Η προέλευσις των Πλατωνικών αρετών μέσα από την Οδυσσεϊκή περιπλάνηση.
Η μέθοδος ανεύρεσης της Αληθείας εκ μέρους του Ομήρου είναι η περιπλάνησις: αλλά η κινησιακή περιπλάνησις. Η ίδια μέθοδος κληρονομήθηκε σε όλη την μετέπειτα φιλοσοφία: η μέθοδος ανεύρεσης της Αληθείας στην Ελληνική φιλοσοφία είναι η περιπλάνησις: είτε η πραγματική (μυθολογικώς κινησιακή) όπως στον Όμηρο, είτε οι περιπλανήσεις του νοός (πλατωνικοί διάλογοι ) κ.λ.π. Είναι το σημείο τομής σε σχέση με την ανατολική αποκαλυπτική αλήθεια: στον Όμηρο η Αθηνά και ο Δίας και ο Ερμής δεν προσφέρουν καμμία αποκαλυπτική αλήθεια: αντίθετα δίδουν σημεία τα οποία ως κίνητρα νόστου κινητοποιούν τον Οδυσσέα ο οποίος ως περιπλανούμενος κινούμενος επιστρέφει στην ατομική του αλήθεια, την Ιθάκη.
Η Αλήθεια βέβαια στον Όμηρο (επειδή η περιπλάνησις είναι κινησιακή (βιωματική) δεν έχει καμμία σχέση με την αλήθεια στον Πλάτωνα ως αναμνησιακό νοησιοκρατικό καθεστώς: αυτό εξηγείται εάν ίδωμεν την αλλαγή της κίνησης προς την Αλήθεια από τον Όμηρο ως τον Πλάτωνα: η πλατωνική κίνησις προς την Αλήθεια είναι νοησιοκρατική, ο Σωκράτης ακίνητος στην Αθήνα κινείται πνευματικά στο σύμπαν για να ανακαλύψει τις επαγωγικές και οριστικές αρχές του. Αντίθετα ο Οδυσσέας δεν σκέπτεται αλλά κινείται στο πέλαγος του σύμπαντος, βλέπει, αντιμετωπίζει, βιωματικά κινείται και με αυτόν τον τρόπο ανακαλύπτει την αλήθεια: για αυτό και η αλήθεια στον Πλάτωνα είναι η μη-λήθη της ιδέας του αγαθού, ενώ στον Όμηρο είναι η ατρέκεια, δηλαδή να μην τρέμει κανείς όταν κινείται στο πέλαγος της επιστροφής διότι δεν πρέπει να παρεκτραπεί της οδού του νόστου φθάνοντας στην Ιθάκη της επιστροφής του.
Άρα η Αλήθεια είναι περιπλάνηση σώματος και νοός: συνθετικά: αλήθεια είναι η ομόνοη κίνησις σώματος και νοός προς τον ατομικό τόπο όπου ανήκουμε. Αλλά σε κάθε περίπτωση η αλήθεια είναι περιπλάνηση: για αυτό οι λατίνοι είπαν ότι το ρήμα: απατώμαι: θα είναι το erro : το οποίο σημαίνει περιπλανώμαι: για αυτό και οι χριστιανοί συνδύασαν την πλάνη με το ψεύδος: διότι μόνον η σταθερότης δήθεν του χριστιανικού θεού είναι η ασφαλής αλήθεια: αλλά αυτή είναι η σημαντικοτέρα διαφορά του Ελληνικού συμπαντικού πνεύματος και του χριστιανικού δογματισμού.
Ο Έλληνας κινείται, κινείται με όλους τους τρόπους προκειμένου να ανακαλύψει τους δρόμους της συμπαντικής περιπλάνησης η οποία και θα τον οδηγήσει πολύ μακριά στον οντολογικό του προορισμό. Ενώ ο μεταχριστιανικός κόσμος, μίσησε την περιπλάνηση, ακινητοποίησε την αλήθεια στο πρόσωπο ενός ακινήτου θεού, η περιπλάνησις ταυτίσθηκε με τον πόνο και τη δυστυχία, ο ακίνητος θεός και η ακινησία θεωρήθηκαν ως πηγή αληθείας: μέχρι το στωϊκό έκτρωμα το οποίο αποθέωσε την αταραξία (δηλαδή ποια αταραξία θα μπορούσε ο Οδυσσέας να νοιώσει έναντι της Σκύλλας;).
Η περιπλάνησις λοιπό στον μεταρωμαϊκό μεταελληνιστικό κόσμο (όπου επί Φλαβίων σμιλεύθηκε το φαντασίωμα του χριστιανισμού) θεωρήθηκε ως κάτι το κακό διότι ξαφνικά μέσα στο χάος της Ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής ήταν μεγάλο πρόβλημα οι άνθρωποι να αγαπούν την περιπλάνησιν: η περιπλάνησις είναι θέμα του Ενός (ας θυμηθούμε το προοίμιο της Οδυσσείας το οποίο εξυμνεί την περιπλάνησιν ως ικανότητα του Ενός, ο οποίος ανευρίσκει το συμπαντικό του δρόμο ως Είς επιβιούς των περιπλανήσεων του όλου). Η περιπλάνησις δεν αντέχεται στον μεταελληνιστικό κοντοχριστιανικό κόσμο: αφ΄ενός μέν όλοι οι άνθρωποι εξισώνονται κάτι το οποίο καθιστά την Γαία γλυκεία πατρίδα όλων (κάτι το οποίο είναι άγνωστο στον Οδυσσέα εκεί όπου η κάθε Πατρίδα είναι διαφορετική και ατομική, δεν υπάρχει κοινή Πατρίδα διότι ο κάθε ξεχωριστός Κοίρανος Βασιλεύς αξιώνει τη δική του Πατρίδα, διότι αυτός δίδει αξία στην Πατρίδα, είναι ο Βασιλεύς της, δεν δίδει αξία η Ιθάκη στον Οδυσσέα, για αυτό και σκοτώνει τους μνηστήρες, για να ξαναδώσει τη χαμένη αίγλη στην ηγεία Πατρίδα. Αφ΄ετέρου μέσα από τη Ρώμη έγινε το πλέον οντολογικό ξεκαθάρισμα (κάτι το οποίο ελάχιστοι έχουν αντιληφθεί): μέσα από την πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία: τα όντα απώλεσαν την οντολογική χροιά τους, απεκόπησαν από την οντολογική συνέχειά τους και απέκτησαν την έννοια του πραγματικού: μέσα από τη ρωμαϊκή έννοια του : δίκαιο είναι αυτό το οποίο πειθαρχεί στο κυριολεκτικό, χάθηκε το φαντασιακό, ενορατικό, οντολογικό της Ελληνικής διακοσμικότητας. Ό άνθρωπος σταμάτησε να ζεί σε οντολογικούς ορίζοντες και έγινε το σύνολο αυτού που σκέπτεται να υπακούει σε αυτό που βλέπει και ακούει. Άρα οι οντολογικοί άνθρωποι εξαφανίσθηκαν και περιμένουν καρτερικά την μεγάλη κατά-στροφή ώστε να συνδεθούν με τις γήϊνες δυνάμεις συνεχείας τους, επικράτησαν οι πραγματικοί άνθρωποι αυτοί οι οποίοι κάνουν όσα βλέπουν και βλέπουν όσα κάνουν. Για αυτό και σε αυτό το σημείο παρουσιάσθηκε ο θεός ο κυριολεκτικός θεός του κυριολεκτικού ανθρώπου, ο Ιησούς Χριστός.


















.jpg)