι εραστήςη του απείρου και νεωτέρου Σπαρτιάτου, του ερωμένου, διότι ρέει προς αυτόν δυνάμεις εσωτερικής και εξωτερικής ηθικής και οντολογικής  ωρίμανστης: πώς είναι δυνατόν (σύμφωνα με τον Πλούταρχο στο σχετικό έργου του για το Λυκούργο) οι νέοι νυμφευόμενοι Σπαρτιάτες να συνευρίσκονται γρήγορα με τη συμβία ως νεόνυμφοι,έπειτα να επιστρέφουν στους τόπους εκπαίιδευσης (προκειμένου όπως λέγει ο Πλούταρχος να μην απορροφηθούν από την ηδονή ) και εκεί πώς είναι δυνατόν στα στρατόπεδα (σύμφωνα με ανόητα και ατεκμηρίωτα σημειώματα του διαδικτύου) να δίνουν άλλη ανυπόστατη έννοια στις έννοιες  του εραστού και ερωμένου. Τίποτε από αυτά δεν ισχύει, εάν κάποιος απλά θέσει σε  σειρά τη ζωή και τις αξίες των οντολόγων Σπαρτιατών.

Γιατί αργεί η βασιλεία των ουρανών;

 


Γιατί αργεί η βασιλεία των ουρανών;

Το σύνολο των κοσμοθεωρητικών συστημάτων του κόσμου μας χαρακτηρίζονται από την τάση τους να προσφέρουν μία νοητή αρχή αλλά και ένα νοητό τέλος στον κόσμο μας και στον άνθρωπο: τέλος και με την αριστοτελική έννοια (σκοπός) αλλά και με την χρονική έννοια (τελευταίο όριο χρόνου).

Από τη στιγμή κατά την οποία ο Νούς έγινε ο ρυθμιστής της ανθρώπινης ζωής ένα νέο μέγεθος εμφανίσθηκε (πρωτότοκο παιδί της μεταφυσικής): η εσχατολογία. Ο λόγος περί εσχάτων καταστάσεων: η οντολογία της εσχατολογίας είναι ξεκάθαρη: αφ΄ής στιγμής δεχόμαστε ένα νοητό ξεκίνημα του κόσμου και του ανθρώπου θα πρέπει να φαντασθούμε και ένα νοητό τέλος αυτών.Υπάρχει όμως ένα δομικό πρόβλημα στις εσχατολογίες , το οποίο τουλάχιστον  εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε.

Ας πάρουμε την εχατολογία των χριστιανών: υπάρχει η βασιλεία των ουρανών όπου οι καλοί θα γευθούν την αιωνιότητα και οι κακοί θα γευθούν τα  τιμωρητικά άσχημα της κολάσεως. Δηλαδή θα υπάρχει για πάντα το ζεύγος θεού και ανθρώπου; Πώς αυτό είναι δυνατόν; Αφ΄ής στιγμής ο θεός θα εξισωθεί με τον άνθρωπο γιατί θα χρειάζεται και ο θεός και ο άνθρωπος και όχι ένα μέγεθος; Η ιστορία με τον Ιησού (Θεάνθρωπος) περιέχει ένα οντολογικό ατόπημα: αφ΄ής στιγμής η ανθρώπινη φύση μπορεί επάξια να σταθεί δίπλα στο θεό γιατί οι άνθρωποι  υποφέρουν και ο θεός είναι τόσο αλώβητος; Γιατί διαλύθηκε το θεανθρώπινο μοντέλο του  Αδάμ και της Εύας και  του θεού ως κάτι το ενοποιητικό; Άρα όταν ο θεός εξεδίωξε τον Αδάμ και την Εύα εξεδίωξε ένα κομμάτι του εαυτού του (διότι βάσει του Ιησού όλα ήταν θεανθρώπινα γιατί μπορεί η ανθρώπινη φύση να ενωθεί τελείως με τη θεϊκή φύση): άρα γιατί στην εσχατολογία της βασιλείας των ουρανών δεν δέχεται ο θεός το ανθρώπινο κομμάτι του ως τέτοιο αλλά μέρος αυτού (διότι οι δίκαιοι θα υπάγουν στον παράδεισο ενώ οι άδικοι στην κόλαση). Οι άδικοι αποτελούν κομμάτι  του θείου μέρους άρα ο θεός διώχνοντας  τους αδίκους διώχνει κομμάτι του εαυτού του, πράγμα αδύνατο. Η εσχατολογία αφήνει έξω του παραδείσου οριστικά κομμάτι της ανθρωπίνης δημιουργίας, πώς αυτό είναι δυνατόν αφ΄ής στιγμής ο θεός τα έκανε όλα καλά; Επίσης κατοχυρώνει αιωνίως την ύπαρξη παραδείσου και κολάσεως ενώ ο θεός έφτιαξε τον κόσμο ως ενιαίο μέγεθος λίαν καλώς; Δηλαδή δεν θα επιστρέψουν όλοι στον παράδεισο; Πότε φτιάχθηκε η κόλαση η οποία μάλιστα θα είναι και αιώνια;

Το θεμελιώδες όμως πρόβλημα το οποίο ήδη τονίσαμε  είναι άλλο. Η εσχατολογία αποτελεί το κλείσιμο του ΄κοσμικού κύκλου και την απελευθέρωση της οντολογικής συνεχείας των δυνάμεων οι οποίες για λίγο απετέλεσαν τον κόσμο μας και έγιναν και άνθρωποι: άρα ουσιαστικά ή εσχατολογία απελευθερώνει όλα όσα απετέλεσαν την αρχή του κόσμου και  του ανθρώπου: τα οποία ως οντολογικές δυνάμεις θα συνεχίσουν το οντολογικό τους ταξείδι: δημιουργώντας νέους κόσμους και μορφές: άρα πώς είναι δυνατόν στη βασιλεία των ουρανών να ξαναϋπάρξουν όλα όσα υπήρξαν στη γή πρόσκαιρα στην διάστασή μας; Η εσχατολογία λαμβάνει το υλικό από τον πρόσκαιρο κόσμο και άνθρωπο και το απολυτοποιεί αυθαίρετα ως αιώνιο ενώ όλα είναι πρόσκαιρες μετατροπές της μιάς και ανωλέθρου δυνάμεως η οποία έπειτα από κάθε μορφή δημιουργεί νέα μορφή, δεν σέβεται καμμία εσχατολογία αλλά όλα τα διαλύει τα ξαναφτιάχνει και τα προωθεί με νέες ανακατανομές δυνάμεων.

Από την Πλατωνική ιδέα στην μαρξιστική ιδέα. Ποια είναι η διαφορά;η πρόοδος ως πλήρης λογικοποίηση.

 


Από την Πλατωνική ιδέα στην μαρξιστική ιδέα. Ποια είναι η διαφορά;η πρόοδος ως πλήρης λογικοποίηση.

Τι ακριβώς εννοούσε ο Πλάτων λέγοντας ιδέα; Δεν έχει κατά ανάγκη σχέση η λέξη αυτή με τη θεωρία ή την πνευματική ενατένιση των πραγμάτων. Για αυτό εξάλλου ο Αθηναίος φιλόσοφος δεν έμεινε στη στείρα θεωρία αλλά προσπάθησε να πλαισιώσει το σύστημά του με ηθικές αξίες και κυρίως να πλαισιώσει τις ιδέες του μέσα σε ένα ολοκληρωτικό πολιτικό σύστημα.

Η ιδέα ως ετυμολογία σχετίζεται με το ρήμα οράω-ώ, β΄αόριστος είδον, τι βλέπει λοιπόν ο Πλάτων και το καταθέτει ως ιδέα; Βλέπει και ορά συμπαντικές δυνάμεις οι οποίες διέπουν τον κόσμο του. Άρα πρέπει οι δυνάμεις αυτές να αποκτήσουν όνομα,, ταυτότητα, χαρακτήρα, αυτό είναι η ιδέα. Η Πλατωνική ιδέα λοιπόν είναι η πνευματική αλλά και παρατηρητική δυνατότητα ταξιθέτησης των δυνάμεων τις οποίες βλέπει ενορατικά ο άνθρωπος και πρέπει να τις βάλει σε μία σειρά: η ιδέα είναι σειρά ταξιθέτηση κατηγοριοποίηση δυνάμεων συμπαντικών κοσμικών οντολογικών οι οποίες από το μυαλό καταβαίνουν στην όραση (αίσθηση πνεύματος) και εισέρχονται στην ιδεατή κατηγοριοποίηση: άρα η ιδέα είναι τάξη σύνολο δομή: η ιδέα του αγαθού είναι οι δυνάμεις της πορείας της ανακατανομής της ισορροπίας της εξέλιξης όπως τις παρατηρούμε από τον ήλιο έως τη γή, από την ισορροπία των πλανητών, του φυσικού και εμβίου περιβάλλοντος.

Άρα η Πλατωνική ιδέα είναι η ικανότητα του ανθρώπου να ταξιθετεί τις δυνάμεις που κινούν τον κόσμο και τον άνθρωπο: είναι ή ύστατη αφαιρετική διαδικασία, αυθαίρετη και ανύπαρκτη οντολογικά: τι σημαίνει ότι κάποιες δυνάμεις τις κατηγοριοποιώ και τις προσφέρω ως ιδέες, ως οργανωμένα σύνολα δυνάμεων που επηρεάζουν τον άνθρωπο και τον κόσμο; Σημαίνει ότι διαλύω την οντολογκή συνέχεια, επιλέγω κάποιες δυνάμεις ώστε να τις καταστήσω ιδέες και με αυτές να κτίσω την οικία που θα ονομάσω Πόλιν και Ανθρώπινο πολιτισμό. Οι πλατωνικές ιδέες δεν είναι αυθύπαρκτες οντολογικές δυνάμεις, ο Πλάτων τις φοβήθηκε, φοβήθηκε τον Όμηρο, και προσπάθησε όλα να τα κλείσει στο ανθρώπινο μυαλό μέσα από την απροσμέτρητη νοησιοκρατία του: αυτό το μυαλό αυθαίρετα ταξιθετεί τις δυνάμεις του όλου που χρειάζεται με το νού του και τις δομεί σε σύνολα ώστε να φανούν ως ιδέες και επειδή αυτές θα οδηγήσουν και θα καθοδηγήσουν τον άνθρωπο (εκ του άγω) ονομάζονται αξίες.

Άρα δεν υπάρχει καμμία ιδέα του καλού του ωραίου, του κακού, του βλαβερού: απλά επιλέγω δυνάμεις οι οποίες είναι χρήσιμες για το πολιτικό μοντέλο του ανθρώπου που θέλω να κτίσω: πρώτα στο πλατωνικό μυαλό υπάρχει η δόμηση του κόσμου χωρίς ιδέες και έπειτα κατασκευάζονται οι ιδέες: για αυτό σε ολους τους διαλόγους του μέσα από ατέρμονες συζητήσεις προσπαθεί να πείσει τους πολίτες συζητητές για τις κατασκευασθείσες ιδέες οι οποίες επειδή δεν είναι αυθύπαρκτες οντολογικά αλλά είναι αφαιρετικά σωκρατικά σκευάσματα πρέπει δια της πειθούς να επιβληθούν στην πόλη και στην πολιτική.

Η Οντολογία της Αναστάσεως.

 


Η Οντολογία της Αναστάσεως.

Η Ανάστασις ετυμολογικά προέρχεται από την πρόθεση ανα+το ρήμα: ίστημι: Μάλιστα προέρχεται από το θέμα  του β΄αορίστου =έστην, το οποίο είναι παθητικής διαθέσεως με μετοχή: στάς-στάσα-στάν: στάθηκα: άρα Ανάστασις σημαίνει ότι υπό κάποιας δυνάμεως καταφέρνω και στέκομαι και πάλι όρθιος. Το επίρρημα ανασταδόν στον Όμηρο σημαίνει ότι στέκομαι και καταφέρνω υπό μιάς δυνάμεως να είμαι όρθιος.

Άρα ο Ελληνικός Οντολογισμός έδωσε και πάλι τα υλικά στο χριστιανισμό να δομήσει την δογματική του διδασκαλία με την οποία εκυβέρνησε και κυβερνά την οικουμένη. Εάν όμως προσέξουμε θα ιδούμε ότι η Ανάστασις του Ιησού απλά επαναφέρει κατά εικονικό και ανθρωποκεντρικό τρόπο όσα ειπώθηκαν από τους θείους προσωκρατικούς φιλοσόφους: ας το παρακολουθήσουμε.

Το σύνολο της προσωκρατικής φιλοσοφίας είναι καθαρά οντολογικό: οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι θεώρησαν ότι δεν υπάρχει ζωή και θάνατος αλλά μία ανώλεθρος και άφθαρτος και ατελεύτητος δύναμις η οποία συνεχώς υπάρχει αλλά με άλλες μορφές: δηλαδή: η δύναμις του ανθρώπου: η δύναμις του ανθρώπου είναι μία ανώλεθρος άφθαρτος και αθάνατος: απλά αποκτά μορφές οι οποίες εναλλάσσονται ανάμεσα στο πνεύμα και στο σώμα, όμως η κοινή ανθρώπινη δύναμις είναι αθάνατος και άφθαρτος για αυτό και ο άνθρωπος πάντα υπάρχει, έως ότου τουλάχιστον θα υπάρχει η ανώλεθρος οντολογική  δύναμις η οποία τον κινεί.

Η ανακάλυψις των προσωκρατικών είναι κομβική: το Θάλειον ύδωρ, το Ηρακλείτειο  πύρ, το Αναξιμάνδρειον Άπειρον, ο αήρ του Αναξιμένους είναι οι αιώνιες και άφθαρτες και ανώλεθρες δυνάμεις οι οποίες ούτε ζούν ούτε πεθαίνουν απλά διαμοιράζουν τις δυνάμεις του όλου και προκαλούν τις μορφές οι οποίες είναι μεταβολές και μετατροπές της μίας οντολογικής ανωλέθρου δυνάμεως.

Δεν υπάρχει ζωή και θάνατος για τους προσωκρατικούς: το Παρμενίδειον όλον αυτό ακριβώς υποδηλώνει: αρνούμενο την κίνηση ουσιαστικά δέχεται την επαναληπτικότητα της μιάς και ανωλέθρου δυνάμεως η οποία συνέχει τα πάντα: δηλαδή: όλα  Είναι , όλα Είναι μέρος ενός καλοαρμονισμένου όλα, έρχονται και παρέρχονται και πάντα όλα υπάρχουν λές και δεν κινούνται: εγώ φεύγω ο υιός μου έρχεται πάντα κάποιος άνθρωπος θα υπάρχει άρα ο δικός μου θάνατος σημαίνει ότι η γένεσις του υιού μου ισοδυναμεί με την δική μου ανάσταση.

Όλες αυτές οι προσωκρατικές οντολογικές θεάσεις έμειναν σε φυσικό επίπεδο: γιατί; Εδώ  υπάρχει μία σημαντική επισήμανση την οποία λίγοι αναμοχλεύουν: ο άνθρωπος της εποχής των προσωκρατικών, ζώντας μέσα στις φυσικές δυνάμεις, στο κοσμικό συμπαντικό γίγνεσθαι, δεν ένοιωθε ότι ζεί και πεθαίνει όπως το ένοιωθε ο άνθρωπος της εποχής του Ιησού: ο άνθρωπος της εποχής των προσωκρατικών ένοιωθε ότι έρχεται  και φεύγει όπως οι συμπαντικές δυνάμεις της βροχής, τα φύλλα των δένδρων, το χιόνι, η φωτιά. Ένοιωθε ότι είναι φυσική δύναμις ερχομένη και φεύγουσα και επανερχομένη. Ο άνθρωπος των προσωκρατικών ήταν σύνολο  συμπαντικών δυνάμεων,ώριμος ως προς τη συμπαντική κινητικότητά του. Οι θεοί του αυτό αντιπροσώπευαν: ότι οι δυνάμεις του ουρανού, τα άστρα, οι ποταμοί, η γή, ο άνθρωπος μέσα σε όλα αυτά, είναι όλα  αυτά δυνάμεις που έρχονται και επανέρχονται σε ένα ατελεύτητο παιχνίδι της ανωλέθρου δυνάμεως: δεν υπάρχει ζωή και θάνατος αλλά μόνον ροή: για αυτό και ο Ευριπίδης θέτει το παιχνίδι της Αλήθειας της Ωραίας Ελένης να πηγάζει από την  Ήρα (ροή): Σε αυτό το ανθρώπινο μοντέλο ο Θαλής και οι λοιποί  ηύρον το αθάνατο στοιχείο  του ύδατος  ,του πυρός, του απείρου και του αέρος,  για να δηλώσουν ότι οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν αλλά η παραμόνιμη δύναμις που τους κινεί ως ύδωρ, πύρ, άπειρο, αήρ, μένει: άρα οι άνθρωποι ζούν, πεθαίνουν, ανασταίνονται, επί του σταθερού στοιχείου σύμπαντος που τους κινεί: απλά η ανάστασις σε αυτό το επίπεδο είναι κυριολεκτική: οι άνθρωποι ξαναστέκονται στα πόδια τους μέσω των απογόνων οι οποίοι συμβολίζουν την ανάσταση με διαφορετική μορφή των πατέρων τους και μητέρων τους, πάντως όλοι συμβολίζουν την αιωνιότητα της ανωλέθρου δυνάμεως η οποία τους κινεί.

Κριτική του Πλατωνικού Παρμενίδου.

 


Κριτική του Πλατωνικού Παρμενίδου.

Ο διάλογος του Πλάτωνος «Παρμενίδης» είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός Πλατωνικός διάλογος διότι είναι αυτός ο οποίος αντιπροσωπεύει την κορυφαία μεταφυσική στιγμή του φιλοσόφου: σε αυτόν τον διάλογο ο Πλάτων κατασκευάζει το λογικό επινόημα του Ενός το οποίο θα αποτελέσει τη βάση των επερχομένων μονοθεϊσμών και του Νεοπλατωνισμού, των συστημάτων δηλαδή τα οποία θα κυβερνήσουν τον άνθρωπο και τον κόσμο.

Ο Πλάτων απαρνείται τον Ελληνικό Οντολογισμό και συντάσσεται με την υφέρπουσα ανατολική δοξασία νοητικής κατασκευής ενός ανυπάρκτου οντολογικώς μεγέθους του Ενός. Τι πραγματικά σημαίνει το Έν; Οντολογικώς τίποτε. Για τον κόσμο μας όμως (αυτό το γνωρίζει ο Πλάτων) σημαίνει πολλά: τα οποία όλα φαίνονται μέσα στον «Παρμενίδη»: ακινητοποιεί την οντολογική πορεία, αποθεώνει την παρούσα διάσταση, καθιστά τον άνθρωπο κέντρο ενός δικού του κατασκευασμένου  Ενός, αποκόπτει τον άνθρωπο και τον κόσμο από τη συμπαντική ροή, κατασκευάζει μία Γαία κέντρο ενός αυθαιρέτου μεταφυσικού Ενός, σκλαβώνει τον άνθρωπο σε ένα ανύπαρκτο Έν, στερώντας του τη συμπαντική συνέχεια (αυθύπαρκτος Ελευθερία).

Ο Ελληνικός οντολογισμός απλώνεται στο σύνολο του Όλου, στη διαδοχή των κόσμων, στον πολυμορφισμό των ανθρώπων, στην πολυδιάσταση του Όντος (στον κόσμο όπως αυτό ανοίγεται στην Ελληνική Μυθολογία η οποία αποτελεί ισχυρά ανάμνηση του Οντολογικού Ελληνισμού). Ο Πλάτων μέσα από τον Παρμενίδη διαλύει αυτή την Οντολογική διαλεκτική, εξαφανίζει την πολυμορφία του Όλου, καλύπτει την έννοια του οντολογικώς διαφορετικού, αποθεώνει την αρχή της ομοιότητας. Το κριτήριό του σε αυτόν τον διάλογο είναι η ομοιότης (το Έν  είναι το μεγεθος το οποίο συναποτελείται από όντα όμοια μεταξύ τους).

Επειδή όμως θα πρέπει να προσδιορισθεί αυτή  η αρχή της ομοιότητας (σε σχέση με τι μέγεθος δύο όντα είναι και θεωρούνται όμοια μεταξύ τους;) ο Πλάτωνας ανακαλύπτει και αναλύει (και στο διάλογο αυτόν) τη θεωρία των ιδεών (η οποία δεν έχει κανένα οντολογικό έρεισμα, έρχεται από τα βάθη της Ανατολής, μέσα από την έννοια της ανατολικής δεσποτείας η οποία στηρίχθηκε στην ιδέα ότι ο Έν επικρατεί των πολλών όπως ο Ήλιος επικρατεί των όντων της  Γής): στον Ελληνικό Οντολογισμό, στον Ελληνικό Παγανιστικό  Οντολογισμό δεν υπάρχει ή έννοια της  ιδέας, υπάρχει η έννοια της άμεσης ενορατικής μέθεξης στο Ήδη υπάρχον το οποίο ως δύναμις σε κατευθύνει στη συμπαντική ροή.

Τι είναι όμως ιδέα; Εκ του ρήματος ορώ: ιδέα είναι η αυθαίρετος αισθητική διαδικασία διά της οποίας οι άνθρωποι λαμβάνει στο νού του όσα βλέπει αισθητικώς, τα ενοποιεί σε σχέση με κοινά μεγέθη (100 κόκκινα τριαντάφυλλα γεννούν  την ιδέα του κοκκίνου) αυτό το κοινό μέγεθος εισέρχεται στο νού και εκεί διαχρονικά καθιερώνεται ως πνευματικό μέγεθος το οποίο στηρίζεται στην όραση άρα εκ του ορώ=ιδέα.

Ο Πλάτων αποθεώνοντας  την κίνησιν, προσπαθεί να ενοποιήσει τα πολλά. Ο σκοπός του είναι φανερός: ζεί στην εποχή  των επαγωγικών και οριστικών λόγων του δασκάλου του Σωκράτους: η Ανατολή (την οποία γνωρίζει πολύ καλά) έχει καταλήξει στην έννοια ενός κεντρικού μεγέθους όπως είναι ο Θεός: ο Όμηρος επίσης έχει καταλήξει και αυτός σε τρείς βασικές δυνάμεις (οι οποίες εύκολα ενοποιούνται σε μία: Δίας (δύναμις) Ερμής (πληροφορία συνεκτική) Αθηνά(Σοφία): ο Πλάτων προχωρεί στονΠαρμενίδη σε αυτό το οποίο θα αποτελέσει την εξουσιαστικά βάση των επερχομένων μονοθεϊσμών: ενοποιεί με κριτήριο την ομοιότητα των αρχών και αξιών όλες τις δοξασίες, τις πίστεις, τις αισθήσεις, τις αναμνήσεις και ελπίδες των ανθρώπων: γεννά στο μυαλό του (διότι οντολογικώς δεν υπάρχει) το Έν. Απροσδιόριστο μέγεθος, για το οποίο στο διάλογο γίγνεται ένας ατέρμων αγών να υπάρξει: το Πλατωνικό  Έν είναι ανυπόστατο οντολογικά διότι δεν έχει καμμία δυνατότητα ο άνθρωπος να γνωρίσει όλα τα όντα ώστε να τα ενώσει ενώπιον ενός φαντασιακού Ενός: ο Πλάτων θεωρεί ότι κάποια μεγέθη μπορεί να τα ενώσει ως Εν  κρυπτόμενος πίσω από  τη θεωρία των Ιδεών η οποία αντιπροσωπεύει ως θεωρητικό μέγεθος το όλον: όμως μπορώ να γνωρίσω το πάν, μπορώ να έχω άποψη όλων των ιδεών; Σαφώς όχι: άρα ο Πλάτων (στρώνοντας το έδαφος στους μονοθεϊσμούς) κινείται κυρίως αρνητικά: δεν γνωρίζει το όλον ώστε να το μετατρέψει σε Έν, γνωρίζει κάποια όντα τα οποία μετατρέπει σε Έν, με βάση την αρχή της ομοιότητας απορρίπτει ότι δεν του  είναι όμοιο σε σχέση με κάτι (μας θυμίζει την παλαιά διαθήκη η οποία απορρίπτει ως ανόμοιο κάθε τι το οποίο ονομάζει διαβολικό (στην ουσία ως διαβολικό ορίζεται το πλατωνικό μη-ον , το πλατωνικό ανόμοιο): ο Πλάτων λοιπόν στον Παρμενίδη κατασκευάζει έναν κόσμο το οποίο εύκολα και πρόθυμα υιοθέτησαν όλοι οι μετέπειτα μονοθεϊσμοί.

Οι διδαχές της ζωής και του θανάτου.

 


Οι διδαχές της ζωής και του θανάτου.

Η ζωή και ο θάνατος διδάσκουν. Διδάσκουν ποιες πραγματικά δυνάμεις και ενέργειες πρέπει να διαθέτουμε και να απελευθερώνουμε. Κατ΄αρχάς θα πρέπει να θέσουμε τη ζωή μας και το θάνατό μας στην οντολογική τους συνέχεια, σε όλο το συμπαντικό σκηνικό τους, να μην βλέπουμε αποσπασματικά αυτά μέσα από ένα απλά διαρκές παρόν.

Ζούμε εδώ στη  γή μέσα σε κάποιο σώμα (το οποίο έχει ταυτισθεί με τον Εαυτό μας) διότι υπήρξαμε με κάποιο άλλο τρόπο πρίν σε μία άλλη διάσταση ως άλλη κατανομή των δυνάμεων τις οποίες και εδώ έχουμε: άρα ζούμε ως ίδιες οντότητες σε σχέση με τον κόσμο από τον  οποίο ήλθαμε απλά έχουμε άλλη κατανομή δυνάμεων: άρα ζούμε στον ίδιο κόσμο με αυτόν από τον οποίο ήλθαμε στη γή διότι οι ίδιες δυνάμεις προϋποθέτουν ίδιο χώρο και χρόνο:  μπορούμε λοιπόν να θυμηθούμε πού ήμασταν,αρκεί να ενεργοποιήσουμε το σύνολο των δυνάμεών μας: π.χ: εδώ ο νούς έχει κυρίαρχο ρόλο στη ζωή μας: η ίδια αυτή δύναμη στην προηγουμένη κατάστασή μας ίσως δεν είχε μεγάλο ρόλο στη ζωή μας (για αυτό και δεν ενθυμούμαστε από πού ήλθαμε): άρα ποιο μέρος του εαυτού μας  είχε σημαντικό ρόλο ζωής στην προηγουμένη ζωή μας; Ποιο κομμάτι του εαυτού μας  φοβήθηκε η επικρατούσα σκέψη; Το πάθος; Από πού προέρχεται το πάθος; Όχι από το σώμα (το σώμα απλά το πράττει) προήλθε από τον ανώτερο αιθέριο νού που μας περιβάλλει και τον έχουμε πλήρως απενεργοποιήσει: άρα εάν αυτόν τον αιθέριο νού ο οποίος σε σύνδεση με το όλον μας περιβάλλει και μας συνδέει με το σύμπαν τον ενεργοποιήσουμε τότε θα συνδεθούμε και πάλι συνειδητά με το άπειρο παρελθόν μας μέσα από το οποίο ήλθομεν εδώ: ποιο μέρος της ημέρας η επικρατούσα σκέψη κατεδίκασε ως σκότος και έρεβος: τη νύκτα: μέσα στη νύκτα ζωοποιείται και ενεργοποιείται ο αιθέριος νούς μας διά της νυκτός συνδεόμαστε με την προαιώνια ύπαρξή μας.

Άρα εάν συνδεθούμε με την προαιώνια ύπαρξή μας η ζωή εδώ αποκτά άλλο νόημα. Ζούμε  ως συνέχεια ενός προϋπάρχοντος όλου και ενός προϋππάρχοντος εαυτού ο οποίος συνεχίζει εδώ να υπάρχει συνεχίζοντας  το αέναο ταξίδι του,  άρα ανακαλύπτουμε την μία και συνεχή και ανώλεθρο δύναμή μας η οποία μας συνδέει με τον ολιστικό εαυτό μας. Δεν φοβούμαστε αυτή τη ζωή διότι δεν υπάρχει αυτή η ζωή ως αποκομμένο κομμάτι (έρμαιο θρησκευτικών δοξασιών οι οποίες μας φοβίζουν σε σχέση με τη συνέχειά μας στο χρόνο) αλλά ζούμε γνωρίζοντας την όλη συμπαντική εικόνα στην οποία ανήκουμε: ακολουθούμε τον πραγματικό εαυτό μας, σκεφτόμαστε τις δικές μας ιδέες, πράττουμε αυτά τα οποία πραγματικά μας εκφράζουν, νοιώθουμε όλες τις διαφορές μας με τις επικρατούσες απόψεις οι οποίες μας αποκόπτουν από τη συμπαντική συνέχειά μας. Δεν έχουμε πρόβλημα να ταξιδεύουμε στο χρόνο χωρίς το φόβο του θανάτου διότι θάνατος δεν υπάρχει απλά υπάρχει η επομένη συνέχειά μας.

Γιατί ο Κρόνος έφαγε τα παιδιά του; Μία εμβάθυνση στην έννοια της βρώσεως (φαγητού) του Άλλου

 


Γιατί ο Κρόνος έφαγε τα παιδιά του; Μία εμβάθυνση στην έννοια  της βρώσεως (φαγητού) του Άλλου.

Η ιστορία του Κρόνου είναι γνωστή, σύμφωνα με το Γκάθρι προέρχεται από τη βαθεία ινδοευρωπαϊκή παράδοση, η οποία σμιλεύθηκε στον Όμηρο και έπειτα, στην καθαρά Ελληνική παράδοση σταδιακά μετατράπηκε η έννοια του «τρώγω» τον Άλλον στην σύλληψη «γνωρίζω» τον Άλλον: εξάλλου εάν προσέξουμε η πράξη του φαγητού είναι πράξη συμβολικής γνώσεως: επιλέγουμε το φαγητό μας, όπως επιλέγουμε να γνωρίσουμε ένα αντικείμενο, τις καλές και κακές πλευρές του. Τις πλευρές που μας ωφελούν και μας προσφέρουν ευεξία και δύναμη. Αναλύουμε, διαλύουμε την τροφή όπως αναλύουμε και διαλύουμε τις ιδιότητες ενός αντικειμένου όταν θέλουμε να το γνωρίσουμε. Η τροφή εισέρχεται μέσα μας όπως η γνώση εισέρχεται μέσα μας, τρέφει το φαγητό τα ζωτικά όργανα και προσφέρει υγεία και ζωϊκή συνέχεια. Το ίδιο η γνώση; Εισέρχεται μέσα μας και μας προσφέρει σκέψη, ήθος, πράξη, ζωϊκή συνειδητοποίηση.

Η ιστορία του κόσμου μας ξεκινά μέσα από την έννοια του εσθίω, τρώγω: ο Κρόνος τρώγει τα παιδιά του. Είναι ξεκάθαρη η πρόθεση αυτών που ξεκίνησαν αυτή την προέλευση του κόσμου μας, να τονίσουν ότι το πρώτο μέγεθος που χαρακτηρίζει τη διάστασή μας, ο Χρόνος, το σύνολο των σκέψεών μας και των πράξεών μας, ο Χρόνος, η διάρκεια την οποία έχει ως πίστωση δώσει το Όν στα όντα προκειμένου να ολοκληρώσουν αυτή τη μορφή του Όντος, την ανθρωπίνη μορφή, μέσα λοιπόν σε αυτόν τον Χρόνο όλα θα πρέπει να αναλυθούν ως εξωτερικότητα και εσωτερικότητα και να απορροφηθούν το ένα με το άλλο προκαλώντας νέες μορφές, γνώσεις, πράξεις, εξέλιξη. Εάν προσέξουμε η έννοια της βρώσεως (φαγητού) (ειδικά η σκηνή κατά την οποία ο Κρόνος τρώγει τα παιδιά του ) είναι η πρώτη μορφή οντολογικής διαλεκτικής. Είναι η ανταλλαγή δυνάμεων ανάμεσα σε αυτόν που τρώγει και σε αυτόν που τρώγεται: η σύνθεση είναι η σύζευξη της εξωτερικότητας και της εσωτερικότητας: αυτός ή  ό,τι τρώγεται ως εξωτερικότητα, εσωτερικοποιείται και προκαλεί νέες δυνάμεις υγείας, γνώσης, κίνησης, μέσα στο σώμα ή το μυαλό αυτού που έφαγε (σκέφθηκε, εγνώρισε): άρα η έννοια του τρώγω (πνευματικά ή  σωματικά) αποτελεί την γενεσιουργό αιτία του κόσμου μας. Για αυτό εξάλλου σμιλεύθηκε τόσο πολύ στον άνθρωπο, όχι όμως στα ζώα. Ο άνθρωπος όπως με το Λόγο ηρέμησε το όλον και το ανέλυσε σε ιδέες και αξίες, παρόμοια μέσω της φωτιάς (συμβολικού λόγου) ηρέμησε και την έννοια και τον τρόπο της τροφής: ο άνθρωπος σταδιακά τρώγει μαγειρεμένο και όχι ωμό φαγητό: όπως μέσω του λόγου μετατρέπει τα πάντα σε ιδέες και αξίες και τα εσωτερικοποιεί, παρόμοια μέσω της φωτιάς σμιλεύει την τροφή και την θέτει μέσα  του αφού την μετατρέψει σε ένα ωραίο και ευπαρουσίαστο φαγητό το οποίο έχει χάσει τη φυσική του αγριότητα.

Η ιστορία του Κρόνου μας θυμίζει ότι η ιστορία αυτού του κόσμου , αυτού του χρόνου, ξεκινά με την έννοια του τρώγω. Ο Κρόνος (χρόνος) δεν νοείται χωρίς την έννοια της διάλυσης, φάγωσης, βρώσης, άρα ανάλυσης και κατανόησης, εσωτερίκευσης και πράξης: όπως ο άνθρωπος τρώγει την ύλη παρόμοια αναλύει και εσωτερικοποιεί τα πνευματικά και ηθικά δεδομένα: οι κινήσεις αναλογικά είναι ίδιες: όπως χωνεύουμε το φαγητό αφού πρώτα το διαλύσουμε παρόμοια εσωτερικοποιούμε τη γνώση  αφού πρώτα την αναλύσουμε και την κατανοήσουμε: ‘Αρα η ιστορία  του Κρόνου ο οποίος τρώγει τα παιδιά του περνά το μήνυμα το οποίο δανειστικά πέρασε και η παλαιά διαθήκη: σε αυτόν τον Κρονικό δεσμό είμαστε όλοι πεινασμένοι άρα με πόνο και κόπο θα εσθίουμε , θα τρώγουμε υλικώς και πνευματικώς τα πάντα, οδηγούμενοι και στην υλική αλλά και στην πνευματική υγεία.

Η γένεση της γλώσσας.

 


Η γένεση της γλώσσας.

Τι πραγματικά είναι η γλώσσα; Σίγουρα δεν είναι η ακουστικότητά της, μόνο, το ύφος ή υφή της. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο από όλα αυτά. Γλώσσα είναι το σύνολο των ιδεών και των αξιών οι οποίες μεταφέρονται μέσω αυτής και κυβερνούν τις ζωές μας, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η γλώσσα συναποτελεί το πλέον ολοκληρωμένο εξουσιαστικό μέσο σε σχέση με τον άνθρωπο, επίσης θα πρέπει να καταλάβουμε κάτι το οποίο ίσως δεν έχει επισημανθεί αλλά είναι κάτι πολύ σημαντικό. Δεν ομιλούν οι άνθρωποι: είναι λάθος αυτό: τουλάχιστον δεν ομιλούν μόνον οι άνθρωποι το ανεπτυγμένο φθογγολογικό αλφάβητο το οποίο δημιούρησε τον κόσμο μας και την πολυσχιδή ιστορία  του.Ομιλεί ο αέρας όταν δέχεται τους νεκρούς ανελυμένους σε δυνάμεις, ομιλούν βέβαια και οι ενσώματοι άνθρωποι.

Ας συζητήσουμε αυτό το οποίο είναι κάτι πράγματι κατατοπιστικό: η μεγάλη αιτία της  γλώσσας (ομιλίας) δεν είναι ο άνθρωπος ούτε το μυαλό του. Αυτά έρχονται έπειτα: η μεγάλη αιτία είναι ο αέρας. Ο οποίος ακολουθεί και ανήκει σε ολους τους ανθρώπους: ο αέρας είναι ο πατήρ της γλώσσας, η γλώσσα είναι η συμφωνία ανάμεσα στους ανθρώπους για το πώς θα καταλαβαίνουν τους φθόγγους οι οποίοι είναι αέρας και τίποτε άλλο: άρα ο αέρας βάζει το υλικό και οι άνθρωποι το νοητικό συμβόλαιο.

Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε και κάτι άλλο το οποίο επίσης είναι πολύ σημαντικό (η γλώσσα ως ίδιον της ανθρωπίνης μορφής βοήθησε τον Αριστοτέλη να αναπτύξει την έννοια της ανθρωπίνης μορφής στα Μεταφυσικά του).Τι ακριβώς είναι η ανθρωπίνη μορφή: εάν απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα καταλάβουμε τη γένεση και τη ροή και την διατήρηση της γλώσσας. Η ανθρωπίνη μορφή δεν είναι μόνον η ύλη του σώματος και των οργάνων του: άρα η ανθρωπίνη μορφή είναι το σύνολο των πνευματικών και σωματικών δυνάμεων οι οποίες χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο: άρα ο άνθρωπος ομιλεί τη γλώσσα με την υλική δομή  του φωνητικού του συστήματος αλλά και με τις πνευματικές του δυνάμεις οι οποίες απλώνονται στο χρόνο και μετά θάνατον: ομιλούν οι ζωντανοί αλλά και οι νεκροί: διότι και οι ζωντανοί και οι νεκροί απολαμβάνουν τον ίδιο αέρα. Δεν φεύγουν σε άλλο σύμπαν στην ίδια διάσταση ζούν: άρα ο άνθρωπος δέχεται τους φθόγγους και τις λέξεις τους με τρείς τρόπους: από τον εαυό του, τους άλλους ζωντανούς, τους άλλους νεκρούς: άρα η γλώσσα είναι η παραμόνιμη διαχείριση των ιδεών και αξιών οι οποίες μέσα από ζωντανούς και νεκρούς φτιάχνουν έναν κόσμο μέσα στον οποίο διαβιοί ο άνθρωπος: άρα όλα γύρω μας ομιλούν και ποτέ δεν παύουν να ομιλούν: το αγαθό, το καλό, το κακό, η λύπη και η χαρά κάθε μέσα εδώ και χιλιάδες χρόνια απασχολεί το νού και την  καρδιά κάθε ανθρώπου είτε από ζωντανούς είτε από νεκρούς πομπούς: αυτό το κατάλαβε ο Θαλής και φωνάζει ότι τα πάντα πλήρη θεών εστί: εννοούσε ότι όλα γύρω μας φωνάζουν και ομιλούν στο ανθρώπινο μυαλό: άρα η λέξη π.χ ενδελέχεια επέζησε γιατί την είπαν οι ζωντανοί, την επαναλαμβάνουν ως ανάμνηση υπενθύμιση ο νεκροί, την βλέπουμε γραμμένη στο βιβλίο: η λέξη αυτή  (όπως συλλήβδην οι λέξεις) κλείνουν τον άνθρωπο σε ένα σύστημα ιδεών και αξιών: ουσιαστικά οι ανθρώπινες μορφές όπως περιφέρονται στο σύμπαν (ζωντανοί και νεκροί) διά της γλώσσης αλληλοεξουσιάζονται, διότι η γλώσσα προκαλεί σκέψεις και πράξεις: χωρίς τη γλώσσα ο άνθρωπος ως αγνή ανεξάρτητος δύναμις θα είχε φύγει από αυτή τη  διάσταση. Είμαστε ό,τι ομιλούμε, υπάρχουμε (πρακτικά και θεωρητικά) διότι ομιλούμε.

Ας αναζητήσουμε τον τρόπο γένεσης της γλώσσης.

Η Πλατωνική προέλευση της θεραπείας του παραλύτου από τον Ιησού.

 


Η Πλατωνική προέλευση της θεραπείας  του παραλύτου από τον Ιησού.

Η καινή  διαθήκη μπορεί αναμφιβόλως να διαβασθεί κατά φιλοσοφικό μόνον  τρόπο. Υπό αυτό το πρίσμα θα κατανοηθεί ότι αποτελεί το μεταελληνιστικό τέλος της ανθρωποκεντρικής σωκρατικής φιλοσοφίας. Ο Ιησούς ως το ιδανικο ανθρώπινο μοντέλο (κατά το Σωκράτη) φαντάζει ως ο μετααπολογητικός Σωκράτης μέσα στα χρόνια:επαγωγικά λόγια, οριστικοί λόγοι, ο άνθρωπος ως το σημείο αναφοράς του κόσμου και των γνωστών δυνάμεών του, η υψηλή και ψιλή στάση έναντι του θανάτου, η διάκριση ψυχής και σώματος. Κυρίως όμως επανέρχεται κεκαλυμμένη μέσω των θελογικών εφευρημάτων (η βασιλεία του θεού, ο παράδεισος, η ανάσταση των νεκρών κ.λ.π) πλήρως η θεωρία  του Μένωνος περί την ανάμνηση, η θεωρία του Φαίδωνος περί την αθανασία της ψυχής, περί την σκληράν διάκρισιν της προϋπαρχούσης αθανάτου ψυχής και του φθαρτού σώματος. Θα λέγαμε ότι συλλήβδην η καινή  διαθήκη αποτελεί συνέχεια των πλατωνικών διαλόγων, επειδή μάλιστα έπρεπε το βιβλίο αυτό να επιβληθεί σε εκατομμύρια ανθρώπων ενεδύθη το θρησκευτικό λατρεία μανδύα προκειμένου  διά του θρησκευτικού συναισθήματος να επιβληθεί ευκολότερα στα πλήθη ώστε ξαφνικά οι βυζαντινοί λαοί να αποκτήσουν έναν νούν τον χριστιανικόν τρόπο σκέψης και πράξης.

Η πλατωνική λοιπόν προέλευσις της καινής διαθήκης είναι έκδηλος στα θαύματα αλλά και στις παραβολές  του Ιησού. Εξάλλου στη Γαλιλαία όπου πρωτοεδίδαξε –όχι στην Ιερουσαλήμ- ήταν αποικία (κατά κάποιον τρόπον Ελλήνων (υπήρχε πλουσιώτατο Ελληνικό παρελθόν (ναός του Διός κ.λ.π). Ας ασχοληθούμε με τη θεραπεία του παραλυτικού: του παραλυτικού της Καπερναούμ: Κατά Μάρκον , κεφ. Β΄, 1-12. Ο Ιησούς ευρισκόταν σε οικία, οι άνθρωποι όταν το έμαθαν (κάποιοι από αυτούς) έφεραν έναν παραλυτικό συγγενή τους. Ο Ιησούς (κατ΄αρχάς δεν του είπε: σήκω και περιπάτει, αλλά : αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι»: Έπειτα προκειμένου να ολοκληρώσει τη θεραπεία του παραλυτικού (ενώπιον των Φαρισαίων οι οποίοι αντιπροσώπευαν  το παλαιό κατεστημένο του τόπου) είπε το περίφημον: «άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».

Κατ΄αρχάς ο Όμηρος αποθεώνει την έννοια της κινήσεως:  σημαντικά θαύματα του Ιησού έχουν να κάνουν με την κίνησιν: η κίνησις (σωματική και πνευματική  (η σωματική κίνησις των Ολυμπιακών αγώνων είναι προτύπωσις της πνευματικής αξιακής  κίνησης των Ανθρώπων προς τον Όλυμπον των αιωνίων δυνάμεων) αποτυπωνεται στον ωκύποδα και ωκύμορον Αχιλλέα, ο οποίος κινείται γρήγορα προς τον ουρανόν της Μοίρας του: ο Οδυσσέας επιτυγχάνει τον νόστον του μέσω της κινήσεώς του εις το πέλαγος των πολυτρόπων περιπλανήσεών του. Ο παραλυτικός είναι ο άνθρωπος ο οποίος ακινητοποιήθηκε και πρεπει να κινηθεί: ο Σωκράτης στον  Φαίδωνα, κατά τρόπο εκπληκτικής διαλεκτικής σαφηνείας, αποκαθιστά την αιωνία μεταζωϊκή και θανάτια κίνησιν της ψυχης: ο Θεός αποστέλλει κίνδυνον και ανάγκην ώστε ο Σοφός να κινηθεί προς την αιωνιότητα της Γνώσεως: όχι τυχαία ο Ιησούς αποκαθιστά την κίνησιν και περνά το μήνυμα: κινηθείτε,  η κίνησις είναι αυτή που  κινεί τα όντα στον σκοπόν των. Ο Σωκράτης κινείται προς την ερίβωλον Φθίαν όπως ο παραλυτικός κινείται προς την βασιλεία των ουρανών (πλατωνική ανάμνησιν του κόσμου των ιδεών).

Εις τον Φαίδωνα η αθανασία της ψυχής προϋποθετει την διάκρισίν  της από το σώμα το θνητό και το παθογόνο: ο παραλυτικός της Καπερναούμ εκκινείται σε αυτό το δυαλιστικό ξυρό μονοπάτι: η τελεία και καθαρά ψυχή κινεί το σώμα ακέραιο προς το θάνατο και την διακριτή απελευθέρωσιν σώματος και ψυχής:

Είμαστε όλοι θρησκευόμενοι.

 


Υπάρχει μή θρησκευόμενος Άνθρωπος; η απάντηση βέβαια είναι κατηγορηματικά όχι: όλοι είμαστε (εκόντες άκοντες) θρησκευόμενοι, διότι η βάση του κόσμου αυτού δεν είναι η φιλοσοφία αλλά η θρησκεία. Οι Μινωΐτες δεν είχαν Πλάτωνα αλλά είχαν θρησκεία, οι Μυκηναίοι δεν είχαν Αριστοτέλη αλλά είχαν θρησκεία. ο Όμηρος και η παλαιά διαθήκη ώς θρησκειες έκτισαν τον κόσμο, όλα αρχίζουν από θείες συλλήψεις πρίν ολοκληρωθούν σε μοντέλα ανθρώπων δημιουργημένων με θείες προδιαγραφές: ο Οδυσσέας όσο και ο Μωύσής δεν τολμούν να ξεφύγουν από τις επιταγές των θεών των. Άρα λοιπόν πρώτα πιστεύσαμε σε θεούς και έπειτα στον εαυτό μας: ακόμα και οι άθεοι (Πρωταγόρας) ήταν βαθέως θρησκευόμενοι διότι δέχονταν την αρετή η οποία είναι θεία έννοια ισόρροπης δημιουργίας του κόσμου: απλά ο άνθρωπος αρνειται την πηγή αλλά υιοθετεί το νερό της: ο Πλάτων και ο Σωκράτης είναι σημαντικοί όχι τόσο γιια αυτά που είπαν (μία προσεκτική μελέτη θα καταλάβει ότι η πλατωνική φιλοσοφία ισχύει επειδή ο άνθρωπος είναι εγκλωβισμένος στον κύκλο ανάμεσα στην ανύπαρκτη ιδέα και στον κατευθυνόμενο εαυτό του, ο Πλατωνισμός ισχύει επειδή χρειάζονται τα πανεπιστήμια ως εκκλησίες να κρατούν τους πιστούς καθηλωμένους πέρα από το ατομικό ξύπνημα του ατομικού δρόμου ο οποίος απελευθερώνει από τις φιλοσοφίες της πρόσκαιρης ιδέας) αλλά είναι σημαντκοί διότι είναι οι πρώτοι οι οποίοι έκρυψαν τη θρησκεία στη φιλοσοφία: καλλίτερα: είναι οι πρώτοι οι οποίοι τη Μινωϊκή και Μυκηναϊκή θρησκεία την βάφτισαν ιδέα, την έκαναν σκέψη, την ένωσαν με ηθική, την άρχισαν από το ανθρώπινο μυαλό, και ξαφνικά ο άνθρωπος ένοιωσε ότι είναι Νούς ανεξάρτητος και ελεύθερος: λάθος, μέγα λάθος: ο νούς είναι ο μεταμορφωμένος θεός των θρησκειών μέσα μας ο οποίος μας υποδουλώνει το ίδιο με  κάθε θεό: για αυτό εξάλλου ο Αχιλλέας μεταλλάχθηκε σε Σωκράτη, το εξωτερικό κάλλος σε εξωτερικό άσχημο αλλά δήθεν σε εσωτερική αρμονία (από πότε οι Έλληνες υιοθέτησαν το εξωτερικό μη κάλλος ως αρχή της ζωής των, το έκαναν όταν ο θρήσκος προχριστιανός Σωκράτης  τους έπεισε ότι ο Ελληνικός Οντισμός είναι πολύ χαοτικός και για αυτό θα πρέπει ένας θεός να στηρίξει τη θεατρικότητα και συγκεκριμενικότητα αυτού  του κόσμου: διότι ακριβώς αυτό  είναι θρησκεία: η συγκεκριμενικότητα της σκηνής αυτόύ του θεάτρου που λέγεται κόσμος όπου με σεναριογράφο το θεό ο άνθρωπος υποδύεται διαφόρους λόγους.

Για αυτό οι Αθηναίοι σκότωσαν το Σωκράτη: στην απολογία του Ξενοφώντος είναι πασιφανές ότι ο Σωκράτης υιοθέτησε έναν τέτοιο εσωτερικό θεό (και στο Μένωνα) άγνωστο στους Έλληνες αλλά γνωστό στους μετέπειτα χριστιανούς: ένα θεό κοινό σε  όλους ως ήθος και αρετές: ο Οντολογικος λησμονηθείς Ελληνισμός δεν τα ήξερε αυτά τα πράγματα: ήξερε την ατομικότητα του Αχιλλέως, το νόστο του Οδυσσέως, πιο πίσω ακόμα την ατομική πορεία των Φωτισμένων Όντων, τη συμπαντική περιδιάβαση, τις πολλές μορφές (από τον Πάνα έως την Ωραία Ελένη) τους πολλούς θεού και θεότητες , ερπετοειδείς και ποικιλόμορφους και ανθρωπίνους.

Η βαθυυτέρα σημασία της Κίρκης.

 


Η βαθυυτέρα σημασία της Κίρκης.

Η ιστορία της Κίρκης, είναι η μοναδική περιπλάνηση του Οδυσσέως η οποία θέτει τον Βασιλέα,  το νοήμονα Βασιλέα της Ιθάκης, έναντι των αλόγων ζώων. Η βαθυτέρα διαλεκτική είναι δεδομένη: κάτι θέλει και πρέπει να κερδίσει ο έλλογος Οδυσσέας από αυτή την αντιπαράθεση: ο Όμηρος είναι σαφής στη μέθοδό του: ο αντίπαλος και εχθρός είναι ο μεγαλύτερος δάσκαλος διότι αυτός καθορίζει την προσδιοριστικότητα του Ανθρωπίνου υποκειμένου ουσιαστικά το ερώτημα τίθεται ως εξής: μέσω του ζώου τι κερδίζει το νοήμον υποκείμενο (ο Οδυσσέας;). Τι πραγματικά αντιπροσωπεύει το ζώον, το άλογον ζώον, το οποίον δεν πρέπει να παρασύρει τον πολύτροπο και πολυέλλογο βασιλεα της Ιθάκης;

Δεν θα πρέπει να μείνουμε στους γνωστούς αφορισμούς ότι το άλογο ζώο αντιπροσωπεύει την αλογία κ.λ.π. Είναι μάλλον μία υπεραπλούστευση Εξάλλου δεν θα πρέπει να ξεχνούμε την παραδοσιακά καλή σχέση των Ελλήνων με τα ζώα μέσω της Μυθολογίας. Ο Δίας συχνά –πυκνά μεταμορφωνόταν σε ποικίλα ζώα, τα ζώα έχουν ξεχωριστή θέση στην Ελληνική μυθολογία επειδή μεταφέρουν κοινές τοις ανθρώποις φυσικές ενδιάθετες δυνάμεις: Η τραγωδία είναι η ωδή των τράγων, τα ταυροκαθάψια και ο Δίας –ταύρος ενθυμίζουν την σεβασμιότητα προς τον ταύρο ως πηγή  δυνάμεως, οι Λέοντες των Μυκηνών θυμίζουν την πίστη των Ελλήνων ότι ο Λέων είναι και αντιπροσωπεύει συμπαντική δύναμη, το τέθριππο άρμα του Αχιλλέως μας θυμίζει την αγάπη των ηρώων  για τους ίππους οι οποίοι στον Πλάτωνα αναπαριστούν ψυχικές δυνάμεις.

Άρα δεν είναι απλά το πέρασμα από το άλογο στο λογικό το οποίο ώθησε τον Οδυσσέα να απαρνηθεί αγαθά της Κίρκης: ζωώδους καταστάσεως: εάν προσέξουμε το κείμενο θα διαπιστώσουμε τα εξής: Η Κίρκη προσφέρει μαγικό ποτό (κυκεώνα) και με το μαγικό της ραβδί μεταμόρφωσε τους συντρόφους σε χοίρους: είναι ο μοναδικός περιπλανητικός σταθμός όπου ένας σύντροφος μένει έξω από όλο αυτό και ο σύντροφος (ο Άλλος) είναι αυτός ο οποίος ενημερώνει το Βασιλέα της Ιθάκης. Ας το προσέξουμε αυτό είναι πολύ σημαντικό: ο Άλλος είναι το μέτρο μου, ξεκινά η δύναμη της πληροφορίας, της γνώσης: άρα ο Οδυσσέας ενημερώνεται από τον Ευρύλοχο: ο Όμηρος θέτει τις βάσεις της πολιτικής γνώσης,  ο ένας αποτελεί πηγή γνώσης του άλλου: ο Άλλος αποκτά τη δυναμικότητα της Γνώσης περί του είδους, της μορφής, της ουσίας.

Ο Οδυσσέας όμως δεν υπολογίζει τον Ευρύλοχο όσο τον Ερμή: σε αυτό το σημείο ευρίσκεται η σημαντικότητα της απόρριψης της ζωώδους φύσεως: Ο Ερμής (εκ του είρω = ενωνω) ο φορέας της πληροφορίας η οποία ενώνει τους ουρανούς με τη γαία, πληροφορεί τον Οδυσσέα και του δίδει και  αντιφάρμακο: θα  πρέπει να προσέξουμε πολύ αυτό το σημείο: νέα πληροφορία, νέα γνώση, νέα αξία , νέα αιτία, προκαλεί  την απόρριψη της ζωώδους φύσεως: γενικά ο Όμηρος  είναι αυτός ο οποίος κληρονομεί την παράδοση ανθρώπων οι οποίοι είτε προέρχονταν από δυνατούς πολιτισμούς είτε είχαν  ανακαλύψει το πολύτροπο ποιόν τους  (καταλαβαίνουμε ότι η ασύλληπτη Ομηρική γλώσσα δεν εγεννήθη το 800 π.Χ αλλά χρειάσθηκε πολλούς αιώνες ώστε να συνειδητοποιηθεί άρα επί πολλούς αιώνες εκυοφορείτο η ανθρωπίνη προσωπικότητα αυτή που ήθελε το νού και την ψυχή και το σώμα να το διαφοροποιήσει από τη λοιπή κοινή σε όλα φύση) ( εξάλλου οι αναμνήσεις των προσωκρατικών, πυθαγορείων , ερμητικών και ορφικών  κειμένων αυτό εξυπηρετούν :την προσπάθεια επιφανείας ενός νέου νοήμονος ανθρώπου) μέσα από τα βάθη της γής)( ο Προμηθέας δεσμώτης επιτίθεται στο Δία αλλά μας δίδει την πολύτιμη πληροφορία ότι οι άνθρωποι έχουν το Γιγάντιο και Τιτάνειο στοιχείο άρα αξίζουν της φωτιάς (τέχνης του λόγου και της ποίησης): η στιγμή είναι σημαντική: ο Ερμής μεταφέρει το μήνυμα της εσωτερικής σοφίας του ουρανού (συμβολισμός για τη μεταφερομένη συμπαντική σοφία) ότι ο Άνθρωπος πρέπει να δομήσει μία νέα μορφή, είδος, ουσία: τον Άνθρωπο ως Λόγο και πράξη: ηστιγμή είναι σημαντική και βέβαια προλογίζει τα Μεταφυσικά του Αριστοτέλους, ειδικά το βιβλίο Ζ.

η πορεία του Οδυσσέως στον Άδη (απόσπασμα από ετοιμαζόμενο βιβλίο μου: Όψεις της Φιλοσοφίας).

 


Η πορεία του Οδυσσέα (στη νέκυια) προς τον Άδη, προς το βασίλειο του Κάτω κόσμου, έρχεται ως αναγκαία προϋπόθεση της λογικής ωρίμανσής του. Τι πραγματικά συμβολίζει η επίσκεψη στον κάτω κόσμο; Τι πραγματικά αντιπροσωπεύει ο κάτω κόσμος; Γιατί αυτός ο κόσμος δεν εμφανίζεται όπως ο άνω κόσμος των θεών  (υπό τη Σοφία (Αθηνά), ύπό τη δύναμη του αυτεξουσίου (Δίας) υπό  την πληροφορία που ενώνει  τον ουρανό με τη γή (Ερμής;): Διότι ο νοήμων άνθρωπος ζεί υπό το φώς του Ηλίου με τον φανερό εαυτό του ο οποίος εξελίσσεται μέσα από τη συναναστροφή με τους άλλους. Υπάρχει όμως και μία πλευρά αθέατη του εαυτού μας η οποία ξεκινά από ατομικές ρίζες στο χάος και προχωρεί πέρα από τον κόσμο αυτόν: είναι ο βαθύς εαυτός μας:  αυτόν προσπαθεί να συναντήσει στον Άδη ο Οδυσσέας: δεν είναι τυχαίο ότι η τριμερής διάκριση της ψυχής σε μετέπειτα ψυχολόγους και φιλοσόφους καθιερώθηκε, ο Όμηρος δηλαδή εγκαινιάζει μία τριμερή διχοτόμηση του ανθρωπίνου εαυτού η οποία θεωρήθηκε με βάση το Λόγο: υπάρχει δηλαδή  ένα λογικό μέρος του εαυτού μας το οποίο ως Εγώ  στο παρών αντιλαμβάνεται τον κόσμο, τους Άλλους, τις εμπειρίες και τις σκέψεις που προκύπτουν από αυτές τις εμπειρίες.

Γιατί η Ελληνική γλώσσα είναι η πνευματική και ηθική βάση του κόσμου μας;

 


Γιατί η Ελληνική γλώσσα είναι η πνευματική και ηθική βάση του κόσμου μας;

Οι ανατολικές γλώσσες χρησιμοποιούσαν κάθε συλλαβή ως ξεχωριστή λέξη: παρόμοια και οι Έλληνες στις γραμμικές γραφές τους αυτό  ακριβώς έπραττον: κάθε συλλαβή ήταν και μία λέξη. Με αυτόν τον τρόπο όταν λέγαμε: πο, κα, λο, αυτές ήταν συλλαβολέξεις. Καταλαβαίνουμε ότι ήταν αδύνατον με αυτές τις προϋποθέσεις να αναπτυχθεί καθολικός λόγος ο οποίος θα περικλείει μέσα του το όλον, τον κόσμον, τον άνθρωπο, λόγος ο οποίος  θα μπορούσε να γίνει ευρέως γνωστός και να ωριμάσει και να εξελίξει τα πλήθη: ειδικά οι σημιτικές γλώσσες είχαν μόνον σύμφωνα διότι τα σύμφωνα περιέκλειον μέσα τους και τα φωνήεντα. Άρα κάθε φράση των ανατολικών λαών ήταν λέξη , κλεισμένη σε σύμφωνα τα οποία εννοούσαν τα φωνήεντα, υπό αυτή την έννοια παρέμεναν γλώσσες  κλειστές  στην άρχουσα τάξη, δεν μπορούσαν  να αντιπροσωπεύσουν  κορυφαίες συμπαντικές έννοιες, ευρέως γνωστές μόνον από ολίγους.

Βέβαια ευρισκόμεθα σε εποχές (αυτό ισχύει και για τις μινωϊκές και μυκηναϊκές γραμμικές γραφές) όπου η κεντρική εξουσία χειρίζεται ως δύναμις τα πάντα, δεν χρειάζεται τη  γλώσσα προκειμένου να ελέγξει τα πλήθη: η γλώσσα είναι ο κινητήριος μοχλός κάθε είδους εξουσίας και τρόπου ζωής: η βασιλεία των εποχών αυτών από άκρου είς άκρον της γής καθόριζε τα πάντα σύμφωνα με το ενδιάθετο φυσικό δίκαιο άρα δεν χρειαζόνταν τη συγκεκριμενικότητα της γλώσσας ώστε να  περάσει τις ιδέες της και τις αξίες της στα πλήθη, τα οποία ειρήσθω εν παρόδω απλά ζούσαν κατά φυσικό τρόπο στην φυσική υποταγή του πλείονος δυνατού, όπως όλα στη φύση υποτάσσονται στον πλείονα δυνατόν.

Η ασύλληπτη πρωτοτυπία της Ελληνικής γλώσσας, αυτή η οποία την κατέστησε λίκνο του παγκοσμίου γίγνεσθαι ήλθε όταν οι Έλληνες διά του Λόγου επέρασαν από το φυσικό τρόπο ζωής στον έλλογο βάσει οριστικών και επαγωγικών αρχών τρόπο ζωής. Οι Έλληνες κατέκτησαν κοινές ιδέες και αρχές οι οποίες συνέχουν το σύμπαν: δεν μπορούμε να ξέρουμε γιατί και πώς έγινε όλο αυτό, φαίνεται όμως ότι οι  Έλληνες είναι ο λαός εκείνος ο οποίος συνέχισε μία λαμπρή παράδοση συμπαντικής δόμησης του κόσμου: υπήρξε μία πανοραμική άποψη του κόσμου: αυτές οι κοινές αρχές δόμησαν το λόγο, κατήργησαν τη φύση ως απλή παραδοχή των τεσσάτων στοιχείων (νερού, αέρος, φωτιάς και ύλης) και όλα έγιναν ιδέες (σοφία, δύναμη, βούληση) στο ανθρώπινο Είναι: ο άνθρωπος εξήλθε του οντολογικού γίγνεσθαι και άρχισε να το ζεί πνευματικά και ηθικά με τις δικές του αρχές.

Η μεγαλογράμματη γραφή.

 


Η γραφή έως τον 6ο αι α.κ.χ ήταν μεγαλογράμματη, έπειτα (ειδικά από τον 9ο αι.α.κ.χ) αντικαταστάθηκε από την μικρογράμματη γραφή: Το όλο θέμα έχει να κάνει με την ανθρώπινη ελεγξιμότητα στο χριστιανικό βυζάντιο: Όταν λέγει κάποιος ΕΛΕΝΗ (το πνεύμα και ο τόνος και τα σημεία στίξης εισήχθησαν και αυτά έπειτα από τον 6.αι στο βυζάντιο) δεν χρειάζεται εξωτερικό πνεύμα και τονισμό: σύμφωνα με την εσωτερική συμπαντική του ενόραση σε σχέση με το υποκείμενο ΕΛΕΝΗ λέγει: ΕΛΕΝΗΗ τονίζοντας όποιο μέρος της λέξεως νοιώθει: όπως αναφέρει ο Τσόμσκι η γλώσσα στηρίζεται σε κοινό επιβληθέν πνευματικό και ψυχολογικό υπόβαρθο άρα πρέπει όλοι οι άνθρωποι να τονίζουμε το ίδιο τιςλέξεις: η μεγαλογράμματη αρχή ήταν δείγμα της ατομικής οντλογικής ελευθεριότητος του ανθρώπου ο οποίος επρόφερε συμπαντικά τις λέξεις όπως αυτός ένοιωθε τον αέρα που εισερχόταν και εξερχόταν διά των λέξεων στο νού του στις φωνητικές του χορδές. Στη μεγαλογράμματη αρχή λέγεις την ΕΛΕΝΗ σύμφωνα με τα δικά σου ατομικά και μοναδικά συναισθήματα και σκέψεις: υπό αυτήν την έννοια η λέξη ΘΕΟΣ προφέρεται ατομικά , προκαλεί ατομικά αντανακλαστικά και αυτό η εξουσιότης αυτού του κόσμου (η οποία καθορίζει και τη γλώσσα δεν το θέλει): διότι όποιος λέγει ΘΕΟΣ ή ΘΕΕΟΣ ή ΘΕΟΟΣ αντιλαμβάνεται το θεό με διαφορετικό τρόπο.

Η μικρογράμματη γραφή είναι η πλήρως εξουσιαζομένη γραφή η οποία εξαναγκάζει το σύνολο των  ανθρώπων να τονίζουν και άρα να αντιλαμβάνονται τις λέξεις με ένα κοινό τρόπο άρα η κοινή προφορά οδηγεί σε κοινό τρόπο σκέψης και πράξης; Τονίζοντας όλοι οι άνθρωποι το Θεό στο Ό τον αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο μέσα από την κοινή ακουστική  επανάληψη του ονόματος του Θεού: Οι τόνοι αποτελούν εξουσιαστικά απώλεια της συμπαντικής προσωδίας της λέξης, οι λέξεις ομοιώνονται και τονίζεται το μέρος εκείνο το οποίο καθιστά τις λέξεις όμοιες ακουστικά άρα χάνουν οι λέξεις την ατομική οντολογική προσέγγιση ανά προφορά και άτομο: όλοι τώρα τονίζουν  Άνθρωπο , ενώ στη μεγαλογράμματη γραφή κάποιος μπορεί να θεωρούσε τελείως διαφορετικά τη λέξη: ΑΝΘΡΩΠΟΣ (υπό την έννοια ότι θα τόνιζε το μέρος εκείνο το οποίο ανταποκρινόταν στον εαυτό του άρα θα είχαμε πολλές προφορές άρα πολλές νοηματοδοτήσεις μίας λέξης άρα πολλά είδη ανθρώπου αντιλαμβανομένου του κόσμου και του εαυτού του διά της  λέξης με πολλούς τρόπους. Η οξεία επιβάλλει το κοινό ανέβασμα των λέξεων η βαρεία το κοινό κατέβασμα και η περισπωμένη το κοινό δέσιμο μακροχρόνων φωνηέντων.

Η μεγαλογράμματη γραφή είχε  ως δασεία το F και το Η: έλειπε η ψιλή και η δασεία: όμως στο χριστιανικό και μανιχαϊστικό βυζάντιο όλα ήταν διπλά, στον κόσμο του καλού και του κακού δεν γίνεται να γλιτώσουν οι λέξεις από το παιχνίδι του καλού και του κακού: Η δασεία ως πνεύμα φέρει τη γλυκύτητα του καλού ενώ η ψιλή το απότομο του κακού, η γλυκύτητα μεταβάλλει (όντως το π ενώπιον δασείας θα γίνει φ άρα επί+οδός =εφοδος): με αυτόν τον τρόπο όλοι οι άνθρωποι γίνονται ομοίως γλυκείς ή απότομοι: η λέξις: FΕΛΕΝΗ τόνιζε τη δασύτητα του Ε γενικώς, το F ως δασεία δεν επηρέαζε άμεσα το Ε ήταν ένα ανεξάρτητο γράμμα το οποίο μπορεί σε κάποια χείλη να επροφέρετο τελείως ανεξάρτητα του Ε: στην λέξη όμως Ελένη

Συνεπτυγμένη θεωρία για την έκθεση έκφραση στο λύκειο.

 


Συνεπτυγμένη θεωρία για την έκθεση έκφραση στο λύκειο.

1.Περίληψη.

Περίληψη.

Σημειώσεις – Περίληψη.

Ο μαθητής ο οποίος    έχει μελετήσει την  ενότητα  «Σημειώσεις-Περίληψη» θα πρέπει :Να

1) Να έχει κατανοήσει ότι η περίληψη είναι ένα δικό του κείμενο που δεν προδίδει όμως το πνεύμα του συγγραφέα.

2)Να έχει αντιληφθεί ότι η περίληψη είναι μία αφαιρετική διαδικασία και συνεπώς πρέπει να εντοπίζει το καίριο με τις σημαντικές λεπτομερειεςτους πλαγιοτίτλους των παραγράφων, τις λέξεις-κλειδιά.

3)Να έχει εντοπίσει τα βασικά στοιχεία που πρέπει να προσέχει στη σύνταξη  της περίληψης.

4)Να έχει ασκηθεί σε ένα λόγο σαφή και νοηματικά πυκνό,οξύνοντας ταυτόχρονα και την κριτική του ικανότητα.

Περιεχόμενο-μεθοδολογία.

Περίληψη και έκταση.

Αν η περίληψη που πρόκειται να γράψει είναι εκτενής τότε βασίζεται στη θεματική περίοδο και στις σημαντικές λεπτομέρειες κάθε παραγράφου του κειμένου, από το οποίο θα προέλθει η περίληψη(όπως και στις σημειώσεις από μία παράγραφο).

Αν η περίληψη είναι συνοπτική τότε βασίζεται στα θεματικά κέντρα των παραγράφων ή των ευρυτέρων νοηματικών ενοτήτων του κειμένου.

Προετοιμάζω την περίληψη.

1) Κατανοώ το κείμενο.

Α) το διαβάζω μία φορά με τους εξής σκοπούς:

Να βρώ το θέμα  του κειμένου

Να αντιληφθώ ποια είναι  η στάση ή η άποψη του συγγραφέα για το θέμα.

Β) το διαβάζω δεύτερη φορά με τους εξής σκοπούς:

Να επιβεβαιώσω αυτά που κατάλαβα με την πρώτη ανάγνωση.

Ο μοναδικός ναός του Άδη στην Ηλειακή Πύλο.

 


Ο μοναδικός Ναός του Άδη ευρίσκεται στην Ηλειακή Πύλο.Ίσως επειδή εκεί ήταν η Πύλη (η Πύλη έδωσε και το όνομα στην Πύλο)   πρός τον Άδη, μία φορά καταβαίνουμε πρός τον Άδη άρα ένας εκεί Ναός είναι ικανός για την απαραίτητη προετοιμασία του Ανθρώπου στη μετάστασή του. 

Υπάρχει και κάτι άλλο όμως που θα πρέπει να προσέξουμε: ο Ναός (εκ του ναίομαι =κατοικώ) σήμαινε για τους Έλληνες τον Τόπο όπου πραγματικά κατα-οίκον, κατοικεί, ενυπάρχει,η συμπαντική δύναμις του θείου: άρα υπάρχουν πολλοί ναοί του Ποσειδώνος και του Διός άρα ένας του Άδου διότι ο Άδης κατοικεί εντός της Γαίας : άρα οι Ναοί είναι πραγματικές κατοικίες θεών και των δυνάμεών των και δεν είναι απλά διακοσμητικά στοιχεία.

Γιατί η Ελένη χρησιμοποιεί ψεύδη προκειμένου να φύγει από την Αίγυπτο και το Θεοκλύμενο;

 


Γιατί η Ελένη χρησιμοποιεί ψεύδη προκειμένου  να φύγει από την Αίγυπτο και το Θεοκλύμενο;

Η Ελένη του Ευριπίδου είναι αναμφίβολα κομβική «τραγωδία» σε σχέση με την Ελληνική πολιτική αλλά και προσωπική κοσμοθέαση. Ο σοφιστής-φιλόσοφος Ευριπίδης μεταλλάσσει τα ανθρώπινα και πολιτικά πρόσωπα και θεσμούς αλλά κυρίως παραδίδει κεκαλυμμένα τον μετέπειτα καντιανό κόσμο των φαινομένων και των νοούμένων. Ας το προσέξουμε.

Η τραγωδία επειδή ακριβώς αποτελεί νοητική διάλυση ανθρωπίνων και πολιτικών μοντέλων ξεφεύγει προς τα όρια της σκληρής σάτιρας. Ο Βασιλέας Μενέλαος, ο πορθητής  της Τροίας διακωμωδείται προκειμένου να αναφανεί ότι Βασιλέας είναι αυτός ο οποίος χρησιμοποιεί το Νού του, οδεύουμε προς το Βασιλέα φιλόσοφο του Πλάτωνος. Ο Ευριπίδης όμως κυριώτατα (κατά τρόπο δικό του) χρησιμοποιεί την Ωραία Ελένη (όπως και ο Όμηρος έπραξε) προκειμένου να φέρει τα δικά του  ωραία δώρα στον Άνθρωπο. Εάν προσέξουμε η Ωραία Ελένη και πάλι ως φυσική κοινή ανθρωπίνη δύναμις είναι η μήτρα η τίκτουσα το Ανθρώπινο πρόσωπο κατά Ευριπίδη: Μόνον που τώρα ο Ευριπίδης επιλέγει ως ωραία χαρακτηριστικά του δικού του νοήμονος Ανθρώπου τη σκέψη, την πράξη, την πορεία, την επιστροφή. Βασιλέας είναι αυτός ο οποίος επιλέγει ενορατικά τις έσω φυσικές καταβολές του, τις συνδέει με το νού του και διά του Ήθους προχωρεί στο σκοπό του. Είναι το νοήμον Υποκείμενο το οποίο επιβίωσε στην Ελληνιστική εποχή, είναι το νοήμον υποκείμενο το οποίο απετέλεσε τη μήτρα του βυζαντινού χριστιανικού ανθρωπισμού. Ο Ευριπίδης (όπως και ο Σωκράτης) διευρύνουν  την έννοια της Πόλεως – Κράτους, την έννοια του Πολίτου: ας προσέξουμε ο Μενέλαος αποκτά αξία δίπλα στην Φυσική Ωραιότητα της Ελένης διότι κοσμογυρισμένος κατανοεί ότι ο νοήμων άνθρωπος έχει ως Πατρίδα του τον τόπο και χώρο της Γής διότι πνευματικά και ηθικά παντού μπορεί να επιβιώσει: ο Ελληνικός Νούς κατακτά τη Γή ως Οικείο χώρο ασφαλούς και εξελικτικής επιβίωσης και διαβίωσης: εκεί θα στηριχθεί ο Στωϊκός κοσμοπολιτισμός και ο χριστιανικός πολιτισμός της Βασιλείας του Θεού (διεύρυνση των ανθρωπίνων οριζόντων της Πολιτείας του Θεού).

Εξάλλου αυτό είναι και το ωραίο  (ώρα=φροντίδα, εποχή): όλα στην φροντισμένη τους στιγμή, για αυτό και η Ελένη είναι Ωραία, διότι στην κατάλληλη Στιγμή γεννά τα πρέποντα Υποκείμενα και γήϊνες Στιγμές.

Υπάρχει όμως μία υποφώσκουσα αξιολογική μετατόπιση του Ευριπίδου σε σχέση με την έννοια της Αληθείας την οποία θα πρέπει να προσέξουμε. Συλλήβδην η τραγωδία ασχολείται με το Φαίνεσθαι και το Είναι. Μέσα από τη συμβολική μυθολογία η Αλήθεια φεύγει από την Ομηρική άποψή της (ατρεκής και νημερτής: αλήθεια  είναι ότι δεν ταράζεται, δεν περιπλανάται, δεν διαφοροποιείται ως μοίρα, η σταθερότης της Οδυσσεϊκής πορείας είναι η αλήθεια (όχι πνευματική έννοια αλλά βιωματική πορεία, αλήθεια είναι ο νόστος, για αυτό και ο Όμηρος χρησιμοποιεί για να δηλώσει την αλήθεια τα επίθετα ατρεκής και νημερτής (σταθερός στην πορεία και στην μοίρα).  

Διδάσκοντας Λογοτεχνία στο Γυμνάσιο. Ο παππούς και το εγγονάκι του.

 


Διδάσκοντας Λογοτεχνία στο Γυμνάσιο.

Ο παππούς και το εγγονάκι του.

Ο Λέων Τολστόι στο μικρό αυτό αφήγημα περιγράφει τη συμβίωση του γέροντος γονέως με την οικογένεια του παιδιού του. Αναμφίβολα το πρώτο  μήνυμα του κειμένου είναι η αγάπη η οποία θα πρέπει να διαχέεται ανάμεσα σε όλα τα άτομα μιάς οικογενείας.

Λέξεις οι οποίες δηλώνουν τη συναισθηματική κατάσταση του παππού.

Ο παππούς…χυνόταν το φαγητό: η σωματική κατάσταση προοικονομεί την δύσκολη και βεβαρημένη ψυχολογικά κατάσταση του παππού.

Ο παππούς αναστέναξε: η παραίτηση του παππού από τη διεκδίκηση μιάς καλύτερης ζωής.

Λέξεις οι οποίες δηλώνουν τη συναισθηματική  κατάσταση των γονέων.

Ο γιός του και η νύφη του…όπου πλάγιαζε: τα παιδιά του παππού τον είχαν ήδη παραγκωνίσει.

Η νύφη του …ξύλινη γαβάθα : θα πρέπει να προσέξουμε ότι ο γιός αφήνει την τελική απόφαση στη νύφη, ίσως ντρέπεται ο ίδιος να κάνει το τελικό βήμα απαξίωσης του πατέρα του ( μας θυμίζει την ιστορία του Αδάμ και της Εύας (ο Αδάμ έριξε την ευθύνη της βρώσεως του μήλου στην Εύα (η έννοια της θηλείας  φυσικής δυνάμεως η οποία δημιουργεί συναισθήματα και προκαλεί σκέψεις καθορίζοντας τις πράξεις( η ιστορία επίσης της Κασσιανής (εκ της γυναικός τα κρείττω , εκ της γυναικός τα φαύλα).

Αφηγηματική τεχνική του συγγραφέως.

Ενώ το κείμενο είναι σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, όπου επικρατούν οι παρελθοντικοί χρόνοι (παρατατικός και αόριστος) προκειμένου με αυτόν τον τρόπο ψυχρά και αντικειμενικά να δοθούν οι πράξεις των γονέων, αντιθέτως οι πράξεις του παιδιού (όταν ο φακός του συγγραφέως στρέφεται στο παιδί) έχουμε α΄πρόσωπο και διάλογο: διότι πρέπει να ομιλήσει η παιδική αλήθεια και αθωότητα ώστε να ακουσθεί ο αληθής λόγος χωρίς μεσάζοντα: γονείς θα πάθετε τα ίδια από εμένα. Σύνηθες φαινόμενο: Οι πλατωνικοί διάλογοι σε α΄ενικό του Σωκράτους έδωσαν τις μέγιστες αλήθειες,όπως και το α΄ενικό της καινής διαθήκης.

Η συναισθηματική κατάσταση του παιδιού: