Η προέλευσις των Πλατωνικών αρετών μέσα από την Οδυσσεϊκή περιπλάνηση.

 


Η προέλευσις των Πλατωνικών αρετών  μέσα από την Οδυσσεϊκή περιπλάνηση.

Η μέθοδος ανεύρεσης της Αληθείας εκ μέρους του Ομήρου είναι η περιπλάνησις: αλλά η κινησιακή περιπλάνησις. Η ίδια μέθοδος κληρονομήθηκε σε όλη την μετέπειτα φιλοσοφία: η μέθοδος ανεύρεσης της Αληθείας στην Ελληνική φιλοσοφία είναι η περιπλάνησις: είτε η πραγματική (μυθολογικώς κινησιακή) όπως στον  Όμηρο, είτε οι περιπλανήσεις του νοός (πλατωνικοί διάλογοι ) κ.λ.π. Είναι το σημείο τομής σε σχέση με την ανατολική αποκαλυπτική αλήθεια: στον Όμηρο η Αθηνά και ο Δίας και ο Ερμής δεν προσφέρουν καμμία αποκαλυπτική αλήθεια: αντίθετα δίδουν σημεία τα οποία ως κίνητρα νόστου κινητοποιούν τον Οδυσσέα ο οποίος ως περιπλανούμενος κινούμενος επιστρέφει στην ατομική του αλήθεια, την Ιθάκη.

Η Αλήθεια βέβαια στον Όμηρο (επειδή η περιπλάνησις είναι κινησιακή (βιωματική) δεν έχει καμμία σχέση με την αλήθεια στον Πλάτωνα ως αναμνησιακό νοησιοκρατικό καθεστώς: αυτό εξηγείται εάν ίδωμεν την αλλαγή της κίνησης προς την Αλήθεια από τον Όμηρο ως τον Πλάτωνα: η πλατωνική κίνησις προς την Αλήθεια είναι νοησιοκρατική, ο Σωκράτης ακίνητος στην Αθήνα κινείται πνευματικά στο σύμπαν  για να ανακαλύψει τις επαγωγικές και οριστικές αρχές του. Αντίθετα ο Οδυσσέας δεν σκέπτεται αλλά κινείται στο πέλαγος του σύμπαντος, βλέπει, αντιμετωπίζει, βιωματικά κινείται και με αυτόν τον τρόπο ανακαλύπτει την αλήθεια: για αυτό και η αλήθεια στον Πλάτωνα είναι η μη-λήθη της ιδέας του αγαθού, ενώ στον Όμηρο είναι η ατρέκεια, δηλαδή να μην τρέμει κανείς όταν κινείται στο πέλαγος της επιστροφής διότι δεν πρέπει να παρεκτραπεί της οδού του νόστου φθάνοντας στην Ιθάκη της επιστροφής του.

Άρα η Αλήθεια είναι περιπλάνηση σώματος και νοός: συνθετικά: αλήθεια είναι η ομόνοη κίνησις σώματος και νοός  προς τον ατομικό τόπο όπου ανήκουμε. Αλλά σε κάθε περίπτωση η αλήθεια είναι περιπλάνηση: για αυτό οι λατίνοι είπαν ότι το ρήμα: απατώμαι: θα είναι το erro : το οποίο σημαίνει περιπλανώμαι: για αυτό και οι χριστιανοί συνδύασαν την πλάνη με το ψεύδος: διότι μόνον η σταθερότης  δήθεν του χριστιανικού θεού είναι η ασφαλής αλήθεια: αλλά αυτή είναι η σημαντικοτέρα διαφορά του Ελληνικού συμπαντικού πνεύματος και του χριστιανικού δογματισμού.

Ο Έλληνας κινείται, κινείται  με όλους τους τρόπους προκειμένου να ανακαλύψει τους δρόμους της συμπαντικής περιπλάνησης η οποία και θα τον οδηγήσει πολύ μακριά στον οντολογικό του προορισμό. Ενώ ο μεταχριστιανικός  κόσμος, μίσησε την περιπλάνηση, ακινητοποίησε την αλήθεια στο πρόσωπο ενός ακινήτου θεού, η περιπλάνησις ταυτίσθηκε με τον πόνο και τη δυστυχία, ο ακίνητος θεός και η ακινησία θεωρήθηκαν ως πηγή αληθείας: μέχρι το στωϊκό έκτρωμα το οποίο αποθέωσε την αταραξία (δηλαδή ποια αταραξία θα μπορούσε ο Οδυσσέας να νοιώσει έναντι της Σκύλλας;).

Η περιπλάνησις λοιπό στον μεταρωμαϊκό μεταελληνιστικό κόσμο (όπου επί Φλαβίων σμιλεύθηκε το φαντασίωμα του χριστιανισμού) θεωρήθηκε ως κάτι το κακό διότι ξαφνικά μέσα στο χάος της Ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής ήταν μεγάλο πρόβλημα οι άνθρωποι να αγαπούν την περιπλάνησιν: η περιπλάνησις είναι θέμα του Ενός (ας θυμηθούμε το προοίμιο της Οδυσσείας το οποίο εξυμνεί την περιπλάνησιν ως ικανότητα του Ενός, ο οποίος ανευρίσκει το συμπαντικό του δρόμο ως Είς επιβιούς των περιπλανήσεων του όλου). Η περιπλάνησις δεν αντέχεται στον μεταελληνιστικό κοντοχριστιανικό κόσμο: αφ΄ενός μέν όλοι οι άνθρωποι εξισώνονται κάτι το οποίο καθιστά την Γαία γλυκεία πατρίδα όλων (κάτι το οποίο είναι άγνωστο στον Οδυσσέα εκεί όπου η κάθε Πατρίδα είναι διαφορετική και ατομική, δεν υπάρχει κοινή Πατρίδα διότι ο κάθε ξεχωριστός Κοίρανος Βασιλεύς αξιώνει τη δική του Πατρίδα, διότι αυτός δίδει αξία στην Πατρίδα, είναι ο Βασιλεύς της, δεν δίδει αξία η Ιθάκη στον Οδυσσέα, για αυτό και σκοτώνει τους μνηστήρες, για να ξαναδώσει τη χαμένη αίγλη στην ηγεία Πατρίδα. Αφ΄ετέρου μέσα από τη Ρώμη έγινε το πλέον οντολογικό ξεκαθάρισμα (κάτι το οποίο ελάχιστοι έχουν αντιληφθεί): μέσα από την πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία: τα όντα απώλεσαν την οντολογική χροιά τους, απεκόπησαν από την οντολογική συνέχειά τους και απέκτησαν την έννοια του πραγματικού: μέσα από τη ρωμαϊκή έννοια του : δίκαιο είναι αυτό το οποίο πειθαρχεί στο κυριολεκτικό, χάθηκε το φαντασιακό, ενορατικό, οντολογικό της Ελληνικής διακοσμικότητας. Ό άνθρωπος σταμάτησε να ζεί σε οντολογικούς ορίζοντες και έγινε το σύνολο αυτού που σκέπτεται να υπακούει σε αυτό που βλέπει και ακούει. Άρα οι οντολογικοί άνθρωποι εξαφανίσθηκαν και περιμένουν καρτερικά την μεγάλη κατά-στροφή ώστε να συνδεθούν με τις γήϊνες δυνάμεις συνεχείας τους, επικράτησαν οι πραγματικοί άνθρωποι αυτοί οι οποίοι κάνουν όσα βλέπουν και βλέπουν όσα κάνουν. Για αυτό και σε αυτό το σημείο παρουσιάσθηκε ο θεός ο κυριολεκτικός θεός του κυριολεκτικού ανθρώπου, ο Ιησούς Χριστός.

Κεφάλαιο 1. Συνελόντι ειπείν περί της γενικής αιτίας της απαρχής κάποιων Πόλεων, αναφορά στην αιτία γένεσης της Ρώμης (σε δική μου μετάφραση).

 


Κεφάλαιο 1.

Συνελόντι ειπείν περί της γενικής αιτίας της απαρχής κάποιων Πόλεων, αναφορά στην αιτία γένεσης της Ρώμης. (Από τις επιστολές του Μακιαβέλι πρός τον Τίτο Λίβιο) (σε δική μου μετάφραση).

 

Αυτοί οι οποίοι ασχολούνται με τη γένεση και εμφάνιση της πόλης της Ρώμης, επίσης με τους νομοθέτες της αλλά και με τον τρόπο οργάνωσής της, δεν απορούν με το γεγονός ότι τόσο πολύ περίσσευμα αρετής και χάρης συσσωρεύθηκε για τόσο πολλούς αιώνες στην Αιώνια Πόλη, δεν απορούν επίσης με το ότι εκεί μετέπειτα εμφανίσθηκε η ένδοξη αυτοκρατορία η οποία συνοδεύθηκε από την εμφάνιση της Δημοκρατίας. Ξεκινώντας λοιπόν τη συζήτηση περί της γένεσης της Ρώμης, διαπιστώνω ότι όλες οι πόλεις θεμελιώνονται από άνδρες οι οποίοι είναι γηγενείς, ανήκουν στον τόπο θεμελίωσης των πόλεων, βέβαια πολλές πόλεις γεννώνται από αλλογενείς. Η πρώτη περίπτωση των γηγενών ανθρώπων συμβαίνει στις πόλεις όταν εμφανίζονται τα παρακάτω φαινόμενα: Οι κάτοικοι των πόλεων αυτών δεν νοιώθουν ασφαλείς επειδή συχνά διασπώνται σε μικρές ή μεγαλύτερες παρατάξεις, εκ των οποίων η κάθε μία μόνη της αλλά και όλες μαζί λόγω της τοποθεσίας και του μικρού αριθμού ανδρών αδυνατούν να αντισταθούν στις όποιες επιθέσεις από αυτούς οι οποίοι στοχεύουν  και μπορούν και επιτίθενται σε αυτές τις πόλεις, ώστε δεν είναι ικανοί να αμυνθούν για χάρη της πόλεως όταν οι εχθροί εμφανίζονται πρό των πυλών. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία μπορούν να αμυνθούν, γρήγορα πρέπει να εγκαταλείψουν τα καταφύγιά τους ώστε γίνονται τις περισσότερες φορές εύκολη λεία για τους αντιπάλους τους. Σε τόσο μάλιστα μεγάλο βαθμό συμβαίνει όλο αυτό ώστε για να αποφευχθούν αυτοί οι κίνδυνοι παρακινούμενοι  είτε από μόνοι τους είτε έπειτα από παρότρυνση κάποιου που διαθέτει την ανάλογη εξουσία , αυτοπεριορίζονται στο να ζούν όλοι μαζεμένοι σε ένα τόπο που από αυτούς επελέγη, ο οποίος είναι περισσότερο ασφαλής και εύκολος στο να τον υπερασπισθούν. Αυτοί είναι και οι λόγοι – ανάμεσα σε άλλους – οι οποίοι εγέννησαν την Αθήνα και τη Βενετία. Η πρώτη εγεννήθη μέσα από τη μεγαλοφυία του Θησέα ο οποίος συνένωσε πολλούς διεσπαρμένους κατοίκους και αυτό το έπραξε για μία σειρά από λόγους. Η δεύτερη, η Βενετία οικοδομήθηκε από πολλούς ανθρώπους οι οποίοι είχαν φθάσει σε διάφορα  αλλά συγκεκριμένα μικρά νησιά τα οποία βρίσκονται μέσα στην εμβέλεια της Αδριατικής θάλασσας, προκειμένου να γλιτώσουν από τους τόσους πολλούς πολέμους οι οποίοι συνέβαιναν στην Ιταλία, λόγω της καθόδου των βαρβάρων έπειτα από την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, άρχισαν λοιπόν όλοι αυτοί, χωρίς την παραμικρή καθοδήγηση από κάποιον Πρίγκηπα να διαβιούν κάτω από συγκεκριμένους νόμους οι οποίοι τους  φάνηκαν ιδανικοί στο να τους διατηρήσουν (δημιουργώντας τη νέα πόλη τους). Τα κατάφεραν περίφημα σε όλο αυτό το σχεδιασμό της ζωής τους λόγω της μεγάλης περιόδου ειρήνης την οποία επεφύλαξε σε όλους αυτούς η Πολιτεία, διότι από τη θάλασσα είχαν αποκλεισθεί οι κίνδυνοι λόγω του γεγονότος ότι όλοι αυτοί οι οποίοι εποφθαλμιούσαν την Βενετία δεν διέθεταν στόλο ικανό στο να την προσβάλλουν. Από την αρχή λοιπόν μπόρεσαν να αναπτύξουν το μεγαλείο της πόλης τους όπως το βλέπουμε σήμερα.

Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία μία πόλη οικοδομείται από δυνάμεις αλλοδαπών, αυτό όμως συμβαίνει από ελεύθερους ανθρώπους και από ανθρώπους οι οποίοι εξαρτώνται από άλλους, ως τέτοιες περιπτώσεις θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τις αποικίες οι οποίες δημιουργούνται είτε από τα Πολιτεύματα είτε από τον Ηγεμόνα προκειμένου  οι πόλεις τους να ανακουφισθούν από τον υπερβολικό υπερπληθυσμό ή οι ίδιες αυτές νέες πολιτείες αναπτύσσονται προκειμένου να μπορούν να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους ως καινοφανείς δομές παραμένοντας ασφαλείς με το μικρότερο δυνατόν κόστος. (Αυτός ο Ρωμαϊκός σου λαός δημιούργησε πολλές πόλεις σε όλο το εύρος της ένδοξης αυτοκρατορίας του)μπορεί ακόμα όμως Πόλεις να οικοδομούνται από κάποιον Ηγεμόνα ο οποίος δεν δημιουργεί όλα αυτά παρά μόνον για τη δόξα του και ας μην κατοικήσει ποτέ σε αυτές τις Πολιτείες. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η Αλεξανδρούπολη η οποία ναι μέν οικοδομήθηκε από το Μέγα Αλέξανδρο, αυτός όμως ποτέ δεν κατοίκησε εκεί. Επειδή όμως αυτές οι Πόλεις εκ της γενέσεώς των δεν διαθέτουν την Ελευθερία τους σπάνια επιτυγχάνουν σημαντική πρόοδο ώστε να απαριθμηθούν ανάμεσα στα κραταιά Βασίλεια. Παράδειγμα όλων αυτών αποτελεί η οικοδόμηση της Φλωρεντίας ( η οποία μπορεί να κτίσθηκε  από τους στρατιώτες του Σύλλα, μπορεί όμως να οικοδομήθηκε και από τους κατοίκους των όρων  του Φιέζολε, οι οποίοι εμπιστευόμενοι  τη μεγάλη περίοδο ειρήνης η οποία επεκράτησε στον κόσμο κάτω από τη Βασιλεία του Οκταβιανού Αυγούστου αφέθηκαν στο να ζούν ήρεμα κατά μήκος της πεδιάδας του Άρνου ποταμού). Η Φλωρεντία λοιπόν κτίσθηκε κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, άρχισε όμως να αναπτύσσεται εξ΄αρχής στο βαθμό που μεγαλόψυχα συναινούσε στην όλη της εξέλιξη ο Ηγεμόνας της.

Γιατί η φράση: εν οίδα ότι ουδέν οίδα( ένα γνωρίζω ότι τίποτε δεν γνωρίζω) δεν ειπώθηκε ποτέ από το Σωκράτη;

 


Γιατί η φράση: εν οίδα ότι ουδέν οίδα( ένα γνωρίζω ότι τίποτε δεν γνωρίζω) δεν ειπώθηκε ποτέ από το Σωκράτη;

Ας αρχίσουμε αντίστροφα: ποια στοιχεία της παραπάνω  φράσεως συνάδουν με το Σωκρατικό τρόπο και συναινούν στο να είναι πιθανόν η  φράσις αυτή τελικά να ειπώθηκε από τον Αθηναίο σοφό; Όλη η φράσις είναι στο α΄ενικό πρόσωπο: κάτι το οποίο πλήρως  συμφωνεί με τον ιδρυτή της προσωπικής φιλοσοφίας , το Σωκράτη, ο οποίος συζήτησε για το Εγώ ως ανάμνηση, σκέψη, πράξη, ηθική. Άραη φράσις αυτή θα μπορούσε από αυτή την άποψη να  έχει ειπωθεί από το Σωκράτη.

Το δεύτερο στοιχεόο της φράσης το οποίο συναινεί στο ότι θα μπορούσε η φράσις αυτή να έχει ειπωθεί από τον Αθηναίο σοφό είναι το αριθμητικό Ένα το οποίο προτάσσεται της φράσεως: ο Σωκράτης όντως μέσα από τους επαγωγικούς του λόγους προσπάθησε πολύ να εύρη τους συνεκτικούς εκείνους άξονες (ιδεατούς και αξιακούς) οι οποίοι συνέχουν το σύμπαν, ορίζουν τις ιδέες και τις αξίες και τις προσφέρουν στους ανθρώπους. Ως Έν μέγεθος συνεκτικό και συλλογικό για όλους τους ανθρώπους: όταν ο Σωκράτης λέγει: ουδείς εκών κακός, αυτή η φράση είναι Έν για όλους τους ανθρώπους.

Γιατί όμως δεν θα μπορούσε ο Σωκράτης να έχει είπει ποτέ αυτή τη φράση.

Κατ΄αρχάς στον Θεαίτητο ο Πλάτων προσπαθεί απεγνωσμένα να εύρη πηγές ασφαλούς γνώσεως, χωρίς να καταλήγη σε καμμία. Ταλαντεύεται ανάμεσα στην αίσθηση και στην πνευματική εκμετάλλευση της αισθητηριακής γνώσεως. Προσπαθεί απεγνωσμένα να εισαγάγει σε φόρμες ασφαλών ιδεών και αξιών το σύνολο των αισθητηριακών δεδομένων ώστε να οικοδομήσει ένα σύστημα ασφαλών επαγωγικών ιδεών που θα χαρακτηρίζει το σύνολο της κοινωνικής, πολιτικής, πολιτιστικής ζωής. Άρα ο Σωκράτης καταλήγει σε πράγματα που γνωρίζει: γνωρίζει την ιδέα του Αγαθού, τις αρετές της Σοφίας, της Σωφροσύνης, της Ανδρείας, της Δικαιοσύνης.

Γνωρίζει τον εκπληκτικό τρόπο σύμφωνα με τον οποίο η ιδέα παράγει την αρετή: η ιδέα (εκ του ρήματος :ορώ, είδον) είναι η ενορατική αντίληψις των συμπαντικών δυνάμεων οι οποίες συνέχουν το σύμπαν: όταν λοιπόν συζητεί ο Πλάτων  για την ιδέα του Αγαθού, διαβλέπει ότι υπάρχει μία κοινή δύναμη η οποία συνέχει και καθορίζει και τελεολογεί το σύμπαν: αυτή η   δύναμις ως παράστασις του τρόπου της επάνω στη  γή, στον κόσμο, στον άνθρωπο περνά στον άνθρωπο, στην αρχή στο μυαλό: βλέπουμε  την αρμονία του κόσμου, ο ήλιος φωτίζει όσο χρειάζεται, η θάλασσα βρέχει αλλά δεν καταστρέφει: αυτός ο τρόπος εξωτερικεύεται ως αρετή αφού πρώτα ώφθη (την είδε) υπό του ανθρώπου. Ο τρόπος του Αγαθού επί του κόσμου γίγνεται αρετή του ανθρώπου επί των πολιτών: σοφία συμπεριφοράς, σωφροσύνη τρόπων,ανδρεία φερσίματος, δικαιοσύνη ισορροπίας.

Η έννοια της παιδείας στον Όμηρο.

 


Η  έννοια  της  παιδείας  στον  Όμηρο.

Η Ομηρική παιδεία στον κόσμο της Ιλιάδος και της Οδύσσειας  αναλύεται μέσα στο ευρύτερο κόσμο των θεών και μόνον κατά αυτόν τον τρόπο κατανοείται. Η Ομηρική παιδεία αναλύεται ανάμεσα στις συμπαντικές δυνάμεις και στο Υποκείμενο, υλοποιείται με βάση τον ατομικό αγώνα, την κίνηση, την  προΰπαρξη της πράξης έναντι της σκέψης. Η Ομηρική παιδεία είναι μία ανεστραμμένη παιδεία (ομοιά της είναι η εικονική σημερινή ψηφιακή παιδεία) διότι δεν ξεκινά από δεδομένες ιδέες, από προϋπάρχουσες ιδέες, αλλά όλα γεννώνται (ως ιδέες και πράξεις) μέσα από τα δεδομένα της περιπλάνησης (ο Οδυσσέας ανακαλύπτει τη σκέψη της εγκράτειας όταν τυφλώνει τον Πολυφημο, αυτή δεν προϋπάρχει αλλά γεννάται εκείνη τη στιγμή, διότι εάν προϋπήρχε θα είχαν σωθεί και οι  σύντροφοι του Οδυσσέως στο νησί του Ηλίου).

Η Ομηρική παιδεία είναι αρχέγονος ανταλλαγή συμπαντικών δυνάμεων με το νοούν και πράττον υποκείμενο: Είναι θεατρική (διότι στηρίζεται στο γεγονός ότι το σκεπτόμενο Υποκείμενο εξήλθε του οντολογικού κύκλου, δεν είναι χαμένο μέσα στη Ποσειδώνεια θαλλάσσια και ατέρμων οντολογική πορεία, αλλά εξήλθε της οντολογικής πορείας και θέλει να χαράξει τη δική του πορεία μέσα στο αχανές Όν: για αυτό και ο Ποσειδών είναι ο μεγάλος εχθρός: θέλει να ξαναβυθίσει το νοούν υποκείμενο στο χάος της εσωτερικής οντολογικής πορείας χωρίς να  μπορεί το Υποκείμενο ως εξωτερικότητα και με βάση τις δικές του εμπειρίες να κτίσει τον κόσμο ιδεών και αξιών και πράξεων). Είναι δραματική: ο Οδυσσέας δημιουργεί ιδέες και χαρακτήρα πρώτα μέσα από τη δράση: Απουσιάζει όμως το σημείο της μίμησης: ο Οδυσσέας δεν μιμείται κανέναν διότι αυτοαποφασίζει τη δημιουργία του νοουμένου και αξιακού χαρακτήρα. Όταν αντιστέκεται στην Κίρκη και δημιουργεί το χαρακτήρα του νοουμένου ανθρώπου ο οποίος επιλέγει τον κόσμο της νοητικής συνέχειας και όχι της ακινησίας των παθών ο Οδυσσέας δεν μιμείται κάποιον άγιο ή όσιο απλά επιλέγει την οδό της ανθρωπίνης συνεχείας. Άρα η Ομηρική παιδεία είναι βαθύτατα ανθρωπιστική και ανθρωποκεντρική, λείπει το Αριστοτελικό στοιχείο της τραγωδίας (έστιν ούν τραγωδία μίμησις πράξεως) ο Οδυσσέας καθοδηγείται όχι από δάσκαλο ή άνθρωπο αλλά από την οντολογική συνέχεια της νοστίζουσας επιστροφής στο τόπο όπου ανήκει: δάσκαλος είναι η εσωτερική οντολογική φωνή μέσα του υπό την μορφή της Σοφής Αθηνάς η οποία τον κατευθύνει: υπό την έννοια αυτή προλογίζει ο Όμηρος την εσωτερική μαιευτική μέθοδο του Σωκράτους, επίσης αποτελεί παράδειγμα για εμάς να ακολουθήσουμε τη βαθυτάτη εσωτερική φωνή μέσα μας προχωρώντας προς το οντολογικό τοπίο όπου ανήκουμε.

Άρα η εσωτερικότητα είναι ο δάσκαλος του Οδυσσέα, η εσωτερικότητα η υποκειμενικότητα είναι η αλήθεια, και κατά αυτόν τον τρόπο προλογίζει την υπαρξιακή φιλοσοφία του Κίρκεγγωρ, διότι όπως και οι υπαρξιστές δεν θέτει ο Οδυσσέας πρώτα την ιδέα και έπειτα την πράξη: η ύπαρξη ως πορεία δημιουργεί ιδέες και πράξεις, η εσωτερικότητα και η υποκειμενικότητα του Οδυσσέα είναι η αλήθεια: από αυτήν την άποψη η Ομηρική παιδεία θέτει τους Θεούς ως οδηγούς διά των συμπαντικών δυνάμεων που αντιπροσωπεύουν προς τον οντολογικό χώρο όπου ανήκουν οι άνθρωποι.

Η Ομηρική παιδεία δεν έχει δάσκαλο διότι ο δάσκαλος είναι μέσα στους Ήρωες και η Αλήθεια είναι η ικανότητα συνεχούς κινήσεως προς τον τόπο όπου ανήκουν οι Ήρωες: για αυτό ο αληθινός στον Όμηρο είναι ο ατρεκής, αυτός ο οποίος δεν τρέμει αλλά συνειδητά οδεύει προς τον τόπο του. Ο Αχιλλέας γνωρίζει ότι θα αναβεί στον Όλυμπο, στον Άδη γνωρίζει ότι ο Άνθρωπος είναι δύναμις εντός και εκτός σώματος, μέσα σε ένα κόσμο ο οποίος περιβάλλεται από τον Ωκεανό της συνεχείας , ο οποίος μέσα από την  περιπλανητική κίνηση θα σπάσει και θα ακολουθηθεί: άρα η Ομηρική παιδεία δεν είναι ακίνητη, στατική, νοητική: είναι βαθύτατα οντολογική, αυτοεμπειρική, κινητική, δυναμική (ούτε σκέπτεται ούτε πράττει ανακαλύπτει τα χρυσά μήλα της περιπλάνησης και από εκεί υιοθετεί ιδέες και πράξεις): δεν έχει καμμία σχέση με την αντιοντολογική παιδεία του Πλάτωνος και του Σωκράτους οι οποίοι ως μη κινούμενοι στο χαοτικό όν διά του νοός προσπάθησαν επαγωγικώς να περιχωρήσουν  ως ιδέες το σύμπαν στο ανθρώπινο μυαλό.

Η Ομηρική παιδεία αγνοεί τις καθολικές ιδέες και πράξεις, εκτός και αν ο Έκτορας τις ανακαλύψει (ανακαλύπτει την έννοια της αιωνιότητας και της υστεροφημίας όταν ήδη ως αρχηγός των Τρώων βλέπει ότι μπορεί να τις πραγματώσει,δεν θα ένοιωθε ως αμαρτωλός εάν έπαιρνε την Ανδρομάχη μακριά αλλά μέσα από τον πόλεμο επιλέγει, όπως και ο Οδυσσέας αγνοεί την κίνηση διά μέσου των αντιθέτων (διαλεκτικό μεγαλείο) αλλά την κατανοεί όταν συναντά τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Η Ομηρική παιδεία λοιπόν ουδεμία σχέση έχει με την μετέπειτα παιδεία του εμμενούς και καθιστικού σχολείου το οποίο ξεκινά από καθολικές ιδέες οι οποίες διά της παιδείας πρέπει να πέσουν σε όλα τα μαθητικά κεφάλια μετατρεπόμενες σε αξίες ζωής.

Άρα η Ομηρική παιδεία στηρίζεται στην κίνηση, στην οντολογική συνέχεια, μέσα στο χάος ο Οδυσσέας έχει ως παραδείγματα τις μορφές: η Ομηρική παιδεία λοιπόν στηρίζεται στο Υποκείμενο, στις συμπαντικές δυνάμεις υπό τη μορφή θεών, στις μορφές των όντων οι οποίες κρύπτουν ιδέες και πράξεις (Σειρήνες, Κύκλωπας κ.λ.π): Άρα η Ομηρική παιδεία μέσα στο άπειρο χάος ξεκινά από αυτό: δεν  υπάρχουν προκαθολικές ιδέες και αξίες: όλα είναι οντολογική κίνησις, η Ομηρική παιδεία είναι επιλογή  δυνάμεων οι οποίες θα δομήσουν το ανθρώπινο Υποκείμενο, για αυτό και είναι βαθύτατα ανθρωποκεντρική: σε  αντίθεση με την αντιοντολογικότητα του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους η Ομηρική ιδέα της Ομηρικής παιδείας δεν νοεί την Ιδέα ως αφαίρεση σκέψεων   αλλά ως σύνθεση πράξεων: επειδή ο Οδυσσέας τα καταφέρνει με την Κίρκη δημιουργεί την ιδέα της σύνεσης και της εγκράτειας: ενώ ο Σωκράτης στο Θεαίτητο δημιουργεί την ιδέα της γνώσης επειδή αφαιρετικά διαβλέπει ότι οι απόψεις για τα φαινόμενα διίστανται, ο Οδυσσέας πράττει και  δημιουργεί Ιδέες ενώ ο Σωκράτης σκέπτεται και δημιουργεί ιδέες: η Ωραία Ελένη δημιουργεί την ιδέα της Ωραιότητας ως κάτι άγριο, επίμοχθο, πνευματικό, οργιώδες  μέσα από τον πόλεμο και όχι μέσα από την εμπειρική παρατήρηση του Αριστοτέλους. Για αυτό η Ομηρική παιδεία δεν είναι καθολική, δεν διδάσκεται στα σχολεία, δεν είναι πνευματική, δεν έχει δάσκαλο, είναι βαθύτατα ατομική και αυτομιμητική: όποιος θέλει καλείται να μορφωθεί μέσα στο Όν με τον τρόπο του Οδυσσέως και του Αχιλλέως.

Η Οντολογική ανυπαρξία του Πλατωνικού Αγαθού.

 


Η  Οντολογική ανυπαρξία του Πλατωνικού Αγαθού.

Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να πείσεις ότι δεν υπάρχει το Πλατωνικό Αγαθό: εν γένει κάθε έννοια Αγαθού: διότι εάν  υπάρχει το Αγαθό, τότε υπάρχει αυτομάτως το μη-Αγαθό, αλλά πώς είναι δυνατόν το Όν ως χαοτική κίνησις να διαιρεται σε Αγαθό και μη-Αγαθό. Πότε,πού, πώς και γιατί ξεκίνησε αυτή η διαιρετότητα του Όλου;

Το Πλατωνικό Αγαθό (ως αιτία του κόσμου των Ιδεών) δεν υπάρχει με ένα τρόπο διττό (διπλό): ας ξεκινήσουμε αντίστροφα: στο σύνολο των Πλατωνικών διαλόγων ο Σωκράτης προτάσσει ότι το Αγαθό είναι αιτία της Ηθικής συμπεριφοράς του Πολίτου εντός της Πόλεως, για αυτό εξάλλου το λόγο ο Σωκράτης στον Πρωταγόρα συζητεί για την ύπαρξη αντικειμενικών και όχι υποκειμενικών αρετών: εννοείται ότι οι αρετές είναι οι συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στις ιδέες και αξίες.

Άρα το Αγαθό κατακτάται ως απόρροια των ηθικών πράξεων οι οποίες στηρίζονται στην εφαρμογή της διά της παιδείας εφαρμογής των αρετών. Άρα δεν υπάρχει αγαθό χωρίς πράξη: άρα πώς υπάρχει αυτοφυώς Αγαθό; Πώς είναι  δυνατόν να υπάρχει Αγαθό σε ένα προανθρώπινο κόσμο όπως ο κόσμος των ιδεών; Πώς είιναι δυνατόν να υπάρχει αγαθό ως προΰπαρξη χωρίς να το δημιούργησαν οι ανθρώπινες πράξεις; Ποιος έπραξε όλα όσα κατοχύρωσαν την προανθρώπινη αυτοφυή και καθεαυτή ύπαρξη και προύπαρξη του Αγαθού;

Εννοούμε δηλαδή ότι θα πρέπει να υπήρξε μία σειρά ανθρώπων οι οποίοι μέσα από τις πράξεις τους κατοχύρωσαν το οντολογικό κληρονομημένο στους ανθρώπους Αγαθό: αλλά τέτοιο πράγμα δεν ανιχνεύεται στον  Πλάτωνα: ο Πλάτων προσπαθεί να κατοχυρώσει το Αγαθό σε κοσμικό και όχι ηθικό επίπεδο: είναι αδύνατη η ηθική κατοχύρωση της προΰπαρξης του αγαθού: δεν υπήρξε φυλή ανθρώπων οι οποίοι ήξεραν τις σωκρατικές αρετές, τις έπραξαν άρα δημιούργησαν το αγαθό: διότι εάν δεχθούμε την ύπαρξη του Αγαθού  χωρίς την εκτύλιξη των αρετών πρώτα ως πράξη τότε καθιστούμε το Αγαθό ένα φαντασιακό μεταφυσικό μέγεθος (κάτι το οποίο είναι χωρίς ο Πλάτων να προσπαθεί να πείσει για το αντίστροφο):

Για αυτούς τους λόγους προσπαθεί (Τίμαιος κ.α) να μας πείσει για την προΰπαρξη του Αγαθού ο Πλάτων, ανακαλύπτοντας το Αγαθό στην αρμονία του κόσμου: υποτίθεται ότι το Αγαθό μεταφέρεται διά της γνώσης, των αρετών, τη συμμετρία ανάμεσα στις συμπαντικές  ιδέες και ανθρώπινες πράξεις, η παιδεία εξάλλου είναι μετατροπή της συμπαντικής προΰπαρξης του Αγαθού (ως συμμετρικού κόσμου) σε τρόπο δόμησης της  Πόλης και ανάλογο τρόπο συμμετρικής ηθικής πράξης του Ανθρώπου: το Αγαθό μετατρέπεται από συμπαντική αρμονία σε πολιτική σοφία και ηθική ατομική πράξη.

Όμως η αναλογία και η αναγωγή αυτή δεν πείθει: γιατί το Αγαθό να είναι συμμετρία και ισορροπία; Μέσα στο χάος της ολικής κίνησης γιατί να θεωρείται ως συμμετρικότητα και ισορροπία ο κόσμος του Πλατωνικού Δημιουργού (διότι πόσα πράγματα υποκρύπτονται προκειμένου να πρυτανεύσει αυτή η δήθεν συμμετρία και ισορροπία (αποκρύπτεται η νύκτα, η μετατροπή των κόσμων, οι άπειρες ανισόρροπες δυνάμεις οι οποίες χαρακτηρίζουν τον πλατωνικό κόσμο και τελικά θα τον οδηγήσουν στην καταστροφή του).

Άρα αυθαίρετα και φαντασιακά ο Πλάτων και χωρίς προηγούμενο ανθρώπινο παράδειγμα εφευρίσκει το Αγαθό ως συμμετρία και ισορροπία ως δικαιοσύνη και το εφαρμόζει πέρα από τον κόσμο και στον άνθρωπο: ο άνθρωπος πλέον πρέπει μέσα από την αρμονία των αρετών και είναι Αγαθός: γιατί όμως; Ποιο προηγούμενο ανθρώπινο είδος έπραξε τοιουτως τις αρετές δημιουργώντας το Αγαθό; Κανένα: διότι εάν υπήρχε τέτοιο ανθρώπινο είδος θα είχε μεταβιβάσει τον τρόπο του και σε εμάς, διότι πρώτα οι πράξεις δημιουργούν το Αγαθό και αυτό διαβιβάζεται στους ανθρώπους: άρα Αγαθό αυτοφυές και αυθύπαρκτο δεν υπάρχει διότι εάν υπάρχει τότε δεν επαρκεί η ανθρώπινη πράξη να το πραγματώσει διότι πώς αλλοιώς δημιουργείται το αγαθό παρά μέσα από τις ανθρώπινες πράξεις: ποια προανθρώπινη φυλή το δημιούργησε πράττοντας αρετές συμμετρίας και ισορροπίας; Δεν αναφέρεται τέτοιο γένος στον Πλάτωνα και πουθενά αλλού: διότι εάν θεωρήσουμε το χρυσούν γένος ως τέτοιο τότε θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής:

Η διονυσιακή λατρεία και οι χριστιανικοί διωγμοί.

 


Η διονυσιακή λατρεία και οι χριστιανικοί διωγμοί.

Η διονυσιακή  λατρεία έχει μία περίεργη ιστορική παρουσία η οποία θα πρέπει αν μη τι άλλο να επισημανθεί. Η διονυσιακή λατρεία στο βαθμό στον οποίο αποτυπώνει τη διαπλανητική, διοντολογική, εσωτάτη πορεία και δραστηριοποίηση όλων εκείνων των δυνάμεων οι οποίες χαρακτηρίζουν σκοτεινώς και κρυφίως τον άνθρωπο (πρό ζωής και μετά θάνατον) έχει διαδραματίσει ένα ρόλο ο  οποίος ελάχιστα έχει επισημανθεί αν και είναι καταλυτικός: ας αναφέρουμε μόνον ότι όταν ανακαλύφθηκε η διονυσιακή λατρεία γεννήθηκε η Αθηναϊκή δημοκρατία, όταν παύθηκε η διονυσιακή λατρεία άρχισαν οι διωγμοί κατά των χριστιανών. Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε ένα θέμα ούτως ή άλλως πολύ δύσκολο και σκοτεινό.

Ο Ησίοδος και ο Όμηρος κινούνται σε ένα ρυθμό μη διονυσιακό: πώς το ορίζουμε αυτό; Αναφέρεται η Νύξ, το Έρεβος, το Χάος, ως η πρώτη αρχή εκ της οποίας προήλθε άπασα η γή και τα γήϊνα όντα: δεν υπάρχει ακόμα η ανάγκη του Διονύσου ως παράγοντος εσωτερικής επαφής του Ανθρώπου με το χαοτικό παρελθόν του και μέλλον του. Όλα Είναι σε διαδοχή φανερού δεν υπάρχει η διαδοχή του φανερού και του κρυφού που εγέννησε την ανάγκη του Διονύσου. Άρα ο Διόνυσος εμφανίζεται όταν εμφανίζεται το δομημένο πρόσωπο ως νούς σκέψη αξία και πράξη: δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι η διονυσιακή λατρεία του διθυράμβου εμφανίσθηκε στην Αθήνα όταν μεσουράνησε η νοητική  φιλοσοφία: από την μία πλευρά εμφανίσθηκε η φωτεινή νοησιοκρατική φιλοσοφία του Αναξαγορείου Νοός, ο οποίος Νούς αυτός έθεσε υπό το Φώς του Απολλωνίου Φωτός της  Ημέρας τις δυνατότητες της ανθρωπίνης Φύσεως: η απομάκρυνσις της Νυκτός έφερνε το διθύραμβο όλο και πιο κοντά.

Ο Αναξαγόρειος Νούς δημιούργησε τον Άνθρωπο του Νοός του Ηλίου: τον Άνθρωπο ο οποίος εγέννησε Ιδέες, Αιτίες, εξηγήσεις, σκοπούς , Ενδελέχειες: ο Διόνυσος έπρεπε να εμφανισθεί τώρα για να καλύψει το κενό ανάμεσα στον Άνθρωπο του Ηλιακού Νοός και στον  Άνθρωπο του χαοτικού σκότους, ο οποίος μέσα από την προσωκρατική και σωκρατική φιλοσοφία ψευδώς πίστευσε ότι θα μπορούσε να είναι Ηλίου νοητικά καθαρότερος: ο Πελοποννησιακός πόλεμος του υπενθύμισε ότι η φύση του είναι μίγμα ζώου και ανθρώπου.

Ο Όμηρος λοιπόν δεν χρειάζεται το διθύραμβο, τον διθύραμβο τον χρειάζεται η δραματική ποίηση, διότι η δραματική ποίηση είναι αυτή η  οποία στηρίζεται στον Άνθρωπο του Νοός ο οποίος απεγνωσμένα πρέπει να θυμηθεί τις εσώτατες δυνάμεις του προέλευσης και ενδελεχούς πορείας, ο διθύραμβος τον  βοηθεί σε αυτό. Ο Όμηρος αντί για τον Διόνυσο και αντί για το νοητικό υποκείμενο έχει τον Όλυμπο ως συνέχεια της Γαίας, άρα δεν χρειάζεται κανείς Διόνυσος διότι όλα είναι συνεχή και φανερά, επίσης οι Ήρωες δεν χρειάζονται το Διόνυσο  διότι η Τιμή τους συνεχίζεται όταν πέφτει ο Ήλιος και με τα μάτια της Ημιθέου πράξης των οδεύουν Νύκτα στον Όλυμπο σε μία πορεία η οποία φωτίζεται από το Φώς της υστεροφημικής γενναιότητάς των. Ο Ήρωας επικοινωνεί σε όλα τα επίπεδα με την γενναιότητά του καλύπτοντας κάθε οντολογικό χάος ανάμεσα στη γή και τον Όλυμπο, άρα ο Διόνυσος απλά προετοιμάζεται.

Ο Διόνυσος κατεβαίνει από το Βορρά όταν η Ιωνία αρχίζει να πλουτίζει, όταν ο Αθηναίος νικά τους Πέρσες, όταν ο Περικλής αναφέρεται στο φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας, όταν ο Αθηναίος χρησιμοποιεί το Φώς της Ημέρας για να γεμίσει έναν Νού ο οποίος θα πλημμυρίσει τον κόσμο με πλατωνικές ανυπόστατες σε οντολογική βάση ιδέες και αξίες αλλά αυτές θα κτίσουν τον ανυπόστατο οντολογικά κόσμο μας των ιδεών και αξιών αλλά ο Άνθρωπος της Ημέρας θα κυριαρχήσει: θα φτιάξει θρησκείες, επιστήμες, πολιτική και τεχνολογία. Ο Διόνυσος θα τραγουδά το διθύραμβο για να θυμίζει σε όλους τον άλλο μισό σκοτεινο εαυτό ό  οποίος μετά θάνατον θα συνεχίσει τη φωτεινή ασώματη χαοτική πορεία του.

Η πολιτικοποίηση του α-συνειδήτου. Όταν το ασυνείδητο των μαζών εκδικείται.

 


Η  πολιτικοποίηση  του α-συνειδήτου. Όταν το ασυνείδητο των μαζών εκδικείται.

Η Ιστορία έχει σειρά. Η Ιστορία είναι προφήτης. Ο Ιστορικός  γερμανικός θετικισμός επιστημονικοποίησε πλήρως την Ιστορία, την προσκόλλησε στον νοησιοκρατικό μεταφυσικισμό του Εγέλου  και στον μεταχριστιανικό σοσιαλιστικό εσχατολογισμό του Μάρξ και πλέον καθόρισε ότι ο άνθρωπος ισούται με το σύνολο της Ιστορίας του. Ισούται με το σύνολο των σκεψεών του και πράξε. Η Ιστορία ως περίκλειστο ανάκτορο έκλεισε μέσα της όλη την ανθρώπινη  ζωή, ως σκέψεις και πράξεις, τίποτε δεν συμβαίνει και δεν ενδιαφέρει εκτός Ιστορίας.  Μόνον οι σκέψεις και οι πράξεις των ανθρώπων μας ενδιαφέρουν. Η Ιστορία είναι η μεγάλη υπηρέτρια του Ανθρωποκεντρισμού από τον Όμηρο και δώθε. Αυτή τη στιγμή εάν ομιλήσει ένα  σύννεφο θα αδιαφορήσουμε γιατί δεν προκαλεί αυτή η κίνηση Ιστορία. Ακόμη και αν το σύννεφο μας είπει τι θα γίνει στον πλανήτη γή, δεν μας ενδιαφέρει, διότι το μόνον που μας ενδιαφέρει είναι οι σκέψεις και οι πράξεις των ανθρώπων.

Ο Ανθρωποκεντρισμός δέχθηκε το δώρο του Όντος που είναι η Ιστορία: όπως και ο θεός θαύμασε το δημιούργημά του, παρόμοια και ο άνθρωπος ζεί σε σχέση με τις σκέψεις του και  τις πράξεις του. Αλλά και η Ιστορία περνά από ποικίλα στάδια. Κατ΄αρχάς ενώ κάποτε δεν υπήρχε ανθρωποκεντρισμός διότι το Όν διένειμε με άλλο τρόπο τις δυνάμεις του, ενώ κάποτε δεν υπήρχε ιστορία, όταν ο Άνθρωπος εξήλθε της σειράς του Όντος και με το νού του παρατηρούσε τα πάντα, τότε γεννήθηκε η Ιστορία. Όμως θα πρέπει να προσέξουμε κάτι πολύ σημαντικό: η Ιστορία είναι η μετάβαση  του Ανθρώπου στη θέση του θεού της γένεσης: ο Άνθρωπος νοιώθει ότι έχει ιδέες και σκέψεις ώστε να δημιουργήσει τον κόσμο του και το ανθρωπομοντέλο του: Αυτή  είναι η  Ιστορία: το σύνολο των οντολογικών  δυνάμεων οι οποίες ως αχανείς χαοτικές και αδυσώπητες προωθούν τον άνθρωπο προς το χάος, δεν ενδιαφέρουν: αυτές δεν γίγνονται ιστορία: όπως Ιστορία δεν έγινε το παρελθόν του Θεού: πού ακριβώς ήταν ο Θεός πρίν τον   Παράδεισο; Κανείς δεν γνωρίζει, αντίθετα  όλοι γνωρίζουν την μετέπειτα Ιστορία του.

Άρα λοιπόν ο Ηρόδοτος, ικανοποιημένος από τον πλούτο Ελλήνων  Ιώνων  και άλλων, εντυπωσιασμένος από την πρόοδο των ανθρώπων, από τις νίκες και ποικίλες προόδους των Ελλήνων, από την εξέλιξη των Περσών, εντυπωσιασμένος από το ότι οι άνθρωποι της εποχής του,εξελίσσονται, κάνει ο Ηρόδοτος μία πολύ απλή  πρόταση: η οποία θα τον εξελίξει  σε πατέρα της Ιστορίας. Τι κάνει ο Πατέρας; Μεταφέρει μορφή και είδος το οποίο διά της γυναικείας μήτρας εμφανίζει το νέο άνθρωπο: Αυτό έκανε και ο Ηρόδοτος: όλα τα ανθρώπινα πεπραγμένα γεννούν έναν παιδί : την ιστορία, διότι ο Πατήρ Άνθρωπος βάζει τα έργα και τις σκέψεις και η Μητέρα χρόνος τα πλάθει  σε δομές, έννοιες, γεγονότα, πολιτισμούς και λοιπές καταστάσεις. Ιστορία όμως είναι τα φανερά ιδεολογήματα και πεπραγμένα, δεν είναι η ασυνείδητη επενέργεια των γιγάντων, η υπερσυνειδητή κίνηση των νεφελών, ούτε το άγνωστο κάλεσμα του όντος.

Η Ιστορία ως μηχανή παραγωγής ιδεών,  αξιών, γεγονότων και συμβάντων, θέλει φαγητό,πράξεις, λάθη, σωστά, συμβάντα, απονεννοημένες πράξεις, συνειδητές και ασυνείδητες πράξεις κ.λ.π. Οι άνθρωποι δεν χορταίνουν να ταίζουν την Ιστορία. Σταδιακά όλοι καταλαβαίνουν γιατί πρέπει να υπάρχει Ιστορία, και κυρίως γιατι πρέπει να την ταίζουν τόσο συνειδητά κα απροσμέτρητα οι άνθρωποι: Κάποιοι έφτιαξαν ένα θεό ως αποθήκη σκέψεων και πράξεων, σήμερα έχουμε τις τράπεζες ως υλικό αποθετήριο: χωρίς την Ιστορία, την τράπεζα από όπου οι γενεές δανείζονται και ξοδεύουν σκέψεις, γεγονότα και πράξεις, δεν υπάρχει ζωή, ούτε συνέχεια: η  Ιστορία ως σύνολο συνειδητών  σκέψεων και πράξεων οι οποίες διά της παιδείας και της ιδεοποίησης  και αξιοποίησης των γεγονότων καθίστανται γνώση και ηθική για τις επόμενες γενεές, αυτή η ιστορία γίγνεται τράπεζα από όπου οι γενεές δανείζονται πρότυπα, ιδέες και αξίες, λάθη και σωστά, τροφή για τις σκέψεις τους και τις πράξεις τους.

Από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού: ο θάνατος του Μύθου.

 


Από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού: ο θάνατος του Μύθου.

Ο Μύθος είναι το πρώτο παιδί του προλογικού Χάους. Ενώ είναι  πλασμένος από τα ίδια χαοτικά υλικά του Λόγου δεν είναι λόγος διότι κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για την Αθηνά ως Σοφία διότι δεν γνωρίζει το εύρος αυτής της συμπαντικής σοφίας. Διότι κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για την αχανή δύναμιν του Διός διότι δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει το ανθρωποκεντρικό βήμα του μύθου: ποιος μπορεί να λογέψει (να ομιλήσει) για τις ανείπωτες δυνάμεις των μυθικών οντοτήτων: μόνον να τις βιώσει μπορεί και ενορατικά να τις διαισθανθεί: ας δώσουμε ένα παράδειγμα: ο Τηλέμαχος δεν μπορεί να ομιλήσει για την Αθηνά-Μέντη διότι ο λόγος είναι δεδομένα που αρνείται να παράσχει ο μύθος, μπορεί όμως να νοιώσει ο Τηλέμαχος το ανείπωτο δυναμικό  εύρος της Θεάς της Σοφίας.

Άρα ο Μύθος υπό την έννοια των ταξιθετημένων δεδομένων τα οποία χρειάζονται την πραγματικότητα και τον ανθρωπάκο της πραγματικότητας να τα κατανοήησει και να τα θέσει σε μία σειρά κατανόησης, υπό αυτήν την έννοια δεν είναι Λόγος. Ο Μύθος ως το πρωτότοκο παιδί του Χάους, του Ερέβους, του Όλου, είναι ασύλληπτος κίνησις συμπαντικών δυνάμεων οι οποίες αρνούνται τη μετέπειτα αστεία Λογική του υποοντολογικού ανθρώπου (όπως αυτός εμφανίζεται στον Πλάτωνα και στη χριστιανική διανόηση). Εάν τώρα σκεφθούμε ότι το πρώτο υλικό ανθρωπίνης συνεχείας είναι οι οντολογικές δυνάμεις ως τέτοιες θα καταλάβουμε ότι ο μύθος είναι ο Οντολογικός Πατήρ του Ανθρώπου, είναι αυτός ο οποίος του δίδει τις χαοτικές πρώτες δυνάμεις (ανεξάρτητες, ατομικές και ολοκληρωτικές) προκειμένου να συνεχίσει ως ατομικότητα χαοτική το συμπαντικό του ταξείδι στη γαία: ο Οδυσσέας ως Μυθική οντότητα κληρονομεί τις άπειρες δυνάμεις του χάους (τη δύναμιν του Διός, τη Σοφία της Αθηνάς, την πληροφορία του Ερμή) ώστε ως ατομικότητα να προχωρήσει στην οντολογική χαότητα: για τον μύθο η γαία δεν είναι κοινωνία ανθρώπων, αυτά είναι Αριστοτελικά φληναφήματα, για τον Μύθο η γαία είναι ένας ακόμη χώρος εκτύλιξης συμπαντικών ατομικών δυνάμεων ώστε τα όντα ως ατομικότητες να συνεχίσουν το χαοτικό ταξείδι τους, συναντώμενα στα  ρείθρα του Όντος.

Ο Μύθος λοιπόν δεν υπολογίζει τη γαία ως χωριστό χώρο για αυτό και όλα τα ανθρωπομορφοποιεί: Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μύθος είναι η  ασυσσώρευτος κίνησις όλων των όντων, η διαρκής μετατροπή των ανθρώπων σε ζώα, σε φυτά, σε άστρα, ο Μύθος είναι η απόλυτος κίνησις, η ανυπαρξία πράξεως και σκέψεως, η ενιαία οντολογική δύναμις ως δράσις και κίνησις: για αυτό από το Μύθο απουσιάζουν όλα τα ανόητα Πλατωνικά και Σωκρατικά εργαλεία τα οποία θα σκλαβώσουν ως σκέψεις συναισθήματα και πράξεις τους μετέπειτα ανθρώπους: δεν υπάρχουν στους μύθους έννοιες (ο Δίας γεννά την Αθηνά Σοφία από το κεφάλι του, αυτό είναι δύναμις υπάρξεως οντολογικών τρόπων μέσα μου, δεν έχει να κάνει με όσα ιδεολογήματα έπειτα γέννησε η φιλοσοφία, η Αθηνά είναι ο τρόπος κίνησης του σύμπαντος που θα πρέπει να συνεχίσω ως ατομικότητα: η Σοφία δεν είναι τρόπος σκέψης (για αυτό και έχει το γράμμα Φ (φώς) αλλά φωτεινός οντολογικός δρόμος.Δεν υπάρχουν στους μύθους  συναισθήματα αγνοίας και αμαρτίας (όλοι γίγνονται όλα και απολαμβάνουν το διασυμπαντικό ταξείδι τους): επίσης στους μύθους δεν υπάρχει περιορισμός πράξεων, οι οντολογικές χαοτικές δυνάμεις δεν περιορίζονται αλλά ο Δίας μπορεί ως Ταύρος (απόλυτος δύναμις) να κλέψει την Ευρώπη (ευρεία άποψη των πραγμάτων): όλα Είναι ως δυναμική συνέχεια: ο μύθος εξάλλου καταρρίπτει και την Πλατωνική αλλά και την Αριστοτελική κίνηση: ο Πλάτων προσπάθησε διά της Ιδέας να κινήσει την αυτοκίνηση: όμως ο μύθος είναι η απόλυτος κίνησις του όλου ως όλον (κάτι που εμπερικλείει και τον άνθρωπο ως άνθρωπο  συνέχεια του Όντος και όχι της Ιδέας (όπως περιορίζει τον άνθρωπο ο Πλάτων): επίσης ο μύθος δεν γνωρίζει το πρώτο κινούν ακίνητον του Αριστοτέλους (διότι μέσα στο Όν όλα είναι διαρκής κίνησις ως μετατροπή όλων σε όλων κατά βαθύ οντολογικό τρόπο  και όχι ως αλλαγή θέσης απλά ή μορφής  εξωτερικής όπως διατείνεται ο Σταγειρίτης ο οποίος εξηφάνισε την οντολογικότητα της δύναμης). Ο μύθος είναι ο ανεπιτήδευυτος τρόπος του Όντος πριν αυτός εισχωρήσει σε ανθρώπινα μυαλά, προκρουστείως επεξεργασθεί και γίνει αντικείμενο ανθρωπίνης εξουσιαστικότητας. Ο μύθος λοιπόν προωθεί και προχωρεί τον αγνό και πρώτο τρόπο του  Όντος ως κίνησις, ελευθέρα δύναμις, ανεπιτήδευτος πρόοδος και υπέρβασις του όλου: ο μύθος δεν γνωρίζει νού, σκέψη, πράξη, ήθος, βούληση: ο μύθος είναι σώμα εκ του σώματος του όντος: είναι η αιθέρια κίνησις του Όντος πρίν κλεισθεί στους λογικούς περιορισμούς της φιλοσοφίας και θεολογίας.

Τώρα που τελείωσαν οι Πανελλαδικές εξετάσεις…

 


Τώρα που τελείωσαν οι Πανελλαδικές  εξετάσεις…

Οι Πανελλαδικές εξετάσεις 2023-2024 ανήκουν στο παρελθόν. Είναι και αυτές παρελθόν όπως οι προηγούμενες των προηγουμένων ετών. Ανακοινώθηκαν και πάλι οι γενικοί στατιστικοί μέσοι όροι: ας συζητήσουμε για την Έκθεση: και πάλι το 13% (περίπου) έγραψε κάτω από τη βάση. Αμέσως ξεκίνησαν τα σχόλια: ο κοινός παρονομαστής των σχολίων είναι ο εξής: δεν γίνεται δουλειά στα σχολεία, τα παιδιά μας δεν μαθαίνουν γράμματα, το επίπεδο πέφτει κ.λ.π.

Νομίζω ότι υπάρχει δίκαιο ή μορφή δικαίου στον παραπάνω κοινό παρονομαστή. Όντως είναι αποκαρδιωτικό το 13% των διαγωνιζομένων μαθητών να γράφουν σε μάθημα  Έκφρασης και Γνώμης κάτω από τη βάση: Συζητούμε για περίπου 10.000 περίπου μαθητές. Όντως επίσης υπάρχει ευθύνη και των εκπαιδευτικών (αν και όσοι εύκολα οδηγούνται σε σχόλια είναι φανερό ότι ούτε 1 ώρα δεν έχουν διδάξει σε αίθουσα Ελληνικού Γυμνασίου ή Λυκείου ώστε να διαπιστώσουν τις συνθήκες δουλειάς, εκπαιδευτικής δουλειάς του Έλληνος εκπαιδευτικού).

Όλοι όμως οι επικριτές αγνοούν κάποια σημαντικά πράγματα (ίσως διαπιστώσεις) τις οποίες εδώ προτιθέμεθα να διατυπώσουμε. Κατ΄αρχάς η Έκθεση δεν είναι πλέον μάθημα παραγωγής λόγου: έχει αρκετή θεωρία και ασκήσεις, άρα κάποιος μαθητής απλά μπορεί να εκφρασθεί πολύ καλά απλά όμως μπορεί να μην έχει διαβάσει τη θεωρία ώστε να απαντήσει σε ασκήσεις (όπως στην Ιστορία και στα Μαθηματικά): άρα η Έκθεση δεν αντιπροσωπεύει την ικανότητα παραγωγής λόγου (μόνο) αντιπροσωπεύει και το βαθμό μελέτης: είναι δυνατόν λοιπόν κάποιος μαθητής με πολύ καλό λέγειν αλλά επειδή δεν έχει  διαβάσει τη θεωρία του μαθήματος να μην γράψει: άρα μειώνονται και οι ευθύνες των εκπαιδευτικών, οι οποίοι έμαθαν στο μαθητή Έκφραση και Λόγο, απλά εκείνος δεν μελέτησε κατά μόνας.

Το λάθος των επικριτών όμως δεν ευρίσκεται μόνον σε αυτό το σημείο: Το σχολείο πλέον, ευρισκόμενο στην ψηφιακή εποχή αποτελεί για το παιδί όχι μονόδρομο αλλά επιλογή: υπάρχουν πάμπολλες πλέον πηγές γνώσης: οι εκπαιδευτικοί πασχίζουν να προσφέρουν στα παιδιά ό,τι παραπάνω  μπορούν αλλά είναι εποχή όπου το παιδί μπορεί χωρίς να ασχοληθεί με το σχολείο να επιτύχει λαμπρή  επαγγελματική καριέρα: άρα η ίδια η ζωή έχει ακυρώσει την Έκθεση, πλέονη γλώσσα έχει χάσει τον οντολογικό γνωσιολογικό και αξιακό χαρακτήρα της, έχει καταστή απλό επικοινωνιακό μέγεθος, άρα το σχολείο δεν μπορεί να εμβαθύνει στη γλώσσα ως φορέα νοημάτων και ηθών: ενσυνειδήτως οι μαθητές επιλέγουν τη γλώσσα ως επικοινωνία (όπως συνέβη με τα ιερογλυφικά) η γλώσσα μάλιστα σήμερα ψηφιακώς αντικαθίσταται από εικονίδια και συντομογραφίες: άρα η Έκθεση είναι περιττή στη ζωή των παιδιών: δεν τους χρειάζεται: οι επικριτές των εκπαιδευτικών ας γυρίσουν 70 χρόνια πίσω και ας σκεφθούν ότι τα παιδιά αποτύγχαναν σε γενικές εξετάσεις στην έκθεση όταν αυτή ήταν γλώσσα ιδεών και αξιών, όταν ετίθετο ως αρχαίο ρητό, όταν οι μαθητές την είχαν πραγματική ανάγκη και δεν μπορούσαν όμως να ανταποκριθούν: διότι το σχολείο είναι σαν την Εκκλησία: πολλοί οι κλητοί ολίγοι δε οι εκλεκτοί: και αυτό δεν αλλάζει από εποχή σε εποχή.

Ο πόλεμος ως δημιουργός καπιταλιστικής οικονομίας. Το παράδειγμα της Σπάρτης.

 


Ο πόλεμος ως δημιουργός καπιταλιστικής οικονομίας. Το παράδειγμα της Σπάρτης.

Η καπιταλιστική οικονομία ως σκέψη έχει τις ρίζες της στη συσσώρευση των δυνάμεων στο θεό: όπως ο θεός κατέχει τις ιδέες και αξίες οι οποίες σώζουν τον κόσμο και τον άνθρωπο, παρόμοια ο πλούτος (υλικός πλούτος και μέσα παραγωγής πλούτου) συσσωρεύονται σε ανθρώπους οι οποίοι απαρτίζουν την τάξη των κεφαλαιούχων. Δεν είναι βέβαια μόνον η μηχανή η οποία εγέννησε το καπιταλιστικό φαινόμενο: η συσσώρευση του πλούτου επιτυγχάνεται αναμφίβολα μέσω της μηχανής: η μηχανής σημαίνει ότι γεωμετρικά και συστηματικά παράγεται εμπόρευμα και πλούτος, αυτή η μηχανιστικότητα ως σύστημα συσσωρεύει χρήμα.

Όμως η μηχανή παραγωγής πλούτου ποικίλλει από εποχή σε εποχή: όταν συζητούμε για μηχανή εννοούμε κάθε τρόπο ο  οποίος συστηματικά και ασταμάτητα παράγει και συσσωρεύει χρήμα: ο θεός αποτελεί αιτία συσσώρευσης πλούτου και γένεσης του καπιταλιστικού φαινομένου (στο όνομα του θεού κινούνται σε ναούς τεράστια ποσά): επίσης το εμπόριο αποτελεί αιτία γένεσης του καπιταλιστικού φαινομένου. Η φυσική διαδικασία άντλησης φυσικών και πλουτοπαραγωγικών πόρων αποτελεί αιτία γένεσης καπιταλιστικού φαινομένου: π.χ: σε ένα φυσικό περιβάλλον ανακαλύπτεται πετρέλαιο: αυτό και μόνον είναι επαρκής και ικανή συνθήκη γένεσης καπιταλιστικής οικονομίας διότι συσσωρεύεται ο πλούτος στα χέρια ολίγων.

Διαχρονικά όμως και διϊστορικά η κύρια πηγή συσσώρευσης πλούτου, η μηχανή παραγωγής πλούτου και συγκέντρωσης του πλούτου σε συγκεκριμένες πολιτικές καταστάσεις είναι ο πόλεμος: το βυζάντιο και  η ρώμη (π.χ) θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν (μέσα στην απόλυτη αυτοκρατορική συσσώρευση πλούτου) ως καπιταλιστικές κοινωνίες, έχουσες ως βασικό πόλο συσσώρευσης του πλούτου , ως μηχανή συσσώρευσης του πλούτου, τον πόλεμο. Ο πόλεμος συσσώρευε απίστευτο πλούτο, αλλά όχι για όλους, κυρίως για τον αυτοκράτορα και την καμαρίλα του, αλλά και για ευρείες κοινωνικές μάζες, όχι όμως όλες. Διότι οι κυρίως πολεμιστές, αυτοί που σήκωναν το βάρος του πολέμου εξαφανίζονταν μέσα από τα σωματικά και άλλα προβλήματα: αντίθετα οι άρχουσες τάξεις λυμαίνονταν τα λάφυρα και τον κυριευόμενο πλούτο, καθιστάμενες καπιταλιστικά πλούσιες τάξεις: ως έχουσες μάλιστα τον πλούτο μπορούσαν κάλλιστα να κυριαρχούν στον ευρύτατο όχλο. Εννοείται ότι αυτού του είδους ο οικονομικός καπιταλισμός συνεπάγεται την εξαθλίωση του λαού, συνεπάγεται τη συσσώρευση πλούτου και εξουσίας σε ολίγους με αποτέλεσμα σταδιακά οι πολλοί να εξαθλιώνονται, να διαλύεται η Εθνική και κοινωνική συνεκτικότητα, και να κινδυνεύει η εκ θεμελίων συνοχή και συνέχεια του Έθνους κράτους, ή των αυτοκρατοριών.

Η Οντολογία του Παραδείσου.

 


Η Οντολογία του Παραδείσου.

Natura non fiat saltus. Η Φύση δεν κάνει ανασφαλή άλματα έλεγαν οι Λατίνοι. Πόσο κόπο έδωσε ο Ηρακλειτος προκειμένου να φτιάξει τα ενδιάμεσα μεγέθη ανάμεσα στο Πύρ και στον Άνθρωπο: το λόγο, τη λογική προόδου του Πυρός, της Βουλήσεως του Όλου; Διότι εθέλησε να είπει κάτι το αυτονόητο: ανάμεσα σε κάτι χαώδες και σε κάτι ανθρώπινο μεσολαβεί κάτι, ώστε ήρεμα να γίνονται οι μεταβάσεις από το Όν προς τον Άνθρωπο. Ο Πλάτων επίσης ξόδεψε πολύ χρόνο και κόπο ώστε ανάμεσα στον χαοτικό κόσμο του Όλου και στην Πολιτεία του και στον Πολίτη του να δημιουργήσει αρχές μετάβασης: τις ιδέες, τις αξίες, το Αγαθό, το μεγάλο ενδιάμεσο. Ο Άνθρωπος δεν προχωρεί μέσα από το χάος αλλά μέσα από μία μεταχαοτική κατάσταση η οποία ηρεμεί το χάος και ετοιμάζει κάτι για τον Άνθρωπο, εύπεπτο και κατανοητό.

Μέσα στα χρόνια αυτό το είδαμε πολλές φορές: ο Μάρξ ανάμεσα στο καπιταλιστικό βαρβαρισμό και στον Άνθρωπο έδωσε τη δικτατορία του προλεταριάτου: πάντα μία θεωρία, ένα όνειρο, μία ελπίδα, ηρεμεί τον Άνθρωπο και τον καθιστά ικανό για νέες πράξεις και καταστάσεις. Ο Χάϊντεγγερ δεν άφησε τον Άνθρωπο έναντι του Χάους αλλά του προσέφερε το μεγάλο ενδιάμεσο, τη Μέριμνα: Η Μέριμνα ηρεμεί τον Άνθρωπο υπαρξιακά και τον ετοιμάζει για την μετάβασή του στο δικό του θάνατο και στην υπαρξιακή πορεία του προς το Είναι.

Αλλά αυτό δεν πράττει και σήμερα ο ψηφιακός και εικονικός πολιτισμός μας;Ανάμεσα στο χάος της ζωής μας και στην πορεία μας σε αυτή τη ζωή εναπόκειται η πολιτική: η οποία ηρεμεί το χάος και προσφέρει στον άνθρωπο δράσεις και ελπίδες ώστε να αντεπεξέλθη στις προκλήσεις της αστικής ζωής.

Άρα καταλήγουμε ότι στην ιστορία του πνεύματος, στην ιστορία γένεσης της σκέψης, του Λόγου, του Πολιτισμού και του Ήθους υπάρχουν τρία στάδια, Είναι και μετάβασης προς μία καινούργια κατάσταση του Είναι: Υπάρχει το Χάος, το Ά-γνωστο, το Αν-ομόλγητο, το Α-φιλόξενο. Αυτό δανείζει κάποιες δυνάμεις του σε κάτι που εξέρχεται από μέσα του ώς νέο: Διότι το Χάος εμπεριέχει τις δυνάμεις και ενέργειες ώστε να προχωρήσει σε μία νέα κατάσταση νέας κατανομής των δυνάμεων.Μέσα από αυτή την ενδιάμεση κατάσταση το χάος λησμονείται, όλοι ασχολούνται με την ενδιάμεση κατάσταση και γεννάται από αυτή την κατάσταση ο Άνθρωπος και ο πολιτισμός του.

Ο Παράδεισος ώς οντολογική κατάσταση είναι ενδιάμεση κατάσταση: Ανάμεσα στο χάος και στον Άνθρωπο ο οποίος ετοιμάζεται. Ας το προσέξουμε: θα μπορούσε να εξέλθη ο Άνθρωπος απ΄ευθείας μέσα από το Χάος; Aυτό φαντάζει ώς αδύνατον υπό την έννοια ότι το χάος θα έφερνε χάος: αν και ουσιαστικά ο Θεός, η Φύση, ο Άνθρωπος, είναι μεταχαοτικές καταστάσεις από τα ίδια υλικά. Άρα το σωστό ερώτημα είναι εάν από το χάος θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε απ΄ευθείας στο θεό στη φύση στον άνθρωπο: αυτό όμως συνέβη: άρα ουσιαστικά ο θεός και η φύση και ο άνθρωπος προήλθε από το χάος. Όμως επειδή είναι όλα φτιαγμένα από τις ίδιες δυνάμεις ουσιαστικά ο θεός και η φύση και ο άνθρωπος είναι χάος: Διότι δεν άλλαξε τίποτε στο χάος παρά μόνον η ανακατανομή των δυνάμεων: σε αυτό το σημείο σφάλλεται ο Ησίοδος: όλα δεν προήλθαν απλά από το χάος αλλά είναι πάντα χάος έστω και αν οδηγούνται σε λογικές και μεταλογικές καταστάσεις: η λήθη του χαοτικού οδήγησε στην τυραννία του μερικοποιημένου λόγου, στον περιορισμό των ανθρωπίνων δυνατοτήτων, στον διαστασιακό εγκλωβισμό του ανθρώπου, στον μερικό άνθρωπο.

Η προέλευσις της χριστιανικής πίστεως από το Δελφικό Λόγο.

 


Η προέλευσις της χριστιανικής  πίστεως  από το Δελφικό  Λόγο.

Στην περιοχή των Δελφών και πρίν τη λατρεία του Θεού Απόλλωνος (με βάση πήλινα ειδώλια ορθίων γυναικείων μορφών τα οποία ευρέθησαν στην περιοχή) λατρευόταν η θεά Γαία. Από τον 11ο αι. από τα γεωμετρικά δηλαδή χρόνια εμφανίσθηκαν ανδρικά χάλκινα αναθήματα, γεγονός το οποίο μαρτυρεί την αντικατάσταση της θεάς Γαίας από το θεό Απόλλωνα. Η παρουσία γρυπών (οι οποίοι έχουν αετίσιο κεφάλι, λιονταρίσιο σώμα και φιδίσιο σώμα) αποτυπώνει ότι το μαντείο των Δελφών υπό το φώς του Απόλλωνος απλώνεται στα τρία επίπεδα: ουράνιο, γήϊνο και υποχθόνιο.

Άρα οι Δελφοί μέσα από την εσωτάτη δύναμιν της Γαίας, της κινουμένης οντολογικώς γαίας, υιοθετούν το Φώς της Ηλιακής Γνώσεως η οποία αποκτάται ως εξωτερίκευσης της εσωτάτης οντολογικής γνώσεως (η θεοποίηση του Απολλουομένου και Απολλυομένου Απόλλωνος σηματοδοτεί την καθαρτική γνώση (Απολούω) της απολεσθείσης (απόλλυμι) χαοτικής γνώσης: ο Απόλλων είναι η καθάρια ηλιακή γνώση όπως απλώνεται από τον Ήλιο προς τους Ανθρώπους: ο Απόλλων σηματοδοτεί την καθάρια Φωτεινή πορεία της Γνώσης: όπως ο Ήλιος φωτίζει τα πάντα, διά του Ηλίου όλες οι συμπαντικές δυνάμεις οι οποίες ασχολούνται με τον κόσμο μας φωτίζονται, ο Απόλλωνας γνωρίζει τη σειρά τους και τη μεταφέρει ως γνώσιν σημείων στους ανθρώπους: Άρα όλα γύρω μας είναι γνώσις προερχομένη εκ του Ηλίου και  του τρόπου: διαεπίπεδη γνώσις: ως ακολούθως:

Το μαντείο των Δελφών σηματοδοτεί την αποκτηθείσα δύναμη τα όντα να μπορούν να κατανοήσουν την πορεία του Φωτός σε όλα τα επίπεδα: ο Ήλιος ρίπτει τις ακτίνες του και καθοδηγεί τους ανθρώπους και τα όντα στην επίγεια ζωή τους: επίσης καθορίζει την πορεία ζωής διά της φωτοσύνθεσης και λοιπές άλλες λειτουργίες: σε γνωσιακό επίπεδο διά του Ηλίου έρχονται προς τον Άνθρωπο το σύνολο των ιδεών και αξιών: το Αγαθό, το Ωραίο, το Καλό: η συμμετρία η ομόνοια η ισορροπία: η συνένωσις των αντιθέτων, το όλον, η ενδελέχεια, η εξέλιξη. Η θεοποίησις του Απόλλωνος ως Ηλιακού γνωσιακού Φωτός φανερώνει ότι ο Ήλιος μεταφέρει όλες εκείνες τις δυνάμεις οι οποίες ως σκέψις και βούλησις καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων: ως Φώς, κίνησις, ενέργεια, αιτία και αποτέλεσμα: όταν ο Θεός σηματοδότησε ότι τα ξύλινα τείχη θα σώσουν την Αθήνα, εννοούσε ότι υπό το φώς του Ηλίου, οι άνθρωποι μπορούσαν να θέσουν όλα τα δεδομένα ώστε να κατανοήσουν ότι τα πλοία θα σώσουν την παραθαλάσσια Ελλάδα από τους Πέρσες: ο Ήλιος ως πνευματική (εσωτερική) και αντιληπτική (εμπειρική) περιχωρήθηκε ως γνώσις στο θεό Απόλλωνα: επειδή οι Μυκηναίοι λάτρευαν ακόμα τη Μινωϊκή Γαία και επειδή διά της Ελένης αντικατέστησαν την Γαία διά της Ωραιότητοας του Νοός και της Οργής, δεν ήθελαν ακόμη τον Απόλλωνα: τον Απόλλωνα τον εθέλησε η μεταΑρχαϊκή Ελλάδα διότι έμαθε να μετατρέπει το Ηλιακό Φώς σε σκέψη, αξία, νόηση, συναίσθημα, βούληση, πράξη,εξέλιξη: π.χ υπό το φώς του Ηλίου βλέπει κανείς ότι ο καιρός είναι καλός, υπό το φώς του Ηλίου ο άνθρωπος σκέπτεται καλά πράγματα, άρα όλα αυτά συναινούν ότι όλα θα πάνε καλά: αυτή η γνώση περιχωρήθηκε στο μαντείο των Δελφών ως Ηλιακή Απολλώνεια γνώση.

Είναι η γνώση του Μαντείου των Δελφών: αναλύεται όμως σε δύο επίπεδα (κοιτάζοντας τον Ήλιο το καταλαβαίνουμε αυτό πολύ καλά): το πρώτο επίπεδο είναι το καθαρά αισθητικό επίπεδο: βλέποντας τα σύννεφα μπορεί να είπει το μαντείο: σύμφωνα με τα σημεία θα βρέξει: το δεύτερο επίπεδο (είναι και αυτό το οποίο μας ενδιαφέρει και είναι το πλέον σημαντικό): αφορά την πρώτη νοητική μετατροπή της εξωτερικής ενέργειας του Ηλίου ως φυσικού φαινομένου σε εσωτερική γνώση: από αυτήν την άποψη το μαντείο των Δελφών είναι η πρώτη μετατροπή της εξωτερικής ενεργείας σε εσωτερική γνώση (πρόδρομος του Πλάτωνος και του χριστιανισμού).

Ας το προσέξουμε: ο Ήλιος (από τους Ορφικούς ακόμα) προσφέρει όραση, φαινόμενα, δεδομένα. Όλα αυτά καταλήγουν ως παραστάσεις στο ανθρώπινο μυαλό: το ανθρώπινο μυαλό ενώνει όλα τα δεδομένα των οφθαλμών και τα μετατρέπει σε κοινότητα δυνάμεων και ενεργειών παράγοντας γνώση ιδεών και αξιών. Διότι καθ΄όλη την ανθρώπινη διιάρκεια της ανθρωπίνης ιστορίας συμβαίνουν τα ίδια φαινόμενα: αυτά σημαίνει το μαντείο των Δελφών: άρα το ανθρώπινο μυαλό πίσω από τα φαινόμενα διείδε τις κοινές αιτίες, αποτελέσματα, επισυμβαίνοντα: άρα ο χρησμός (εκ του χρήσιμος) είναι αυτό το οποίο χρησιμοποιεί ο άνθρωπος  για να ενώσει τα φαινόμενα και να παράξει τα κοινά νοούμενα: αιτίες, αποτελέσματα, γεγονότα, καταστάσεις: διότι όλα οδηγούν σε όλα υπό τις δυνάμεις του κοινού Ηλίου.

Η έννοια: «η σωτηρία της ψυχής».

 



Ας ξεκινήσουμε αυτή την έρευνα ερευνώντας την  ετυμολογία των λέξεων-κλειδιών : η σωτηρία προέρχεται από το ρ. σώζω το οποίο σημαίνει: καλύπτω, διαφυλάττω, προστατεύω, κλείνω σε κάτι. Η ψυχή (εκ του ρ. ψύχομαι) σημαίνει το κομμάτι εκείνο του ανθρωπίνου Είναι (όχι όλο το ανθρώπινο Είναι (αυτό είναι το σημαντικό λάθος το οποίο επισυμβαίνει όταν συζητούμε για την ψυχή: η ψυχή δεν αντιπροσωπεύει το ανθρώπινον Όλον (το οποίον παραμένει δυναμικώς και οντολογικώς άγνωστον) αλλά ένα μέρος αυτού το οποίον όταν έρχεται σε επαφή με τις συμπαντικές δυνάμεις του κόσμου μας ψύχεται και σταθεροποιείται. Αναμφίβολα είναι εντελώς λάθος η προσέγγισις της αθανασίας της ψυχής από το Σωκράτη στο Φαίδωνα διότι η ψυχή δεν είναι το όλον του Ανθρώπου (ο οποίος παραμένει  μέγεθος παντελώς απροσδιόριστον) αλλά κομμάτι ψυχόμενον  του ανθρωπίνου όλον, το οποίον δεν  μπορεί να υποταχθεί σε κανόνες αθανασίας διότι δεν ξέρουμε τις πραγματικές οντολογικές δυνατότητες του πραγματικού ανθρωπίνου όλου.

Άρα η έννοια της σωτηρίας της ψυχής, εντελώς λανθασμένα, υπακούει στον παρακάτω συλλογισμό. Οι δυνάμεις εκείνες οι οποίες  ως ψυχή εψύχθησαν και σταθεροποιήθηκαν, αυτές οι οποίες απετέλεσαν αυτό το οποίο ονομάζουμε Πρόσωπο, δεν πρέπει να χαθούν, αλλά θα πρέπει να διατηρηθούν και σε μία ασώματο κατάσταση. Άρα ομιλούμε για σωτηρία της ψυχής σαν να ομιλούμε για ασώματη διατήρηση μετά θάνατον των σωματικών δυνάμεων οι οποίες εν ζωή απετέλεσαν την έννοια του προσωπικού ανθρώπου: άρα ουσιαστικά  λέγοντας σωτηρία της ψυχής λέμε πώς είναι δυνατόν η διατήρηση  μετά θάνατον του προσωπικού ανθρώπου. Η εξίσωση υφίσταται ως εξής: ο σωματικός άνθρωπος έχει μέσα του τις δυνάμεις οι οποίες σταθεροποιήθηκαν ως ψυχή: άρα όταν αυτές εξωτερικευθούν μετά θάνατον δεν θα πρέπει να αποσχισθούν από την προσωπική ταυτότητα: άρα συζητούμε ότι η σωτηρία της ψυχής έχει να κάνει με το ότι οι δυνάμεις της ψυχής είναι προσωπικές άσχετα εάν υπάρχει σώμα υλικό ή αιθέριο: άρα: η σωτηρία της ψυχής  σημαίνει ότι μπορεί να κατασκευασθεί ένα ανθρώπινο όλο το οποίο  είτε εν υλικώ σώματι είτε εν αιθερίω σώματι μπορεί να διατηρήσει σε προσωπικό επίπεδο (μετά θάνατον σε οντολογικό επίπεδο) όσα κατέκτησε στη γή σε σωματική κατάσταση: ουσιαστικά λοιπόν έχουμε την εξής  εξίσωση: το σώμα της ύλης δεν χάνεται αλλά επιτέλους αντιμετωπίζεται ως αιθέριο κομμάτι του όντος άρα είναι εύκολο να διατηρηθούν όλες οι δυνάμεις της ψυχής που αποκτήθηκαν στο υλικό σώμα και στο αιθέριο σώμα: η σωτηρία της ψυχής (όσο και αν το αρνείται ο Σωκράτης και οι χριστιανοί) αποκαλύπτει την μεγάλη αντίφαση των πλατωνικών και χριστιανικών συστημάτων: το σώμα είναι  μέρος του όλου , κινείται και μετατρέπεται σε σώμα ικανό να  διατηρήσει ες αεί τις δυνάμεις της ψυχής, άρα το σώμα είναι αθάνατο για αυτό και μπορεί να διατηρησει και να σώσει τις αποκτηθείσες δυνάμεις της ψυχής.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι το Σωκρατικό δόγμα (το οποίο απετέλεσε το προπύργιο του χριστιανικού δόγματος της αθανασίας της ψυχής) στηρίζεται σε μία μεγίστη αντίφαση: επειδή το σώμα είναι  ίδιας ποιότητας με την ψυχή για αυτό μετά θάνατον το σύνολο το προσωπικό που κατασκευάσθηκε επί γής σώζεται επί ουρανού στην μεταθανάτιο πραγματικότητα. Άρα ο Σωκράτης και το χριστιανικό δόγμα δεν ετόλμησαν να είπουν το αυτονόητο: ό,τι υπάρχει στη γή και κατασκευάζεται ως σώμα και ψυχή είναι οντολογικώς αιώνιο, άρα μπορεί να διατηρηθεί και στην μεταθανάτιο ζωή: διότι εάν το σώμα ήταν φθαρτό τότε οι δυνάμεις της ψυχής  θα έχαναν τον οντολογικό προσανατολισμό τους, διότι χωρίς σώμα δεν υπάρχει ψυχή, οι δυνάμεις του όλου σε σχέση με το σώμα ψύχονται και αποτελούν την ψυχή, άρα η σωτηρία της ψυχής  έγκειται στο ότι αποκαλύπτεται η μεγάλη αλήθεια: όλα τα γήϊνα όντα είναι ανακατανομές οντολογικώς δυνάμεων, οι οποίες για λίγο γίγνονται σώμα και ψυχή και έπειται συνεχίζουν ως ενιαία δύναμις (σωτηρία ψυχής): αυτή όμως η  ενιαία δύναμις (σωτηρία ψυχής) αποτελείται από τις δυνάμεις του γηΐνου σώματος και της ψυχομένης σωματικότητας (ψυχής) οι οποίες αναδιανέμονται στην μετάθάνατον συνέχειά τους αλλοιώς.

Για αυτό και οι χριστιανοί δεν μπόρεσαν να αποφύγουν αυτήν  την οντολογική αλήθεια και παρουσιάζουν τον Ιησού να ανασταίνεται με σώμα. Δεν υπάρχει σωτηρία της ψυχής χωρίς σώμα, Η ψυχή και το σώμα είναι ή ίδια αναδιανεμομένη οντολογική δύναμη η οποία συνεχίζει την οντολογική της κατανομή: αντί ο Σωκράτης και οι χριστιανοί να είπουν αυτήν την αλήθεια , ωμίλησαν αποκομμένα για σωτηρία ψυχής. Δεν υπάρχει βέβαια σωτηρία ψυχής  διότι δεν υπάρχει ψυχή, αλλά μόνον  οντολογική συνέχεια.

Η πραγματική γένεσις του μαρξισμού.

 


Η  πραγματική γένεσις  του μαρξισμού.

O Kάρολος Μάρξ εγεννήθη το 1818 και απέθανε το 1883.  Γνήσιο τέκνο της Ευρώπης και των σαρωτικών αλλαγών οι οποίες συνέβησαν στη γηραιά ήπειρο κατά αυτές τις χρονολογικές περιόδους. Ο Κάρολος Μάρξ ως στοχαστής ολοκληρώνει επί της γής το χριστιανικό κύκλο ο οποίος είχε αρχίσει  από τον ουρανό όταν κατά την απαρχή των σταυροφοριών και κατά την άλωση της Πόλης ο χριστιανικός ανθρωπισμός του Βυζαντίου μεταφέρθηκε στη Δύση. Πλέον μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο χριστιανικός ανθρωπισμός του Βυζαντίου (αυτός ο οποίος ώθησε τους βασιλείς της Μακεδονικής δυναστείας να προσπαθούν να επιβάλουν κοινωνική δικαιοσύνη κατά των ισχυρών επ΄ωφελεία των αδυνάτων, αυτός ο οποίος είχε δημιουργήσει τις κακώσεις (φορολογικά βάρη σε πλουσίους του βυζαντίου επ ΄ωφελεία των  αδυνάτων οικονομικά τάξεων) ολοκληρώνεται σε ευρωπαϊκό βιομηχανικό επίπεδο στην εποχή του Καρόλου Μάρξ,άρα δεν ομιλούμε για ένα φιλόσοφο ανεξάρτητο, αλλά για μία ελεγχομένη εξουσιαστικά τάση  η οποία εκφράζεται στον Κάρολο Μάρξ. Ο χριστιανικός ανθρωπισμός του Βυζαντίου ολοκληρώνεται μέσα από το διαλεκτικό υλισμό του Καρόλου Μάρξ: όπως ο Χριστιανός αυτοκράτωρ έλεγε ο Ιησούς μέσα από την νίκη επί της αμαρτίας θα νικήσει  το κακό και  θα επιβάλλει την Βασιλεία του καλού, παρόμοια και ο Κάρολος Μάρξ έλεγε ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει ώστε η επανάσταση  του προλεταριάτου να επιβάλει επί της γής την εποχή της ανθρωπίνης ευτυχίας. Ίδια εσχατολογία χαρακτηρίζει και τα δύο συστήματα απλά το πνεύμα του χριστιανισμού αντικαθίσταται ως καλό από τη μαρξικη ύλη, η αμαρτία στον χριστιανισμό ως διακοπή σχέσεων με το θεό στο μαρξισμό γίγνεται διακοπή σχέσεων των ανθρώπων με το όνειρο της αυτοδιαχείρισης των μέσων παραγωγής κ.λ.π.

Όταν λοιπόν έπεσε η Πόλις στους οθωμανούς στη δύση μεσουράνησε ο παπικός ρωμαιοκαθολικισμός. Ο παπικός ρωμαιοκαθολικισμός ως πρωτότοκο τέκνο της αίρεσης του Αρειανισμού, μέσα από το filioque σαφέστατα διαφοροποιήθηκε από την Ορθόδοξο παράδοση. Συγκεκριμένα αφαίρεσε  συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του θεού (προσδίδοντάς τα στον Υιό) ώστε ο θεός των ρωμαιοκαθολικών κατέστη μία αφηρημένη απομακρυσμένη συμπαντικά οντότητα. Άρα η δύση προχώρησε σε ένα βήμα πρωτόγνωρο για την πολιτισμική ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Θεός κατέστη ένα αφηρημένο μέγεθος το οποίο διά του πάπα ελεγχόταν στο μυαλό και στην πράξη του πιστού: η συνέπεια είναι σημαντική: ευρισκόμαστε στις απαρχές της Αναγεννήσεως: ο άνθρωπος σταματά να φοβείται μεταφυσικώς το θεό και διά του πάπα γίγνεται όλο και πιο γήϊνος. Άρα μοιραία ο πάπας γίγνεται μέν καθοριστής της ανθρώπινης ζωής αλλά  για πρώτη φορά άνθρωπος καθορίζει άνθρωπο και όχι θεός άνθρωπο. Εάν σκεφθούμε και την υφέρπουσα βιομηχανική και επιστημονική επανάσταση ο άνθρωπος αρχίζει να αναπτύσσει μία πρωτόγνωρη ψυχολογική και πνευματική ιδιοσυγκρασία: δεν ασχολείται με το θεό ως τέτοιο αλλά έχει δώσει τον τρόπο του θεού στον πάπα: άρα εάν είναι καλός έναντι του πάπα όλα θα πάνε καλά στηη ζωή του. Θέλει όμως για πρώτη φορά να απολαύσει μία ζωή  η οποία για πρώτη φορά ανοίγεται μπροστά του χωρίς θεό συγκεκριμένο, σε μία γή η οποία εάν είναι καλός ο άνθρωπος έναντι του πάπα όλα είναι καλά. Αυτό το οποίο συζήτησε ο Μάρξ στην πολιτική οικονομία του ως δικαίωμα εγεννήθηε σε αυτή τη χρονική στιγμή: το  δικαίωμα εάν έναντι  του πάπα είμαι εντάξει, έχω όλο το δικαίωμα να απολαύσω την ζωή αυτής της γαίας.

Η έννοια της Πατρότητας.

 


Η έννοια της  Πατρότητας.

Ο Πατήρ είναι Επί της Ροής: δηλαδή προσφέρει το υλικό οντολογικής συνεχείας και παραγωγής μορφών το οποίο διά της Εν τη Ροή (Μήτηρ) παράγει τη μορφή και το περιεχόμενό της, τον Άνθρωπο και όλες τις έμβιες και έμψυχες μορφές.

Εορτή του Πατρός. Ας αναλύσουμε την οντολογικότητα της Πατρότητας. Ως γνωστόν επί της αρχής των Πολιτισμών η έννοια του Πατρός απουσίαζε ως αρχή οντολογικής συνεχείας. Οι προσωκρατικοί ασχολούνται με τη Μητρότητα του Σύμπαντος ανάγοντας τα ριζώματα σε Αιτίες Μητρότητας: Το Θάλειον Ύδωρ, το Αναξιμάνδρειον Άπειρον, ο Αήρ του Αναξιμένους, το Ηρακλείτειον Πύρ, το Παρμενίδειον Όλον, δεν είναι επί της Ροής, Πατρικά Στοιχεία. Είναι εν τη Ροή τα Μητρικά στοιχεία τα οποία συνεχίζουν τη Ροή του Όντος και επί της γής και διά της γής. Για αυτό και οι Έλληνες αρνήθηκαν την Πατρική δημιουργία του Σύμπαντος κάτι που εδέχθησαν οι Εβραίοι μέσα από τη Γένεση (η οποία είναι το προοίμιο της γένεσης της Πατρικότητας σε αυτόν τον κόσμο).

Το ίδιο ακριβώς θα μπορούσαμε να πούμε και για τους πρώτους Ελλαδίους  πολιτισμούς: απουσιάζει η έννοια της Πατρότητας: η θεά της γονιμότητας στην Μινωϊκή Κρήτη αποδεικνύει ότι περισσότερο οι άνθρωποι ένοιωθαν συνέχεια ενός υφισταμένου Οντολογικού συνεχούς Όλου παρά ότι ήθελαν αυτοί να καταλάβουν την αρχή και να προκαλέσουν τη συνέχειά του.

Η εποχή της Μητριαρχείας σηματοδοτεί το Οντολογικό στάδιο της Ανθρωπότητας: για αυτό το λόγο σε αυτό το στάδιο απουσιάζει η σκέψη, ο  λόγος, ο νούς, η αιτία: οι άνθρωποι νοιώθουν και είναι μέρος μιάς ατελεύτητης ροής η οποία ως Μητρότητα είναι εν Ροή και παρασύρει τους πάντες και τα πάντα στη δημιουργία των ουσιών, των μορφών κάθε μορφή  ζωής έρχεται και φεύγει και οι άνθρωποι δεν επιθυμούν να εξέλθουν της οντολογικής ενορατικής ροής.

Η πατρότητα (επί της ροής) σηματοδοτεί τη θέληση του ανθρώπου να ίδη τον Εαυτό του ως Εξωτερικό Υποκείμενο με ορατές συνέπειες: να καθορίσει τα όρια της δύναμης την οποία ως εξωτερικό υποκείμενο θα μπορέσει να ελέγξει, να δημιουργήσει αρχή και τέλος σε αυτή τη δύναμη, αυτή  τη δύναμη να τη μερίσει σε ιδέα, φύση, άνθρωπο, ώστε φτιάχνοντας  μία κυκλική οικία, να κλειστεί σε αυτή παράγοντας μορφές και ζωή.

Ο Πατήρ λοιπόν είναι αυτός ο οποίος απομονώνει τον κόσμο μας από την κυκλική του πορεία και διά του κόσμου που κατασκευάζει προκαλεί ζωές. Το κέντρο τώρα φεύγει από τη Μητρότητα (από τη Ροή της δυνάμεως ως τέτοιας) και αναφέρεται στον Πατέρα: οι Έλληνες τα  έδωσαν τέλεια όλα αυτά: η Πατρότητα είναι η απαρχή του κόσμου μας, του κυκλικού μικροκόσμου μας ο οποίος ξεκινά από την Ιδέα της Αιτίας και διά των τρόπων της (φύσις) προκαλεί μορφές (Άνθρωπος): για αυτό εφευρέθηκε η μυθολογία: πώς αλλοιώς οντολογικές δυνάμεις όπως η Ροή του Ουρανού θα εγένοντο ευνουχισμένοι Πατέρες, πώς αλλοιώς ο Κρόνος (ο οντολογικός χρόνος) θα εγένετο Πατήρ (θα έχανε δηλαδή την ατελεύτητο ως τέτοια ροή του μεταλλασσόμενος σε αρχή παραγωγής μορφών;)πώς αλλοιώς οι δυνάμεις του Σύμπαντος (βούληση(Ζεύς)) θα εγένετο ο Πατήρ θεών και ανθρώπων δηλαδή το σταμάτημα της οντολογικής ροής και η απαρχή κατασκευής προσκαίρων μορφών προκειμένου ο κόσμος μας να μικροϋπάρξει για λίγο κοροϊδεύοντας το Όλον;

Ο χωρισμός του κράτους είτε από την εκκλησία είτε από την επιστήμη.

 


Ο χωρισμός του κράτους είτε από την εκκλησία είτε από την επιστήμη.

Το ερώτημα έρχεται ως ακολούθως: τι πραγματικά αντιπροσωπεύει το κράτος, η επιστήμη και η εκκλησία; Εάν απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα μας περιμένει ένα  δεύτερο: αυτές οι ανθρώπινες δομές πρέπει οπωσδήποτε να είναι ενωμένες ή συσχετιζόμενες, είναι δυνατόν να  πορεύονται παράλληλα μέσα στην ανθρώπινη ιστορία;

Οι δύο φύλακες του Διός ήταν η Βία και το Κράτος: το κράτος ως λέξη έχει ετυμολογική συγγένεια με το κεράννυμι: αναμιγνύω δυνάμεις και κυριαρχώ: έχει σχέση με τα παραθετικά του αγαθός: κρείττων: είναι η καλυτέρα επιλογή διακυβέρνησης του ανθρώπου: το ρήμα κρατέω-ω σημαίνει νικώ και επικρατώ: άρα το Κράτος είναι η συμπαντική δύναμις η οποία έρχεται από τα σπλάχνα του Ηλίου: ο Ήλιος είναι ο  κυρίαρχος διότι διαμοιράζει και ελέγχει τις δυνάμεις ζωής σε όλη  τη φύση και τα πλάσματά της. Αναγωγικά από τη Φύση (από τον Ήλιο) ο Άνθρωπος φτιάχνει το δικό του Ήλιο , το Κράτος, προκειμένου αναμιγνύοντας δυνάμεις σκέψης, ήθους και βούλησης, προχωρώντας ως το έσχατο καλό το Κράτος διότι με αυτόν τον τρόπο ενώνει  τους ανθρώπους ενώπιον κοινών κρατικών σκοπών και ενδελεχών κινήσεων, άρα το Κράτος νικά την ατομικότητα και προσφέρει την συλλογικότητα , την ολότητα και τον κοινό δρόμο στους ανθρώπους.

Το Κράτος λοιπόν  μεταφέρει τη φυσική ισορροπία στην ανθρώπινη κοινωνία:το Κράτος είναι η δημιουργία ενός φυσικού υποκαταστάτου προσαρμοσμένο στον Άνθρωπο: όπως ο Ήλιος κατευθύνει τις συμπαντικές δυνάμεις  παρόμοια και το Κράτος ελέγχει τους ανθρώπους και τους κατευθύνει: για αυτό οι κατά καιρόν Ηγεμόνες εθεωρήθησαν Ήλιοι και το απόλυτο Εγώ:  για αυτό πρώτα οι άνθρωποι ένοιωσαν τη δύναμη του Ηλίου,των  φυσικών δυνάμεων, των συμπαντικών δυναμικών, έπειτα τις έκαναν Κράτος: από τη θεά της γονιμότητας, το Δία των δυνάμεων, το θεό της Δημιουργίας, εφθάσαμε στο πολιτικό κράτος.

Με αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι κατάλαβαν τη μεγάλη φυσική διαδικασία: τη συσσώρευση: Συσσώρευσαν λοιπόν τις φυσικές δυνάμεις, τις μετήλλαξαν σε ιδέες και αξίες, τις ενεφύσησαν στους ανθρώπους, αυτές οι ιδέες και αξίες ένωσαν τους ανθρώπους  υπό το κράτος. Τα άλογα ζώα δεν χρειάζονται κράτος διότι καθοδηγούνται από το κοινό ένστικτο. Άρα το κράτος είναι ένωση  ανθρώπων υπό κοινές ιδέες και αξίες όχι μόνον χάριν επιβίωσης αλλά και χάριν προόδου, ενδελέχειας, εξέλιξης, επίτευξης σκοπών. Ποιος όμως είναι ο φορέας εκείνος ο οποίος θα ετοιμάσει την ένωση των ανθρώπων ώστε αυτοί να ενωθούν ενώπιον του κράτους; Είναι η θρησκεία: η θρησκεία μεταφέρει όλες τις δυνάμεις της φύσεως σε έναν κεντρικό υποδοχέα, σε μία κεντρική δύναμη συσσώρευσης, στο Θεό: είναι η πρώτη έλλογος εξωτερίκευσις του ανθρώπου στην προσπάθειά του να κατανοήσει το μηχανισμό της φύσης και να τον μεταφέρει σε ανθρώπινο περιβάλλον: η θρησκεία βασίζεται σε μία κεντρική αφαίρεση: τα φαινόμενα γύρω μας, τα πλανητικά σώματα, τα γήϊνα σώματα, αποτελούνται από δύο συνιστώσες: την ύλη και την οντολογική δύναμη  της συνέχειάς της στο χρόνο, αυτή η  δύναμη τα γεννά, τα εξελίσσει, τα αναπαραγάγει, τους δίδει διάρκεια στο χρόνο: εννοώντας ο άνθρωπος αυτή τη  δύναμη  ενώνεται με τα φαινόμενα διότι ανακαλύπτει αυτή τη δύναμη και σε αυτόν: άρα εφαρμόζει αυτή την οντολογική δύναμιν εφ΄όλου του επιστητού: ο άνθρωπος αντιμετωπίζει το σύμπαν ως κινουμένη εξελικτική δύναμιν την οποία βλέπει και σε φαινόμενα και σε νοούμενα: ο άρχων της δυνάμεως αυτής είναι ο θεός, ένα φαντασιακό μέγεθος το οποίο συσσωρευτικά συγκεντρώνει το σύνολο των συμπαντικών δυνάμεων: όπως η κεντρική υδρευτική δεξαμενή συσσωρεύει το νερό και από εκεί υδροδοτείται όλη η πόλη, παρόμοια η συμπαντική δύναμις συγκεντρώνεται σε ένα κεντρικό νοητικό μέγεθος όπως είναι ο θεός και από εκεί τροφοδοτείται πνευματικά και αξιακά όλη η ανθρώπινη πόλις: για αυτό η κρατική εξουσία επιθυμεί της θρησκευτικής εξουσίας: αυτά τα δύο μεγέθη αναγκαστικώς πορεύονται μαζί , διότι η θρησκεία ενώνει υπό το θεό όλους τους  ανθρώπους ώστε να τους κυριαρχήσει το κράτος:

Ο Πελοποννησιακός πόλεμος και η στάση του Σωκράτους απέναντί του.

 



Όπως  έχουμε είπει τρείς πόλεμοι καθόρισαν την ιστορική, πνευματική και αξιολογική πορεία του Ελληνισμού: ο Τρωϊκός, οι Περσικοί, ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Οι τρείς αυτοί πόλεμοι προσέδωσαν στον Ελληνισμό τα στοιχεία τα οποία μετεξελίχθηκαν σε Πόλη, Πολιτισμό, Παιδεία και Εξέλιξη.

Σε οικουμενικό επίπεδο κάπως με αυτόν τον τρόπο προχώρησαν ιστορικά συλλήβδην οι λαοί και οι πολιτισμοί τους. Επειδή ακριβώς –σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή- οι άνθρωποι δεν είχαν κοινές πληροφορίες, κοινές επιστημονικές και τεχνολογικές καταβολές να τους ενώνουν, ευρίσκοντο μάλλον σε ένα φυσικό περισσότερ περιβάλλον, διά του πολέμου επικρατούσαν τα στοιχεία της ιστορικής συνεχείας, όπως μέσα από κατακλυσμούς και φυσικές καταστροφές επιβίωναν και εξελίσσοντο νέες φυσικές και ανθρώπινες μορφές ζωής. Οι Κινέζοι πολέμησαν για την εξέλιξή τους, οι λαοί της  θάλασσας, οι Ασσύριοι, οι Χετταίοι, οι Σημίτες. Παραδίδεται στην παλαιά διαθήκη το περιστατικό του πολέμου (μορφής πολέμου) ανάμεσα σε Εβραίους και Αιγυπτίους το οποίο ωδήγησε στο περιστατικό της Ερυθράς θαλάσσης, εκεί όπου (όπως λέγεται) ήνοιξε η θάλασσα σε δύο ώστε να περάσουν οι εκλεκτοί του θεού. Αυτό όμως απετέλεσε ισχυρό συμβολισμό για τους Εβραίους: σήμανε ότι ανάμεσα στο καλό και στο κακό αυτοί θα βαδίσουν το  δρόμο της θείας μεσότητας. Επίσης οι πόλεμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου ωδήγησαν στο θέμα του γορδίου  δεσμού ο οποίος ως συμβολισμός προσέφερε την ιδέα του νοός ο οποίος πάντα κάτι σκέπτεται ώστε να επιλύσει δύσκολες καταστάσεις.

Άρα σε κάθε πόλεμο αναδεικνύονται νέες πνευματικές και ηθικές αξίες οι οποίες συνεχίζουν όσα πρεσβεύει ο νικητής και όσα πρεσβεύει ο ηττημένος αλλά με τον τρόπο του νικητού: η ιστορία και οι πόλεμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου ανέδειξαν αυτή την οπτική πλευρά των πολέμων: οι Πέρσες ενικήθησαν όμως μέσα από την πολυπολιτισμική προοπρική του Μακεδόνος βασιλέως αναδείχθησαν όλες οι πλευρές του περσικού πολιτισμού: η φαινομενικότητα, η αλλαζονεία, ο πλούτος κ.λ.π. Σε συνδυασμό με τον Ελληνικό λόγο όλα αυτά ωδήγησαν στον Ελληνιστικό κόσμο.

Θα πρέπει πνευματικά να οδηγηθούμε στο μυκηναϊκό κόσμο: η Έννοια του Βασιλέως (Άνακτος) (διαφορετικά μεγέθη αλλά αξιολογικά ομοειδή) ήταν κάτι το πρωτόγνωρο για τις πρώτες πολιτισμικές κοινωνίες: ο θεσμός αυτός είχε ευδοκιμήσει στην Μινωϊκή Κρήτη, φαίνεται όμως ότι η Μυκηναϊκή εφαρμογή του είχε κάποιες ιδιαιτερότητες.

Η αντίφαση του μήλου της γενέσεως.

 



Είναι αναμφίβολα σαφής ο συμβολισμός του μήλου το οποίο έφαγαν οι πρωτόπλαστοι Αδάμ και Εύα στον κήπο της Εδέμ. Όλο το σκηνικό ως θεατρική αποτύπωση αποκαλύπτει νοήματα τα οποία αναντίρρητα προκύπτουν. Ο Θεός έφτιαξε ένα πνευματικό δημιούργημα. Ας προσέξουμε ότι το πνευματικό αυτό δημιούργημα είχε ένα κύριο χαρακτηριστικό: ο Θεός ήλεγχε τα πάντα, άρα ήταν η πλήρης πνευματική απολυταρχία από το θεό προς τους ανθρώπους. Σε καθαρά κοινωνική και πολιτική βάση αυτό δεν μας εκπλήσσει: Την εποχή όπου εγράφη η γένεσις μεσουρανούσε η έννοια του μονάρχη: ήταν φυσικό ο θεός να παρουσιάζεται ο απόλυτος πνευματικός άρχοντας επί του ουρανού.

Το μεγάλο θέμα είναι το εξής: γιατί απομονώθηκε το δένδρο του καλού και του κακού; Ή μάλλον καλλίτερα; Ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό; Εάν προσέξουμε το καλό ορίζεται ως κάτι το αρνητικό ενώ το κακό  ως κάτι το θετικό: Καλό είναι η μη βρώσις του καρπού του δένδρου του απαγορευμένου καρπού: κακό είναι η βρώσις: άρα καλό είναι η μη υπακοή στη συνέχεια του πνευματικού κόσμου: διότι μήλο είναι η ανθρωπίνη συνέχεια του παραδείσου επί της γής: εάν σκεφθούμε ότι η ανακάλυψις του Ωρα(Ωραία Ελένη) ξεκίνησε και αυτή από την ιστορία του αεθλίου μήλου  (μήλου της έριδος) τότε θα καταλάβουμε ότι ο θεός απηγόρευσε την συνέχεια της ανθρωπίνης πορείας επί της γής: Απαγορεύοντας ο θεός την βρώσιν του μήλου , ουσιαστικά απηγόρευσε την απεξάρτηση του ανθρώπου από την πνευματικότητα του παραδείσου και την έναρξη της γήϊνης βιωματικής ζωής. Εάν σκεφθούμε ότι η βιωματική ζωή απεξαρτεί το Είναι από το δέον διότι ο άνθρωπος βιωματικά δημιουργεί τη δική του πορεία προς την Ιθάκη του, τότε καταλαβαίνουμε ότι ο θεός επι ουδενί λόγω δεν ήθελε αυτήν την ελευθέρα βιωματική πορεία του ανθρώπου: για αυτό και εξεδίωξε τους πρωτοπλάστους από τον παράδεισο: όλη αυτή η κατάσταση του παραδείσου είναι ο θάνατος ο οποίος μας περιμένει ο οποίος κάποιους από εμάς μας αναβάζει στον παράδεισο πρίν ξαναελθουμε στη γή.

Επί της ουσίας λοιπόν: ο θεός απαγορεύει το μήλο ως απόκτηση της βιωματικής ταυτότητος του Ανθρώπου η οποία θα του δώσει την ευκαιρία να δημιουργήσει τη δική του Ιθάκη μέσα από το ταξίδι της δικής του γνώσης και ηθικής: ο άνθρωπος κατάλαβε ότι για να το καταφέρει αυτό θα πρέπει να ενδυθεί τους τρόπους της φύσης για αυτό και ένοιωσε γυμνός όταν έφαγε το μήλο. Ο Θεός θεωρεί ως κακό την δημιουργία Οδυσσεϊκής βιωματικής ταυτότητος  πορείας  στην γήϊνη Πατρίδα διότι με αυτόν τον τρόπο θα έχανε τον έλεγχο του ανθρώπου: Ονομάζεται μάλιστα ως αμαρτία η διακοπή των σχέσεων θεού και ανθρώπου λόγω της τεχνικής  έλλογης ικανότητας του ανθρώπου να συνεχίσει το οντολογικό του ταξίδι ενάντια στην εμμένεια του πνευματικού παραδείσου.

Εν ολίγοις: ο θεός δεν επιθυμεί της συμπαντικής συνεχείας. Επιθυμεί την υποστατική εμμένεια του Αδάμ και της Εύας στον κόσμο όπου διά του πνεύματός του εδημιούργησε. Την ίδια τάση βλέπουμε και στο Δία τον μη επιθυμούντα να διαμοιράσει την Σοφία του Φωτός  εις τους ανθρώπους. Άρα θεωρείται αμαρτία στη γένεση η συνέχεια του Αδάμ και της Εύας στην Ιθάκη της επί της  γής: τώρα μπορούμε να καταλάβουμε ότι  για τους οντολόγους Έλληνες ο παράδεισος ήταν η Τροία με την έννοια της επιλογής εαυτού, του Ωραίου Εαυτού, της νόησης (Οδυσσέας) και της ενσυναίσθησης (Αχιλλέας). Ο Θεός της γένεσης απαγορεύει το νόστο, πιστεύει στον εγκλεισμό του ανθρώπου στον παράδεισο. Γιατί όμως;

Προτεινόμενο διαγώνισμα προαγωγικών εξετάσεων Ιουνίου ( με ενδεικτικές απαντήσεις). Νέα Ελληνικά κείμενα.

 


Προτεινόμενο διαγώνισμα προαγωγικών εξετάσεων Ιουνίου ( με ενδεικτικές απαντήσεις).

Νέα Ελληνικά κείμενα.

Α΄.Κείμενο.

Β΄Σχεδίασμα,Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Διονυσίου Σολωμού.

 

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ’γώ στο χέρι;

οπού συ μου ’γινες βαρύ κι ο αγαρηνός  το ξέρει».

 O απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

…Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

 π’ ολονυχτίς εσύσμιξε* με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

 έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·

 το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι εκείνο.

 μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·

η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.