Γιατί ο Αριστοτέλης αντιπαθούσε το Θουκυδίδη;

 


Γιατί ο Αριστοτέλης αντιπαθούσε το Θουκυδίδη;

Ο Θουκυδίδης  είναι αναμφίβολα ο  σημαντικός ιδρυτής της πολιτικής φιλοσοφίας: Ο Άνθρωπος ο οποίος έθεσε αρχές και αιτίες ίδρυσης της Πόλης και της επιτυχούς λειτουργίας της. Όμως δεν κινήθηκε σε ένα εμπειρικό επίπεδο αλλά σε ένα προπλατωνικό νοησιοκρατικό επίπεδο. Η αρχή υπέρβασης της παθιασμένης ανθρωπίνης φύσης, η αιτία πραγματικής ευδαιμονίας στην πόλη η οποία θα στηρίζεται σε μία κοινή εσωτάτη λογική δύναμη η οποία θα ενώνει όλους τους ανθρώπους, ο νούς ως υπέρτατος πνευματικός και αξιακός καθοδηγητής μέσω αρετών και πράξεων αναδίδονται και αναβλύζουν μέσα από το Θουκυδίδειο έργο.

Ο Αριστοτέλης (κυρίως στην Αθηναίων Πολιτεία) φαίνεται ότι δεν συμπαθούσε το  Θουκυδίδη, σε πρώτη εκτίμηση,  λόγω των παραπάνω αιτίων (όπως αυτά αναφύουν μέσα από την πολιτική  φιλοσοφία του Αθηναίου Ιστορικού). Ο Αριστοτέλης δεν εθέλησε ποτέ να κινηθεί στις καθολικές πλατωνικές αρχές, δεν εθέλησε ποτέ να ομιλήσει με βάθος εσωτερικό (όπως  έπραξε ο σοφιστής και νοησιοκράτης Θουκυδίδης  αυτός ο οποίος προσπάθησε να θέσει τον Άνθρωπο και τις πράξεις του κάτω από νοητικές αρχές και αξίες): ο Σταγειρίτης προσπάθησε να σταθεροποιήσει ως το υπέρτατον καλόν την Πόλιν ώστε ακολουθώντας ο Άνθρωπος αυτό το υπέρτατον καλόν κατοχυρώνει την ευδαιμονία  του και την αυτάρκειά του. Ο Αριστοτέλης απεχθάνεται τη Θουκυδίδεια πρακτική εσωτάτης ανάλυσης της ανθρωπίνης φύσης άρα της εσωτάτης κριτικής της πόλης ως καθεαυτού κακού: Στηρίζεται στην εμπειρία του Ηθικού ανθρώπου ο οποίος εάν υπακούσει στην Πόλη των σωστών διακρίσεων των εξουσιών θα καταφέρει να καταστή καλός πολίτης. Δεν επιθυμεί ο Αριστοτέλης την εσωτάτη ενασχόληση με την Ανθρώπινη φύση διότι ως Λόγος νοείται η ικανότητα του ανθρώπου  να γίνεται ηθικός και ως τέτοιος να δημιουργεί το ύψιστο αγαθό της πόλεως; Δεν ενστερνίζεται τη Θουκυδίδεια απογοήτευση, δεν διαλύει τα πάντα ώστε επάνω στο χάος της ανθρωπίνης  φύσης να διακινδυνεύσει την διάλυση της  πόλης, η οποία τελικά επειδή ο άνθρωπος είναι νοήμων θα καταστή πολιτικό όν (Θουκυδίδης): ο Αριστοτέλης ως εμπειρικός και όχι νοησιοκράτης όπως ο Θουκυδίδης, εργάζεται επαγωγικά και όχι παραγωγικά: κτίζει τα καλούπια της  πόλης και υποτελεί και υποτάσσει σε αυτά τον Άνθρωπο: χωρίς να ασχολείται μαζί του στο Θουκυδίδειο βάθος (διότι μπορεί να διατυπώσει το συμπέρασμα ότι η χαοτική ανθρωπίνη φύσις είναι ακατάλληλη για την πόλη (Θουκυδίδης): αυτό το Θουκυδίδειο συμπέρασμα φοβίζει τον Αριστοτέλη ο οποίος εμπειρικά και επαγωγικά θέλει να καταστήσει τον άνθρωπο  καλό ηθικό και έλλογο πολίτη.

Η θεωρία επίσης του μικτού πολιτεύματος, η οποία σθεναρά υποστηρίζεται από το Θουκυδίδη, ευρίσκει φανερά αντίθετο τον Αριστοτέλη, διότι όπως θεωρεί ο Μακεδών  φιλόσοφος αντιβαίνει στη βασική  του αρχή της μεσότητας. Το μικτό πολίτευμα προέκυψε  περίπου το 411 α.κ.χ στην Πόλη των Αθηνών και όπως είπαμε υποστηρίχθηκε ως σωστό και πρέπον από το Θουκυδίδη: Γενικά ο Θουκυδίδης διαλύει μέσα από το έργο του δύο μύθους: η δημοκρατία είναι το τέλειο πολίτευμα, η ολιγαρχία μπορεί και δύναται να αναπληρώσει όλα τα κακώς κείμενα της δημοκρατίας.

Γιατί απουσιάζει η έννοια του Άλλου στην Ελληνική κοσμοθέαση;

 


Γιατί απουσιάζει η έννοια  του Άλλου στην Ελληνική κοσμοθέαση;

Μελετώντας την πορεία του Ελληνικού Πολιτειακού πολιτισμού παρατηρούμε ότι απουσιάζει η έννοια του Άλλου, με τον τρόπο που αυτή ορίσθηκε στο χριστιανισμό, στον υπαρξισμό, στους νεωτέρους μεταδιαφωτιστικούς χρόνους. Εάν προσέξουμε στον Όμηρο οι Αχαιοί αποτελούν ένα ενιαίο όλον, δεν υφίσταται διαχωρισμός Εγώ και Άλλου: υπό την έννοια ότι όλοι οι Αχαιοί, όλοι οι Μυρμιδόνες, πιστεύουν στους ίδιους θεούς, έχουν τα ίδια ηρωϊκά ιδανικά, επίσης σκέπτονται και πράττουν κινούμενοι από τις ίδιες κοινές αρχές και εξίες, του Ωραίου, του Ανδρείου, της Υστεροφημίας. Ίσως για αυτό το λόγο οι Έλληνες προσέφεραν τον Ξένιο Δία ώστε ο Άλλος να αποκτήσει υπόσταση: ως διαφορετικός ο οποίος όμως θα έπρεπε να υπηρετεί και αυτός ιδέες και αξίες, θεούς και ιδεώδη.

Παρατηρούμε ότι στην Ιλιάδα απουσιάζει το αντίπαλον δέος στα ηρωϊκά ιδεώδη, ακόμα και ο Θερσίτης είναι μία απλή εξαίρεση η οποία επιτονίζει τον κανόνα: Υπό την έννοια ότι δεν έχει την υπόσταση του Άλλου, του διαφορετικού, αλλά την υπόσταση απλά διαμαρτυρομένου και φοβισμένου και απογοητευμένου ανθρώπου ο οποίος δεν μπορεί να ακολουθήσει τον Ηρωϊκό δρόμο του Αχιλλέως και του Αίαντος. Όλοι οι Αχαιοί αποτελούν ένα ενιαίο όλον ενώπιον του Σύμπαντος, των Θεών, των Ηρωϊκών ιδεωδών: Είναι το Εν εις Πολλά, η Πολλότης λόγω της Ποιότητος ιδεών και ηρωϊκών αξιών διασφαλίζει την Ενότητα: Απουσιάζει ο Άλλος ώς το διαφορετικό.

Θα μπορούσαμε (προσπαθώντας να εξηγήσουμε την ενιαυτότητα των Ομηρικών Ηρώων και την απουσία του Άλλου) να υποστηρίξουμε ότι οι Ομηρικοί  Ήρωες διαθέτουν μία θαυμαστή αυτοΰπαρξη η οποία επικοινωνώντας με το Σύμπαν και τους Θεούς προσφέρει μία ολοκλήρωση στην Ύπαρξή τους: επειδή είναι  Τέλειοι ώς πράξη και βίωμα δεν χρειάζεται κανείς να διαφοροποιηθεί: δεν υπάρχει το Άλλον εκτός του Τελείου: άρα οι Ήρωες ώς Τέλειοι εκφραστές του Ηρωϊκού ιδεώδους είναι Εν χωρίς τη διάκριση Εγώ και ο Άλλος: διότι τους ενώνει ο κοινός Συμπαντικός δρόμος προς τον Όλυμπον των Θεών.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή την Ηρωϊκή Πολιτειολογία του Ομήρου την δανείσθηκε εξ όλοκλήρου ο Πλάτων ο οποίος και αυτός αρνείται (εν μέρει και κατά κάποιον τρόπο) την έννοια του Άλλου: υπό την έννοια ότι ο Πλάτων ασχολείται με την Πολιτεία Όλων των Αγαθων Πολιτών όπου δεν θα υπάρχει Εγώ και ο  Άλλος αλλά Όλοι θα Είναι μέλη ενός Αγαθού Ωραίου και Καλού Πολιτικού Όλου: απουσιάζει η έννοια του Άλλου και ως διαφορετικής οντότητος αλλά και ώς Άλλης επιλογής ζωής, διότι ουδείς εκών  κακός, Όποιος γνωρίσει το Καλό αποτελεί την Πολιτεία η οποία είναι σύνολο Πεπαιδευμένων Πολιτών.

Τι σηματοδοτεί για την ανθρωπίνη ταυτότητα λοιπόν αυτή η απουσία της εννοίας του Άλλου; Σηματοδοτεί ότι στην Ελληνική Κοσμοθέαση, επειδή ακόμα ο Άνθρωπος προσανατολίζεται και προσδιορίζεται με βάση το ήδη Υπάρχον Οντολογικό κοινό Αγαθό, συμμετέχει της κοινής Συμπαντικής Φύσεως: δεν γίγνεται Εγώ και ο Άλλος μέσα στην κοινή Οντολογική Συμπαντική πορεία να είμαστε διαφορετικοί διότι Όλοι είμαστε μέρος της μιάς κοινής Συμπαντικής δυνάμεως: Όταν ο Αναξίμανδρος ομιλούσε για την κοινή Ανώλεθρο δύναμιν εννοούσε ότι Όλοι Είμαστε Μέρη αυτής στην κοινή Οντολογική πορεία: άρα στην Οντολογική Ελληνική κοσμοθέαση, πρίν αυτή χαθεί στις ατραπούς του μονοθεϊσμού απουσιάζει η έννοια του Άλλου ώς διαφορετικού διότι Όλοι είμαστε μέρη της Οντολογικής πορείας του Αγαθού: Υπό αυτήν την Έννοια η Ελληνική κοσμοθέαση αντιμετωπίζει τον Άνθρωπο ώς Ήδη Όντα στην Οντολογική πορεία, ώς Ήδη Ολοκληρωμένο άρα δεν συζητεί για ατελείς ανθρώπους οι οποίοι ώς ατελές Εγώ έχουσιν Ανάγκη τον Άλλον ώς συμπλήρωση.

Για αυτό εξάλλου από την Ελληνική κοσμοθέαση απουσιάζει η Έννοια της Αγάπης αλλά ενυπάρχει η Έννοια του Έρωτος (με τη σημασία που της προσδίδει ο Πλάτων στο Συμπόσιο): Όταν ο  Έλλογος Άνθρωπος συμμετέχει στην Οντολογική πορεία και Όλοι είναι  Μέρη αυτής δεν χρειάζεται η Αγάπη αλλά ο Έρωτας ώς συνεκτική  δύναμις ολοκλήρωσης της Οντολογικής πορείας: διότι η Αγάπη ενώνει διεσπασμένα και ερριμμένα Εγώ τα οποία με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να προσδιορισθούν έναντι του Θεού: Όταν όμως δεν υπάρχουν Εγώ ώς Άλλος και Άλλος, αλλά όλοι είναι Έν σύνολο Όντων ενώπιον του Αγαθού η Αγάπη δε νοείται, αλλά ο Έρως ώς ένωσις όλων αυτών εν τη Οντολογική ήδη υπάρχουσα δύναμιν: η Αγάπη δεν έχει την Οντολογική ένωση αλλά μόνον την υπαρξιακή ένωση: δύο άνθρωποι αγαπιούνται σημαίνει ότι ενώνουν τους εαυτούς τους οι οποίοι είναι διεσπασμένοι και με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να νοιώσουν ώς Ένα σε σχέση με μία κοινή Ιδέα (Θεόν): είναι δύο αλλοτροιωμένοι Άλλοι οι οποίοι ξέφυγαν από την κοινή οντολογική πορεία, έχουν χάσει την οντολογική κοινότητά τους και προσπαθούν με τη συναισθηματική αγάπη και με βάση τη μορφική ηθική του αλληλοσεβασμού να αγαπηθούν να πορευθούν ώς Ένα σε σχέση με το θεό ή την κοινή Ιδέα στην οποία υποτάσσονται.

Ο Πλάτων και το προπατορικό αμάρτημα.

 


Ο Πλάτων και το προπατορικό αμάρτημα.

Ας  προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το προπατορικό αμάρτημα, το οποίο σε πρώτη εκτίμηση διαφοροποιεί τον πολιτισμό της βίβλου από τον Οντολογικό Ελληνικό πολιτισμό: σε ποιο σημείο; Κυρίως στο σημείο εκείνο στο οποίο για πρώτη φορά στην ανθρωπίνη Ιστορία ο άνθρωπος ελέγχεται από τη στιγμή της γένεσής του και έπειτα. Το προπατορικό αμάρτημα σηματοδοτεί ότι ο άνθρωπος είναι νοήμων φύσις: όταν γεννάται ο άνθρωπος είναι συνέχεια νοητική της προαιώνιας αλυσίδας των εννοιακών Ανθρώπων: ο άνθρωπος όταν γεννάται δεν είναι απλή δύναμις αλλά νοητική και αξιακή μορφή και ουσία φέρουσα ιδέες και αξίες προαιώνιες μέσα από την προΰπαρξη όλων των προηγουμένων ανθρώπων: επίσης το προπατορικό αμάρτημα σηματοδοτεί ότι ο Άνθρωπος δημιουργεί το έδαφος, τη γνώση και τις αξίες των επομένων ανθρώπων: εν ολίγοις: ο άνθρωπος όταν γεννάται δεν είναι άγραφος χάρτης (tabula rasa): αντίθετα: φέρει τη γνώση της συνεχείας του και θα πρέπει να επιλέξει τις κατάλληλες θείες έννοιες και θείες αξίες ώστε να καταλήξει στον παράδεισο και όχι στην κόλαση (σύμφωνα με τους μονοθεϊστές).

Άρα το προπατορικό αμάρτημα διαλύει την Ηρακλείτεια οντολογική άποψη περί του ανθρώπου: Ενοχοποιεί τον Άνθρωπο, τον οποίο παύει από την κατάσταση της οντολογικής αθωότητας, δεν τον θεωρεί το προπατορικό αμάρτημα τον άνθρωπο ως απλή δύναμιν οντολογικής  συνεχείας, αλλά τον θεωρεί ως ήδη γνωρίζοντα το καλό και το κακό (ως συνέχεια της εννοίας του ανθρώπου) άρα τον αναβιβάζει στη θέση ότι θα πρέπει να προσέξει να πράττει το καλό αφού το γνωρίσει έτι περαιτέρω και να απορρίπτει το κακό αφού το γνωρίσει έτι περαιτέρω. Σε αντίθεση με τον Ηράκλειτο (και γενικά το σύνολο των Οντολόγων προσωκρατικών φιλοσόφων) ο οποίος δέχεται ότι ο άνθρωπος ως tabula rasa από την γένεσή του ως άγραφος χάρτης, συνεχίζει την οντολογική πορεία  του αειζώου και ασβέστου πυρός χωρίς να χρειάζεται να συναισθανθεί την ανύπαρκτη οντολογική διάκριση καλού και κακού.

Θα πρέπει λοιπόν να προσαρμόσουμε το προπατορικό αμάρτημα στο θέμα της γνώσης του καλού και του κακού, το οποίο ίδιο θέμα περιέργως ενέχει κυριώτατο ρόλο στη Σωκρατική-Πλατωνική γνωσιολογία (φιλοσοφία). Όλη η φιλολογία περί του καλού  και  του κακού, το οποίο τοποθετείται στο βάθρο της γνώσης και όχι απλά της ύπαρξής των, περιέργως μετά τη γένεση ανιχνεύεται και στο σύνολο των πλατωνικών γραπτών: Στην ίδια συχνότητα με τη γένεση: ο θεός δημιουργός του καλού, ο κόσμος ο καλός ενώ πράττει τα του θεού,   ο άνθρωπος είναι καλός ενόσω ενθυμείται το θεό και τα αγαθά έργα του αλλοιώς είναι κακός. Μέσα από όλα αυτά το προπατορικό αμάρτημα μεταφέρεται από τη γένεση στα πλατωνικά γραπτά και στην πλατωνική ηθική πολιτειολογία και πολιτική.

Το προπατορικό αμάρτημα δεν έχει να κάνει με το στάδιο της Οντολογίας, διότι κανείς δεν  αμφισβητεί το θεό και τα έργα του. Ας σταθούμε σε αυτό το σημείο ξεκινώντας από τη γένεση και επεκτεινόμενοι προς τον Πλάτωνα. Ο Αδάμ και η Εύα αποκτούν μέσω του Θεού το πρώτο επίπεδο γνώσης: δεν πρέπει να φάγουν από το δένδρο του καλού και του κακού: άρα δημιουργείται νοητικό υπόβαθρο γνώσης η οποία οδηγεί σε ανάλογη ηθική συμπεριφορά: ώστε λοιπόν ο άνθρωπος νοείται ως συνέχεια νοός, γνώσης, ήθους και πράξης.

Το μεγάλο ερώτημα είναι ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό (περιέργως και η γένεση και ο Τίμαιος ακολουθούν το ίδιο μήκος κύματος στην έννοια του καλού και του κακού): Αφ΄ής στιγμής ο Θεός (ως Νούς ταξιθέτης Οντολογικών δυνάμεων, όχι όλων, κάποιων) δημιουργεί το μόρφωμα του Κόσμου καλό είναι η εισαγωγή του Ανθρώπου σε αυτόν να γίνει με τους όρους και τρόπους του Δημιουργού: αυτό είναι το Καλό.

Εξήγησις του απολυτικίου της Παναγίας εν τη 15 η Αυγούστου.

 


Εξήγησις του απολυτικίου της Παναγίας εν τη 15 η Αυγούστου.

ν τ Γεννσει τν παρθεναν φλαξας, ν τ Κοιμσει τν κσμον ο κατλιπες Θεοτκε. Μετστης πρς τν ζων, μτηρ πρχουσα τς ζως, καταςπρεσβεαις ταςσας λυτρουμνη, ἐκ θαντου τς ψυχς μν.

Το εν λόγω απολυτίκιον είναι γραμμένο σε άπταιστη Ελληνική γλώσσα. Οι επιλεγείσες λέξεις προέρχονται μέσα από τα βέλτιστα ετήτυμα της Ελληνικής γλώσσης, είναι  λέξεις οι οποίες καταδεικνύουν εξαιρετικά τα νοήματα που επιθυμεί το συγκεκριμένο κείμενο να υποστηρίξει.

«Εν τη γεννήσει»: Κατά τη στιγμή της γεννήσεώς σου Παναγία: ο εμπρόθετος προσδιορισμός του χρόνου εμπεριέχει και τον τρόπο του ρήματος γίγνομαι: η Παναγία εγέννησε τον Ιησού, έφερε σε χώρο και χρόνο τον Υιόν του Θεού, η δοτική αναδεικνύει όλη την προσφορά της ανθρωπίνης μήτρας στην υπόθεση της ενανθρώπησης του Θεού.

«Την παρθενίαν εφύλαξας»: Το ρ.φυλάττω έχει δώσει εκπληκτικές λέξεις: Η ετυμολογία του είναι εκ του φύω: γεννώ, η φυλή προέρχεται: το σύνολο ομόρων ανθρώπων: φυλάττω είναι οι άνθρωποι οι οποίοι ως όμοροι και όμοιοι στην καταγωγή εφύλαττον τη ζωή των: άρα η Παναγία εφύλαξε την πολύτιμη σωματική παρθενίαν της (κατά τον τρόπο που ανέδειξαν οι Ποιητές για την Αθηνά και την Αρτέμιδα).

«εν τη κοιμήσει»: εκπληκτική παρατακτική σύνδεση με τον όμοιο προσδιορισμό: εν τη γεννήσει: απίστευτη η ποιητικότητα του κειμένου: με τον εμπρόθετο αυτόν προσδιορισμό σε δοτική πτώση παραδίδεται ότι μέσω της κοιμήσεώς της η Θεοτόκος προσέδωσε στους ανθρώπους τη συνέχεια της ζωής  διότι με τον Ιησού και την Ανάστασίν του ηνώθη (κατά τους χριστιανούς) ο ουρανός και η γή. Οι χριστιανοί συζητούν για κοίμηση: εκ του κείμαι: η Θεοτόκος εκοιμήθη δηλαδή μεταφέρθηκε  εκουσίως σαν να το εθέλησε πνευματικώς στον κόσμο του ουρανού , όπως κοιμόμαστε και εκουσίως υπάρχουμε σε έναν άλλο κόσμο: το εκοιμήθη δηλώνει ότι δεν υπάρχει απώλεια της προσωπικότητας αλλά εκούσια πνευματική μεταφορά σε έναν πνευματικό αιθέριο επόμενο κόσμο. Ήδη η Ομηρική νέκυια έχει υποσημάνει ότι οι φεύγοντες από εδώ μεταφέρονται ως κοιμηθείσες σκιές σε έναν επόμενο κόσμο (Άδης).

«Ου κατέλιπες Θεοτόκε»: το ρ.κατέλιπες είναι β΄αόριστος του καταλείπω: σύνθετο ρήμα: κατά τον δικό μου τρόπο λείπω, φεύγω: αυτό σημαίνει ως σύνθετο ρήμα: όμως η Παναγία δεν έφυγε από τον κόσμο: ο β΄αόριστος σημαίνει την απαξ αποφασιστική κίνηση στο παρελθόν η οποία διαπλάττει το μέλλον: για μία φορά η Παναγία δεν εγκατέλειψε τον κόσμο ποτέ δεν πρόκειται να τον εγκαταλείψει. Υπενθυμίζουμε ότι τον αποφασιστικό β΄αόριστο χρησιμοποίησε ο Λεωνίδας: μολών λαβέ. Αποφασιστικά η Παναγία η οποία ως η Ωραία Ελένη μετεφέρθη στην Τροία του Ουρανού, σαν να έπεσε στον ύπνο εκουσίως  διά του οποίου μεταφέρθηκε στο όνειρο της Βασιλείας του Ουρανού από όπου νοιάζεται του κόσμου και δεν τον εγκαταλείπει.

«Μετέστης προς τη ζωή»:

Απόσπασμα από το ετοιμαζόμενο βιβλίο μου: η οντολογική μετάφρασις της Α΄ραψωδίας της Ιλιάδος.

 


Χαμένοι οι άνθρωποι από την απουσία του Αχιλλέα δεν μπορούσαν να αποκτήσουν διά του μυαλού τους  την αυτοκίνηση και  του άλλου μισού τους, του ψυχικού μέρους του συναισθήηματος: ήταν έρμαια των πτηνών των σκέψεων και των τρόπων πρωτογόνων  όντων και δεν μπορούσαν να χαράξουν δικούς  τους δρόμους: διότι για να προχωρήσει ο άνθωπος μπροστά θα έπρεπε να σκέπτεται και να οργίζεται, μόνον με αυτό τον τρόπο η οντολογική δύναμη θα μπορούσε να εξελιχθεί. Αλλά όλα ήθελαν οδηγούς, διότι ο Δίας νίκησε τους Τιτάνες, ο Προμηθέας έδωσε το πύρ, ο Αχιλλέας θα έδειχνε τον τρόπο της οργής.

Ο Δίας, ως ο θεός και η ανωτάτη συμπαντική οδός η οποία διαίρεσε την μία οντολογική δύναμη σε νικηθείσα τιτάνια χαοτική δύναμη και σε δύναμη πλάσης αυτού του κόσμου, κανόνισε τον τρόπο διανομής  της ωραιότητας της οργής και της σκέψης: Επέλεξε τον φορέα της οργής Αχιλλέα, αλλά και τον εκπρόσωπο της πρόσκαιρης τάξης αυτού του κόσμου, τον Αγαμέμνονα, προκειμένου να δείξει ότι όλοι οι Βασιλείς είναι πρόσκαιροι ησυχαστές της παγκοσμίου τάξεως που επιβάλλεται από το Δία: η Τάξις του Διός επειδή προχωρεί το Όν ως τέτοιο, επειδή διαμοιράζει χαοτικές δυνάμεις δεν ησυχάζει, συνεχώς κινείται, για αυτό οι Βασιλείς επειδή θεωρούν εαυτούς ακινήτους και ισχυρούς είναι δούλοι της πιο τραγικής ευμεταβλητότητας: ο βασιλέας υπάρχει μόνον όταν ο Δίας τελειώνει κομμάτι της διαμοιραστικής δουλειάς του: όταν τη συνεχίζει οι Βασιλείς καταργούνται, όλα διαλύονται, οι χαοτικές δυνάμεις εργάζονται ακατάπαυστα: όταν εμφανισθεί η νέα τάξη πραγμάτων τότε εμφανίζεται και πάλι ένας νέος Βασιλεύς: ο Αχιλλέας είναι ο μεταφορές της πιο τραγικής  οντολογικής δυνάμεως: η Γιγάντια Οργή, σαν και αυτή που μετέφερε ο Πολύφημος κατά του Οδυσσέως, έπρεπε να διοχετευθεί στο Ανθρώπινο Γένος: έπρεπε τώρα επειδή η Ωραιότητα είναι άγρια: είναι ισοπεδωτική και διαμορφώνει την οντολογική πορεία του ανθρώπου: εάν προσέξουμε η Ελένη είχε  δύο στοιχεία και χαρακτηρίσθηκε ως Ωραία: Κατ΄αρχάς είχε μέσα της τέτοια οργή ώστε ταξίδευσε από τη συζυγική παστάδα του Μενελάου στη συζυγική λεκτρότητα του Πάριτος-Αλεξάνδρου: Οργή ήταν αυτό μαζί με τη νόηση ότι με αυτόν τον τρόπο η Ωραία Ελένη έδειξε ότι πρέπει να ταξιδεύει προς νέες πατρίδες ο άνθρωπος που οργίζεται , που μέσα από την ορφή ξυπνά σκέψη ταξιδευτικής  συνεχείας προς νέες Πατρίδες.

Ποιος άραγε θεός θα ελάμβανε την ευθύνη ανάδειξης της ωραιότητος ως οργής; Μα φυσική ο θεός της Γνώσης, ο Απόλλωνας. Ο Θεός της Φωτεινής Γνώσης του Ηλίου: ο λοιμός ο οποίος θα πέσει στους Αχαιούς χτυπά όλο το ζωϊκό βασίλειο το οποίο τρέφεται από το φώς του Ηλίου: άρα πλέον τίθενται νόμοι λειτουργίας του Βασιλείου που βλέπει και τρέφει ο Ήλιος: ο Θεός της Γνώσης λοιπόν μεταφέρει όλες τις δυνάμεις του Ηλίου στον Άνθρωπο και στο Βασίλειό του: για αυτό ξεσπά λοιμός: η μεταφορά από το αχανές χάος στο δομημένο βασίλειο του δικαίου Ανθρώπου στηρίζεται στη μεταφορά των ηλιακών δυνάμεων και της Ηλιακής δικαιοσύνης: ο Ήλιος δεν κλέπτει, ο Ήλιος δεν αδικεί, παρόμοια και οι Άνθρωποι δεν πρέπει να αδικούν: και αυτό το θυμίζει στον Αγαμέμνονα ο Ιερέας του Φωτεινού θεού, ο Χρύσης, ο Απολλώνειος Χρύσης.

Ο Όμηρος επίτηδες ονομάζει τον Χρύση Αρητήρα, ένδοξο και κάλλιστο: ο δίκαιος Ήλιος διά μέσου εκλεκτών ανθρώπων προχωρεί και διαχέει τις ενέργειές του: ο Χρύσης αποδεικνύει (όπως οι Κριτές και οι Προφήτες στο ισραήλ) ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι μπορούν να μεταφέρουν τη δικαιοσύνη του Ηλίου: όλα ξεκινούν από τον Άνθρωπο και συνεχίζουν διά αυτού: επειδή υπάρχει ο Χρύσης υπάρχει η δικαιοσύνη του Απόλλωνος διά του Ηλίου: οι πρώτοι άνθρωποι έλαβον τη συμπαντική φωτεινότητα και την μετέφεραν στα πλήθη των ανθρώπων και στην ανθρώπινη κοινωνία: άρα το θέμα είναι  διά του ιερέως η Απολλώνειος Ηλιακή δικαιοσύνη να μεταφερθεί στο σύνολο των ανθρώπων.

Περί των Ελληνικών ειδώλων.

 


Περί των Ελληνικών ειδώλων.

Θα πρέπει οπωσδήποτε να σημειώσουμε ότι το Ελληνικό είδωλο ως γνώση, αίσθηση, ήθος και αξία, δεν έχει καμμία μα καμμία σχέση με την εξαλλοίωση που εδέχθη από τις θρησκείες του προσωπικού θεού. Το Ελληνικό είδωλο (όπως άρχισε να αποτυπώνεται στην μυθοπλασία περί του Ναρκίσσου) αποτυπώνει την Διαδοχική Οντολογική πορεία του Ανθρώπου και τα στάδια αυτής: το είδωλο αποτυπώνει τον τρόπο εξωτερίκευσης των θεών διά της Φύσεως προς τον Άνθρωπον, πρίν όλα αυτά τα μεγέθη χαθούν στην αδυσώπητη οντολογική συνέχεια των συνεχώς νέων μεγεθών.

Ας ξεκινήσουμε από την ετυμολογία της λέξεως η οποία έχει τη σημαντικότητά της. Η λέξις είδωλο παράγεται από το αισθητικό ρήμα: οράω-ώ το οποίο σημαίνει βλέπω. Όμως εάν προσέξουμε το βλέπω του ρήματος ορώ δεν σημαίνει απλά βλέπω ότι υποπίπτει στους σωματικούς οφθαλμούς μου: το γράμμα –ρ το οποίο υπάρχει στο ρήμα ορώ σημαίνει ότι αντιλαμβάνομαι ό,τι ρέει συμπαντικώς: άρα διά  του ρήματος ορώ οι Πρόγονοί μας αποτύπωσαν την ικανότητα του ανθρώπου να ενοράται, να γνωρίζει, να αντιλαμβάνεται  ό,τι ρέει συμπαντικώς σε όλα τα επίπεδα από τους Θεούς έως τη Φύση και τους Ανθρώπους. Μέσα από το β΄αόριστο του ρ. ορώ (είδον) προέρχεται η λέξις είδωλον. Γιατί όμως οι Πρόγονοί μας προτίμησαν τη ρίζα αορίστου ώστε να δημιουργήσουν μία τόσο σημαντική λέξη; Διότι το είδωλο σχετίζεται με όσα έχουμε ήδη ίδη τα οποία θα πρέπει να κατευθύνουν γνωσιακά και αξιακά τον άνθρωπο στην οντολογική του συνέχεια. Άρα το είδωλο είναι το μέγεθος το οποίο αποκαλύπτει όσα μπορεί να  ίδη ο άνθρωπος μέσα στη συμπαντική του πορεία: Άρα οι Προγονοί μας ζούσαν σε έναν ευρύτερο συμπαντικό κόσμο μέσα στον οποίο μπορούσαν να αποκτήσουν γνώσεις αξίες και πορείες βουλητικής συνεχείας.

Η απαρχή της κουλτούρας των ειδώλων έρχεται μέσα από την μυθοπλασία του Ναρκίσσου. Ενάντια σε όλα όσα έχουν μέχρι σήμερα ειπωθεί (ο ναρκισσισμός θεωρείται βέβαια νόσος διότι στην κοινωνία του προσωπικού θεού και του συγκεκριμένου βιώματος ο άνθρωπος απέκτησε συγκεκριμένο πολιτικό εγώ και ξέχασε το πολύπλευρο συμπαντικό του Εγώ (όπως αυτό του Ναρκίσσου) εμείς υποστηρίζουμε ότι ο Νάρκισσος αποτελεί τη συμπαντική υγεία  όπως κατά τρόπο μυθολογικό αποτυπώνεται.

Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνθέσουμε τα Ελληνικά δεδομένα μέσα από τη μυθολογία και την προσωκρατική φιλοσοφία ώστε να καταλάβουμε πραγματικά την ασύλληπτη οντολογικότητα του Ναρκίσσου: κατ΄αρχάς  έχουμε τη θεωρία του Θαλή του Μιλησίου: το ύδωρ, νερό, είναι η απαρχή του Όλου: όχι το ύδωρ ως τέτοιο αλλά η συμπαντική δύναμις που φέρει: μέσα σε αυτή την δύναμιν αυτοεθαυμάσθη ο Νάρκισσος: μέσα σε αυτή την υδάτινη συμπαντική δύναμιν ο Άνθρωπος ανεκάλυψε την οντολογική χροιά του: Άρα ο Νάρκισσος δεν είδε απλά τον εαυτό του, αλλά εγνώρισε την ασύλληπτη οντολογική ταυτότητά του: δηλαδή ότι είναι το ιδιο πρόσωπο πρό ύδατος, κατά τη ρεύση του ύδατος και μετά από αυτό. Η ενσυναίσθηση ότι το απεικονιζόμενο πρόσωπο στο ύδωρ είναι το ίδιο με αυτό που γνωρίζω ότι έχω είναι η απαρχή του Εγώ, αλλά του συμπαντικού Εγώ: είναι η απαρχή γνώσης του ενιαίου συμπαντικού εαυτού όπως φεύγει από τις εκβολές της πρώτης ιδέας, συνεχίζει στη φύση και προσφέρει τον πολιτικό εαυτό. Ο Νάρκισσος λοιπόν αποτυπώνει τον ανθρώπινο θαυμασμό για το συμπαντικό μεγαλείο του ανθρώπου ως ενιαίου συμπαντικού μεγέθους εκ της ιδέας, της φύσεως, της πόλης. Τα ζώα δεν έχουν Εγώ διότι (και για αυτό το λόγο) δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι το καθρεπτιζόμενο πρόσωπο είναι το ένα και αυτό πρόσωπο με αυτό το οποίο στην πραγματικότητα κατέχουν.

Ας ερωτήσουμε και αυτό: τι πραγματικά δυναμική διαθέτει το ύδωρ; Γιατί ο Νάρκισσος σε αυτό βλέπει και ενοράται τον συμπαντικό ενιαίο εαυτό του και όχι απλά τον ένυλο εαυτό του όπως οι δυστυχείς ερμηνευτές του μύθου έχουν ερμηνεύσει τελείως λανθασμένα;

Το ύδωρ συνεχίζει την οντολογική ροή μέσα στο Είναι του Όντος: είναι  συνέχεια της ακατάπαυστης οντολογικης ροής η οποία  δημιουργεί κόσμους και εαυτούς. Το ύδωρ είναι η δύναμις ροής της οντολογικής δυνάμεως κατανομής κόσμων και μορφών. Ξεκινά από το όρος των θεών (εκεί όπου πρωτοεμφανίζονται οι μορφές που θα αποτελέσουν το βασίλειο των ανθρώπων) προικίζονται στη φύση (φύω=γεννιέμαι) και αποκτούν τις ιδιότητές τους και συνεχίζουν στο βασίλειο των ανθρώπων ως Άνθρωποι: τι σημαίνει λοιπόν ότι ο Νάρκισσος ανεγνώρισε τον εαυτό του μέσα στο νερό.

Ας κάνουμε μία παρατήρηση η οποία δεν έχει επαρκώς επισημανθεί και είναι πολύ σημαντική: ο Νάρκισσος δεν είχε ξαναδεί τον εαυτό του στο νερό: άρα δεν ήξερε ποια μορφή είχε προετοιμασθεί στο βασίλειο των Θεών, ποια προίκα από τη φύση είχε αυτή η μορφή, ποια μορφή του μετέφερε το ύδωρ  το μεταφέρον το οντολογικό σχέδιο: άρα εκείνη τη στιγμή γνώρισε τον εαυτό του, δεν τον ήξερε πρίν: τι σημαίνει ότι του άρεσε; Σημαίνει ότι ευθυγραμμίσθηκε με το σχέδιο των θεών και της φύσης ώστε η μεταφερομένη του μορφή να υιοθετηθεί και από αυτόν και να αποτελέσει τη γνωστή σε αυτόν ανθρωπίνη μορφή. Άρα η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Φρόϋντ και λοιπούς είναι αστεία και εντελώς λανθασμένη: είναι υγεία ο Ναρκισσισμός, ο άνθρωπος να αναγνωρίζει διά του υδατίνου εσόπτρου τον συμπαντικά διά του ύδατος μεταφερόμενο εαυτό του. Απλά στην εποχή του μονοθεϊσμού όπου ο προσωπικός θεός κατέστη το κοινό αρχέτυπο μορφών όλων των ανθρώπων θεωρήθηκε εγωϊσμός ο άνθρωπος να θαυμάζει τον εαυτό του διότι με αυτόντον τρόπο αποκηρύττει τον κοινό εαυτό του θεού.

Η μεταφυσική του σώματος.

 


Η μεταφυσική του σώματος.

Όσο  και αν φαίνεται παράξενο ή παράδοξο το σώμα ως αντίθεση στο πνεύμα ή ως αυτούσια πηγή γένεσης συναισθημάτων-πράξεων και νοήσεων, αποτελεί την κυρία μεταβλητή η οποία καθόρισε την πολιτισμική πορεία του ανθρώπου.Εάν προσέξουμε το σώμα είναι αυτό το οποίο καθορίζει την πορεία  του πνεύματος και της ψυχής, διότι είναι η βιολογική ύπαρξις διά της οποίας δραστηριοποιείται ανθρωπίνως το πνεύμα: το πνεύμα στο ανθρώπινο σώμα γίγνεται ανθρώπινο πνεύμα, διότι το πνεύμα σε άλλα πεδία και δομές χαρακτηρίζει άλλες υπάρξεις (ας αναφέρουμε τα φαντασιακά όντα θεών, αγγέλων κ.λ.π).

Μία λοιπόν προσεκτική ματιά στην ιστορία του ανθρωπίνου πνεύματος θα κατεδείκνυε την πολύ σημαντική παρατήρηση ότι το σώμα καθόρισε την πνευματική και ηθική ανάπτυξη και  εξέλιξη του ανθρωπίνου γίγνεσθαι: χωρίς το σώμα το πνεύμα είναι αήρ κενός περιεχομένου. Γι΄αυτό και εις την Ελληνικήν Μυθολογίαν έρχεται η γένεσις της μορφής: για πρώτη φορά η συμπαντική δύναμις αποκτά σωματική διάσταση, ο Δίας είναι πνεύμα αέναον και αείζωον, αφύσικον και υπερφυσικόν στις δυνατότητές του, αλλά έχει σώμα: για πρώτη το σώμα εκ του σώζω έρχεται προκειμένου να σώσει συγκεκριμένες κινήσεις του πνεύματος το οποίον χωρίς το σώμα θα ήταν αήρ αιθήρ κίνησις χωρίς ανθρώπινο ενδιαφέρον (αναφερόμαστε στον άνθρωπο ως πνευματικοσωματική οντότητα): άρα ο άνθρωπος υπάρχει όταν έρχεται το σώμα ως σωτηρία  και σώζουσα (φιλοξενούσα) δύναμις τον αέρα που κινεί ως πνεύμα και ψυχή τον άνθρωπο. Η στερεοποίησις του αέρος ως σώματος σημαίνει την ύπαρξιν του ανθρώπου και συγχρόνως το σώμα ως οίκημα και δομή  φιλοξενούσα το πνεύμα καθίσταται σημείο αναφοράς της ανθρωπίνης εξέλιξης: επειδή ακριβώς οι Έλληνες ένοιωσαν ότι το πνεύμα φιλοξενείται στο σώμα επέδειξαν τέτοια προσήλωση  και ιερότητα στο θεσμό της φιλοξενίας.

Άρα στην Ελληνική Μυθολογία και υπό το φώς του Ηλίου (ουσιαστικά η Γιγαντομαχία και η Τιτανομαχία (εάν συνδυάσουμε τα εδάφια του Ησιόδου) δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η εσωτερικοποίησις των χαοτικών συμπαντικών δυνάμεων σε ανθρώπινα σώματα) ο διαμοιραστής Δίας διεμοίρασε τις δυνάμεις του χάους ώστε αυτές να αποκτήσουν συγκεκριμένη μορφή η οποία σταδιακά εξελίχθηκε σε σώμα και πνεύμα: στην αρχή το σώμα ήταν πνεύμα και το πνεύμα σώμα, διότι στην απαρχή της οντογένεσης του σώματος αυτό το οποίο μας ενδιέφερε είναι η έξοδος των χαοτικών δυνάμεων από το άμορφο πόρευμά τους, και η μετατροπή χαοτικών δυνάμεων σε υπό τον Ήλιο συγκεκριμένες μορφικές δυνάμεις οι οποίες σταδιακά θα εγένοντο σώμα και πνεύμα.

Όμως αυτή η  στερεοποίησις και εμφάνισις των χαοτικών δυνάμεων σε σωματικές μυθολογικές μορφές (σε στιγμές όπου το σώμα (είναι λάθος η λέξη στη μυθολογία διότι το σώμα  και το πνεύμα ταυτίζονται και το σώμα τίποτε δεν σώζει) και το πνεύμα είναι ένα διότι σε αυτό το επίπεδο μας ενδιαφέρει απλά η μορφοποίηση των χαοτικών οντολογικών δυνάμεων (στην αρχή η σωματική μορφή και η χαοτική δύναμις αυτής της μορφοποίησης ταυτίζονταν) έφερε την ανθρωπίνη μορφή η οποία όμως δεν έχει σώμα και πνεύμα αλλά είναι μορφοποίηση των χαοτικών δυνάμεων: εμφάνισις μορφής με την πινελιά του Ηλίου: αργότερα θα γίνει διαμοιρασμός σε πνεύμα και σώμα: για αυτό οι μυθολογικές οντότητες δρούν ως μία χαοτική μορφοποιηθείσα βέβαια δύναμις: ο Ηρακλής μέσα από τους 12 άθλους αποδεικνύει του λόγου το αληθές ότι δηλαδή το σώμα δεν διαιρείται σε σώμα και πνεύμα, Είναι, είναι ένας τρόπος εμφάνισης της χαοτικής οντολογικής δυνάμεως η οποία αυτοδιανέμεται: για αυτό ο Ήρωας μπορεί διά του σώματος ως καθεαυτής οντότητος να κάνει όλα όσα έκανε: διά του σώματος περνά τις κορυφαίες ιδέες και αξίες, της αφοβίας, της καύσης των πειρασμών κ.λ.π. Αν προσέξουμε στον Ηρακλή δεν υπάρχει η διάστασις πνεύματος και σώματος υπό την έννοια ότι ο Ήρωας εμφιλοχωρείται από μία ενιαία δύναμιν δράσης και ολοκλήρωσης των πράξεών του. Στιγμή δεν διστάζει ενώπιον του λέοντος, στιγμή δεν διστάζει ενώπιον της Λερναίας Ύδρας. Παρατηρούμε ότι το Όν εμφανίζει δυνάμεις του ως στερρά μορφή η οποία δεν είναι ούτε σώμα  ούτε πνεύμα: ο  Ηρακλής δεν είναι ούτε σώμα ούτε πνεύμα (αυτό είναι και η προσφορά της Μυθολογίας η οποία διεστράφη υπό  του Λόγου) αλλά μία στερρά μορφή εμφανιζομένων οντολογικών δυνάμεων οι οποίες αυτοδρούν και περνούν ιδέες και αξίες: έπειτα συνέβη η έλλογος διαστροφή, η στερρά μορφή να διαχωρισθεί: σε σώμα το οποίο σώζει τις οντολογικές δυνάμεις οι οποίες στερεοποιήθηκαν διά του σώματος.

Αυτό πολύ καλύτερα το διακρίνουμε στην Οδύσσεια: δεν αναφέρεται πουθενά η ηλικία του Οδυσσέως: δεν έχει καμμία σημασία: διότι ο Ήρωας είναι μετασχηματισθείσα οντολογική δύναμις πέρα από υλικό σώμα και αέρινο πνεύμα: είναι στερεοποιηθείσα ως τέτοια οντολογική δύναμις: για αυτό εξάλλου εν στιγμή η Αθηνά έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει τον Οδυσσέα σε νεαρό αλλά και σε γεροντώτερο: διότι όλα είναι μετατροπές δυνάμεων πέρα από τις ιδιομορφίες που μετέπειτα χαρακτήρισαν το σώμα (ότι είναι νέο, γερνά, το πνεύμα είναι αιώνιο κ.λ.π).

Άρα το σώμα στη Μυθολογία είναι η οντολογική δύναμις ως τέτοια. Γι αυτό ο Ήρωας Αχιλλεύς επιθυμεί της καλυτέρας κατανομής οντολογικής δυνάμεως ως μορφή, διότι μόνον με αυτόν τον τρόπο θα επιτύχει την υστεροφημία και τα κλέη ανδρών: Πολύ αργότερα ο Σωκράτης ως άσχημος σωματικά θα υποτιμήσει το σώμα (διαλύοντας την Ελληνική αξιολογία της ενιαίας σωματικά και πνευματικά οντολογικής δυνάμεως) διότι πλέον η ενιαία στερρά οντολογική κατάστασις θα διαλυθεί και θα διχοτομηθεί σε σώμα και πνεύμα: το σώμα δήθεν συγκρατεί και σώζει την μεταφερθείσα οντολογική δύναμιν: από αυτή την άποψη το σώμα υποχωρεί στο ανώτερο και αθάνατο και ανώλεθρο πνεύμα που μεταφέρει.

Η Μεταφυσική του κινδύνου.

 


Η Μεταφυσική του κινδύνου.

Ένα από  τα κριτήρια της  υγείας που αποπνέει  κάποιος ανθρώπινος πολιτισμός ή κάποια ιστορική ανθρωπίνη περίοδος είναι η έννοια και η σήμανση του κινδύνου. Ο κίνδυνος είναι η συνειδητοποίηση της ανθρωπίνης διπολικότητας: φοβούμεθα διότι είμεθα μισοί εδώ και μισοί κάπου αλλού και τρέμουμε μήπως μετατοπισθούμε εξ΄ολοκλήρου στο άλλο μέρος όπου ανήκουμε, αν και αυτό έρχεται και συμβαίνει αναγκαίως με το θάνατο.

Ο κίνδυνος λοιπόν είναι η πύλη που ενώνει την ενσώματη  ζωή με το ασώματο άπειρο συνεχείας που μας περιμένει:  δειδόμεθα, φοβούμεθα, διότι γνωρίζουμε ότι είναι εύκολο όλα να μεταβληθούν και από αυτή τη διάσταση να μεταβούμε σε κάποια άλλη: να χάσουμε το  σώμα μας, τα αγαθά μας, έμψυχα ή άψυχα. Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο το τι: είναι και το σε σχέση με τι : φοβούμεθα τη  νύκτα, το σκοτάδι, τη φύση, τον Άλλον, το θεό, το διάβολο κ.λ.π. Εννοείται ότι ο κίνδυνος είναι απόρροια της κοινής ψυχής των όντων, επίσης όσο περισσότερο αυξάνεται το νοησιοκρατικό επίπεδο των όντων (ανθρώπων) τόσο αυξάνονται και πληθύνονται οι κίνδυνοι: ένας άνθρωπος έχει  να φοβείται απείρους κινδύνους ενώ τα ζώα έχουν  να φοβούνται μετρημένους στα χέρια ολίγους κινδύνους: όσο περισσότερο αυξάνει το πνευματικό επίπεδο των ανθρώπων, η φυλακή που ξεκινά από το θεό διά της φύσεως έως τον άνθρωπο, τόσο περισσότεροι  κίνδυνοι εμφωλεύουν: ενώ τα ζώα τα άλογα ζώα τα ζώντα εντός του σύμπαντος ως τέτοιου έχουν να φοβούνται ολιγοτέρους κινδύνους: μία βασική επίσης παρατήρηση είναι το ότι οι κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν τα ζώα είναι αναλλοίωτοι στους αιώνες ενώ οι ανθρώπινοι κίνδυνοι και φοβίες αλλάζουν σε σχέση με την πολιτιστική ιστορική και πνευματική αλλά και ηθική εξέλιξη.

Όταν οι άνθρωποι ζούσαν σε σχέση με το σύμπαν ένοιωθαν τον κίνδυνο των πνευμάτων, των αοράτων  δυνάμεων: αυτές άρπαζαν τους ανθρώπους, αυτές άρπαζαν τις ψυχές και ταξίδευαν τους ανθρώπους σε χώρες και χώρους μακρινούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αυτές τις εποχές δεν υπήρχε υγεία και αρρώστεια αλλά ο άνθρωπος ένοιωθε μισός εδώ και μισός στο βασίλειο των άλλων δυνάμεων κάτι το οποίο επικοινωνούσε μέσω του κινδύνου: αυτός ο κίνδυνος ανάγκασε τον άνθρωπο να εμψυχώσει την ύλη  γύρω του με αόρατες δυνάμεις, η πρώτη αίσθηση της  ψυχής ,  ώστε να καλύψει το κενό ανάμεσα στο εδώ και στο χαοτικό Επέκεινα:  για αυτό οι πέτρες επειδή είναι κάτι το σταθερό και δυνατό, όπως θα ήθελε ο άνθρωπος να είναι, οι πέτρες έγιναν είδωλα λατρείας, σμιλεύθηκαν σε μορφές κ.λ.π

Σήμερα δεν έχουμε τέτοιους κινδύνους για αυτό εξάλλου τις πέτρες τις βλέπουμε μόνον ως πέτρες, και δεν έχουμε καμμία επικοινωνία με δυνάμεις πέρα των  ψηφιακών.Όταν οι προσωκρατικοί ωμίλησαν για τις πρώτες υλοζωϊκές και οντολογικές αρχές του σύμπαντος γεννήθηκε ο κίνδυνος της ανθρώπινης μηδαμινότητας, για αυτό εξάλλου φθάσαμε και στη λυρική ποίηση όπου ο Μίμνερμος οδύρεται για  το πρόσκαιρο της ανθρώπινης ζωής. Ήδη ο Όμηρος είχε αντιμετωπίσει τους κινδύνους της ανθρωπίνης ταυτότητας και τους έλυσε μέσα από την οργή του Αχιλλέως και τη νόηση του Οδυσσέα. Ο κίνδυνος της προσωπικής ταυτότητας του Οδυσσέως σε σχέση με το σύμπαν έφερε την Ιθάκη, το σκοπό, την κίνηση, την περιπλάνηση, τη νίκη.

Οι κίνδυνοι είναι αυτοί οι οποίοι χαράσσουν την ανθρώπινη εξέλιξη και πολιτιστική πρόοδο. Ο Σοφοκλής στο β΄στάσιμο της Αντιγόνης συζητεί ότι ο κίνδυνος της φύσης και της ανθρωπίνης μηδαμινότητας εγεννησαν τον πολιτισμό ο οποίος έχει επικρατήσει και έχει ελέγξει τη  φύση: τα πλοία  τιθασσεύουν τη  θάλασσα, ο γεωργός καταπραΰνει τη γή, κ.λ.π. Οι κίνδυνοι της ανθρωπίνης ανάγκης, της ζωής, της εξαφάνισης, της σχέσης με το όλον, γέννησαν τη φιλοσοφία, την επιστήμη, τη τεχνολογία: χωρίς τους κινδύνους ο άνθρωπος θα ήταν  σαν τα άλογα ζώα, ο κίνδυνος είναι ο αέρας διά του οποίου ίπταται το αεροπλάνο του νοός και της εξέλιξης.

Οντολογική μετάφραση της α΄ραφωδίας της Ιλιάδος (απόσπασμα από το ετοιμαζόμενο βιβλίο μου: η Οντολογική μετάφρασίς μου στην Α΄ραψωδία του της Ιλιάδος του Ομήρου).

 


Οντολογική μετάφραση της  Α΄ραφωδίας της Ιλιάδος.

Την οργή των Τιτάνων κληρονόμησε από τη Θεά Θέτιδα ο Αχιλλέας ο υιός του Πηλέως, και το ξέρεις εσύ  Μούσα επειδή είσαι Όν εκ του Όντος ανόθευτος δύναμις  γνώστης της συνεχούς Οντολογικής  δυνάμεως.Σε παρακαλώ, εγώ  ως Ποιητής είμαι μεταφορέας, ο Ερμής  είναι ο πρώτος ποιητής και εγώ συνέχειά του, διότι ολίγοι κατάλαβαν ότι η ποίηση έχει κυρίκειο και ενώνει το Δία με τους ανθρώπους: Σε παρακαλώ Μούσα δείξε μου πώς η οργή των Τιτάνων, των μεγάλων προπατόρων του Πολιτισμού μας, θα εκτονωθεί στον ανθρώπινο χαρακτήρα και μαζί με τη νόηση θα αποτελέσουν τις μεγάλες παρακαταθήκες του ανθρωπίνου χαρακτήρος.

Η πορεία δεν θα είναι εύκολη, η διαχείριση της τιτάνιας οργής που φέρει ο άνθρωπος είναι δύσκολη υπόθεση. Πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν να τη διαχειρισθούν, περιμένουν από τον Άρχοντα Αχιλλέα να τους δείξει το δρόμο, διότι ως τεράστια ορμή η οργή ως συναίσθημα πέρασε  μέσα από τα παλάτια της Γυναίκας Ελένης, ήλθε στα χέρια και στο μυαλό του Πάρη, ταξίδευσε στην Τροία, έδειξε ότι η οργή πρέπει να πέσει στα πεδία του πολέμου, είναι η πρώτη αιτία του θεάτρου, πρέπει δύο να υποδυθούν ότι μαλώνουν, ώστε να βρεθεί διά του πολέμου τρόπος η οργή να πέσει στους ανθρώπους, ως συναίσθημα της καρδιάς, το οποίο μαζί με την σκέψη θα αποτελέσει το Νέο Άνθρωπο: ο οποίος θα έχει ως κίνητρο της οργιστική κίνηση του Όντος και ως τρόπο το πνεύμα του Αέρος που φυσά και κατευθύνει μεταφέροντας δυνάμεις. Ο Αχιλλέας όμως ως πρώτος δραματικός ήρωας έπρεπε να υποδυθεί τον οργισμένο ώστε να ξεκινήσει η εισαγωγή της προγιγαντιαίας οντολογικής οργής στον άνθρωπο. Η οργή μαζί με το νού, ο Αχιλλέας με τον Οδυσσέα, είναι ο Νέος Έλλογος άνθρωπος της Γής: είναι ο Ωραίος Άνθρωπος: διότι η οργή και ο νούς είναι η  ωραιότητα με τα δύο χέρια.

Χαμένοι οι άνθρωποι από την απουσία του Αχιλλέα δεν μπορούσαν να αποκτήσουν διά του μυαλού τους  την αυτοκίνηση και  του άλλου μισού τους, του ψυχικού μέρους του συναισθήηματος: ήταν έρμαια των πτηνών των σκέψεων και των τρόπων πρωτογόνων  όντων και δεν μπορούσαν να χαράξουν δικούς  τους δρόμους: διότι για να προχωρήσει ο άνθωπος μπροστά θα έπρεπε να σκέπτεται και να οργίζεται, μόνον με αυτό τον τρόπο η οντολογική δύναμη θα μπορούσε να εξελιχθεί. Αλλά όλα ήθελαν οδηγούς, διότι ο Δίας νίκησε τους Τιτάνες, ο Προμηθέας έδωσε το πύρ, ο Αχιλλέας θα έδειχνε τον τρόπο της οργής.

Ο Δίας, ως ο θεός και η ανωτάτη συμπαντική οδός η οποία διαίρεσε την μία οντολογική δύναμη σε νικηθείσα τιτάνια χαοτική δύναμη και σε δύναμη πλάσης αυτού του κόσμου, κανόνισε τον τρόπο διανομής  της ωραιότητας της οργής και της σκέψης: Επέλεξε τον φορέα της οργής Αχιλλέα, αλλά και τον εκπρόσωπο της πρόσκαιρης τάξης αυτού του κόσμου, τον Αγαμέμνονα, προκειμένου να δείξει ότι όλοι οι Βασιλείς είναι πρόσκαιροι ησυχαστές της παγκοσμίου τάξεως που επιβάλλεται από το Δία: η Τάξις του Διός επειδή προχωρεί το Όν ως τέτοιο, επειδή διαμοιράζει χαοτικές δυνάμεις δεν ησυχάζει, συνεχώς κινείται, για αυτό οι Βασιλείς επειδή θεωρούν εαυτούς ακινήτους και ισχυρούς είναι δούλοι της πιο τραγικής ευμεταβλητότητας: ο βασιλέας υπάρχει μόνον όταν ο Δίας τελειώνει κομμάτι της διαμοιραστικής δουλειάς του: όταν τη συνεχίζει οι Βασιλείς καταργούνται, όλα διαλύονται, οι χαοτικές δυνάμεις εργάζονται ακατάπαυστα: όταν εμφανισθεί η νέα τάξη πραγμάτων τότε εμφανίζεται και πάλι ένας νέος Βασιλεύς: ο Αχιλλέας είναι ο μεταφορές της πιο τραγικής  οντολογικής δυνάμεως: η Γιγάντια Οργή, σαν και αυτή που μετέφερε ο Πολύφημος κατά του Οδυσσέως, έπρεπε να διοχετευθεί στο Ανθρώπινο Γένος: έπρεπε τώρα επειδή η Ωραιότητα είναι άγρια: είναι ισοπεδωτική και διαμορφώνει την οντολογική πορεία του ανθρώπου: εάν προσέξουμε η Ελένη είχε  δύο στοιχεία και χαρακτηρίσθηκε ως Ωραία: Κατ΄αρχάς είχε μέσα της τέτοια οργή ώστε ταξίδευσε από τη συζυγική παστάδα του Μενελάου στη συζυγική λεκτρότητα του Πάριτος-Αλεξάνδρου: Οργή ήταν αυτό μαζί με τη νόηση ότι με αυτόν τον τρόπο η Ωραία Ελένη έδειξε ότι πρέπει να ταξιδεύει προς νέες πατρίδες ο άνθρωπος που οργίζεται , που μέσα από την ορφή ξυπνά σκέψη ταξιδευτικής  συνεχείας προς νέες Πατρίδες.

Η Οντολογία του Σέξ.

 


Η Οντολογία του Σέξ.

Η λέξις σέξ αποτελεί αντιδάνειο από την ινδοευρωπαϊκή: seksus (sek=κόπτω)  (η οποία  έδωσε και τη λατινική λέξη sexus= φύλο)ουσιαστικά αποτυπώνει  την κοπή της ενιαίας συμπαντικής δυνάμεως σε δύο μέρη: το άρρεν και το θήλυ: αυτά είναι φύλα: από το φύω=γεννιέμαι, δημιουργούμαι. Μέσα από την ενιαία οντολογική δύναμη συνεχείας  και μεταφοράς του αειζώου πυρός ζωής και δημιουργίας ξεπηδούν διχοτομημένα το άρρεν και το θήλυ.

Άρα η πρώτη σκοποθεσία του σέξ είναι η δημιουργία του κόσμου: και των όντων: δεν νοείται κόσμος και όντα χωρίς το διπολισμό του άρρενος (τέκτων) και του θήλεος  (μεταφορέας της οντολογικής δυνάμεως η οποία τίκτεται από το άρρεν). Για αυτό εξάλλου έχουμε δύο πόδια και δύο χέρια προς ανάμνηση  της διπλής δημιουργικής  οντολογικής φυσεώς μας. Από αυτή την άποψη ο Κύκλωπας με το ένα μάτι μας θυμίζει μία εποχή όπου οι άνθρωποι κρατούσαν έντονη την ανάμνηση της μιάς αδιχοτόμητης ενιαίας οντολογικής δυνάμεως συνεχείας.

Άρα το σέξ ως λέξις  που σημαίνει φύλο επέρασε στην αναπαράσταση της λειτουργικής ένωσης  των δύο  αυτών φύλων (σέξ): δεν είναι η μόνη λέξη που το κάνει αυτό: Η λέξις που αντικαθιστά το σέξ συν-ουσία σημαίνει τις δύο ουσίες οι οποίες όμως γίγνονται συν-παρουσιακά μία.Επίσης λέμε μάθηση (η έννοια της γνώσης) αλλά εννοούμε την επαφή δασκάλου και μαθητού. Άρα η λέξις σέξ αντιπροσωπεύει και το φύλο αλλά και την επαφή ανάμεσα στα δύο φύλα.

Μέχρι αυτού του σημείου η λέξη σέξ ( φύλο) κρατεί την οντολογική  κοινή διαστασιακή δυναμική της: η οποία χαρακτηρίζει τα δημιουργικά έμψυχα βασίλεια του κόσμου μας: το κοσμικό, φυτικό, ζωϊκό:  χρειάζονται δύο φύλα (sexes) ώστε η οντολογική δύναμις από το θήλειον μέρος να μεταφέρεται και από το άρρεν μέρος να μορφοποιείται και να σχηματοποιείται (γλύφεται) : όπως ο γλύπτης δίδει μορφή στο άμορφο μάρμαρο: η έξαρσις της γλυπτικής στην Ελλάδα ήταν αναπαράστασις της οντολογικής  λειτουργίας: η γυνή φέρει το ακατέργαστο μάρμαρο και ο άνδρας το σμιλεύει ως μορφή και πράξη (η οποία καθορίζει το ανθρώπινο νοητικό και ηθικό είδος).

Στην πρώτη λοιπόν οντολογική λειτουργία το σέξ (ως φύλο και συνουσία) δεν ξεφεύγει από την ενστικτώδη διαγεγραμμένη οντολογική λειτουργία της αναπαραγωγής: θα πρέπει να προσέξουμε ότι το σέξ στο φυτικό και ζωϊκό  βασίλειο είναι υπακοή στην λογική ενστικτώδη οντολογική δύναμη: είναι η  ψυχρή  οντολογική λειτουργία πολλαπλασιασμού και ετεροδημιουργίας μορφών και ειδών: τα φυτά διά του Ηλίου δημιουργούν καρπούς όπως και τα δένδρα, τα ζώα (από τα άλογα έως τους ιχθύς και τα πτηνά) υπακούουν στη συνουσία ως οντολογική λειτουργία αναπαραγωγής. Σε αυτό το επίπεδο το sex (ως φύλο και συνουσία) υπακούει στο λόγο της συνέχειας χωρίς περαιτέρω στοιχεία λογικής και συναισθήματος (δεν υπάρχει η ηδονή ως φαντασίωση, ως απόλαυση, ως εναλλαγή συντρόφων): όλα υπακούουν στο σκοπό της αναπαραγωγής του είδους.

Η μυθολογία εξέλιξε την έννοια του σέξ: ο Δίας ως ταύρος κατακτά την Ευρώπη: η Ευρώπη δεν κατακτάται από τον ταύρο ως τέτοιο: άρα το ανθρώπινο σέξ περνά σε μία επόμενη λογική κατά βάση διάσταση: ο έλλογος άνθρωπος δεν υπακούει απλά στην λογική και μονότονη οντολογική δύναμη αναπαραγωγής: αρχίζει το μεγάλο όπλο του ανθρώπου, ο νούς, να διανθίζει με σκέψεις, συναισθήματα  και πράξεις το σέξ : ο Δίας χαίρεται να κατακτά την Γυναίκα, άρα σταδιακά ο Νούς του ανθρώπου γεννά σκέψεις και συναισθήματα και πράξεις μέσα από τη  σεξουαλική επαφή: αυτό έχει μία πολύ σημαντική συνέπεια: σταματά η συν-ουσία αρσενικού και θηλυκού να είναι μονότονη υπακοή στην οντολογική λογική χωρίς συναίσθημα συνέχεια του ανθρωπίνου γένους: ο ανθρώπινος νούς  δίδει νέες σκέψεις και συναισθήματα στη σεξουαλική επαφή: σαν την Αρτέμιδα που την κυνηγούν οι άρρενες δυνάμεις: οι άρρενες δυνάμεις που κυνηγούν την Αρτέμιδα (αιώνια Παρθένο) (όπως ο Ωρίωνας ο οποίος τελικά θα γίνει αστερισμός) αντιπροσωπεύουν την συναισθηματικά έλλογη νοητική εξέλιξη της σεξουαλικής δύναμης: σε σχέση με την ανάπτυξη του νοητικού Εγώ: όπως αποτυπώνεται στο ότι ο Δίας ως το απόλυτο νοητικό και συναισθηματικό και ηθικό Εγώ, κυνηγεί τις θήλειες υπάρξεις:

Ο άνδρας δεν θέλει τη σεξουαλική λειτουργία μόνον ως υπακοή στη σκληρή αναπαραγωγική οντολογική λειτουργία: ο νούς του Ελλόγου ανθρωπίνου Εγώ στηρίζει τη συνουσιακή λειτουργία στη διαφορά μορφής ανάμεσα στο θήλυ και στο άρρεν: έπειτα: προικίζει με ποικίλες σκέψεις την πλησίαση της θηλείας μορφής εκ μέρους του άρρενος: κατάκτηση, εξουσία, ικανοποίηση πόθου: αυτό το βλέπουμε έντονα και στο μύθο της γενέσεως: όταν οι πρωτόπλαστοι γεύθηκαν τη γνώση της ιστορικής τους συνεχείας τότε ο Αδάμ πόθησε ως Αντικείμενο Πόθου την Εύα και ο Δημιουργός θεός είπε ότι διά της συνουσίας θα έρχονται οι απόγονοι: αυτή όμως η συνουσία στηρίζεται στην απόκτηση της γνώσης του Εαυτού και της ιστορικής συνεχείας: άρα το σέξ ως λειτουργία εξελίσσεται μέσα από τη νοητική λειτουργία του ανθρώπου: ο άνθρωπος ως νοήμον υποκείμενο θεωρεί ότι ως Εγώ μπορεί να εκμεταλλευθεί και να ελέγξει εξουσιαστικά μέρος της οντολογικής δυνάμεως που τον καθοδηγεί: αυτό έχει ως συνέπεια μέσα από την ιδέα και τη φύση και το θεό (τα τρία στηρίγματα της ανθρώπινης εγωϊστικής ανεξαρτησίας) να αλλάζει ή να τροποποιείται η σεξουαλική συμπεριφορά.

Από τη μετάφρασή μου στο βιβλίο του Λόκ: δοκίμιο σχετικό με την ανθρώπινη νόηση.

 


Επιστολή στον αναγνώστη.

Αναγνώστη.

Παραδίδω στα χέρια σου αυτό το οποίο αποτέλεσε την ψυχαγωγία μου μέσα στις δικές μου άσκοπες και βαρετές ώρες.Εάν είναι τυχερό να αποδείξει κάποια πράγματα σε εσένα ,εάν έχεις τη μισή χαρά να το διαβάσεις σε σχέση με την απόλαυση που εγώ είχα όταν το έγραφα  τότε σε καμμία περίπτωση δεν θα σκεφθείς ούτε στο ελάχιστο για τα χρήματά σου,όπως εγώ σκέφθηκα  για τον κόπο μου,ότι τα έδωσες άδικα.Μην αποδώσεις  λανθασμένα κανένα έπαινο στη δουλειά μου.Επισης μην συμπεράνεις ότι επειδή ευχαριστήθηκα με την περάτωση της εργασίας μου αυτής  άρα  κατ΄ανάγκη είμαι συνεπαρμένος από την ικανότητά μου να  την τελειώσω.Αυτός ο οποίος διαδίδει αστεία πράγματα ,παντελώς ανώφελα ,δεν έχει κατώτερη ασχολία ,αν και το όλο θέμα είναι μία αδιάφορη ερευνητική ανησυχία,από αυτόν που ίπταται σε ευγενέστερα παίγνια.Πάντως σε κάθε περίπτωση είναι πολύ λίγο εξοικειωμένος με το υποκείμενο αυτής της πραγματείας ,τη νόηση,αυτός ο οποίος δεν ξέρει ότι επειδή αυτή η λειτουργία αποτελεί την πιο εξελίξιμη λειτουργία της ψυχής  ως εκ τούτου  ασχολείται αυτή η πραγματεία περισσότερο  από κάθε  άλλη με την πιο σπουδαία και αναγκαία  πνευματική απόλαυση.Η έρευνα που επιχειρείται γύρω από την αλήθεια μοιάζει με τον αγώνα του γυρολόγου και του κυνηγού,εκεί όπου η επιδίωξη της αλήθειας επιφυλάσσει την μεγαλύτερη ευχαρίστηση.Κάθε βήμα που το μυαλό καταφέρνει και επιτυγχάνει σε σχέση με τη νόηση αποτελεί μία  καινούργια ανακάλυψη ,η οποία δεν είναι μόνο  καινή,σε απόλυτο βαθμό,αλλά το καλύτερο,είναι με τη σειρά της πρόσκαιρη.

Όταν ομιλούμε για τη δύναμη της κατανόησης ,όπως παρόμοια για την ικανότητα της όρασης,το να χρησιμοποιούμε κριτήρια που εκπορεύονται μόνο από τη θέα των αντικειμένων είναι κάτι που αφαιρεί την ευχαρίστηση σε σχέση με το τι πραγματικά έχει ανακαλυφθεί.Κανείς δεν θα νοιώσει τύψεις για ό,τι θα έχει χαθεί διότι αυτό θα βρίσκεται στη σφαίρα του αγνώστου.Γι αυτό λοιπόν όποιος έχει θέσει εαυτόν πιο πάνω από κάθε καλάθι της ελεημοσύνης και δεν είναι ευχαριστημένος μέσα από μία ζωή τεμπελιάς όπου ζητιανεύει  ό,τι έχει μείνει από τις γνώμες άλλων,αποφασίζει να σκεφθεί  και να δουλεύσει  ώστε να εύρει και να ακολουθήσει την αλήθεια,αυτός –άσχετα με το τι θα ανακαλύψει-δεν θα χασει την ικανοποίηση του θηρευτή.Κάθε στιγμή της επιδίωξης της αλήθειας θα αμείβει τις στιγμές του πόνου του με τη χαρά της απόλαυσης ,και θα έχει κάθε λόγο να σκέφτεται ότι ο χρόνος του δεν πάει χαμένος,ακόμα και στην περίπτωση που δεν θα μπορεί να καυχηθεί για κάτι παραπάνω που θα έχει αποκτήσει.

Αυτή,αναγνώστη,είναι η ψυχαγωγία αυτών που αφήνουν να ελευθερωθούν οι  προσωπικές τους σκέψεις, τις οποίες ακολουθούν όταν συγγράφουν.Εσύ δεν πρέπει να τους φθονήσεις από τη στιγμή που σου παράσχουν την ευκαιρία μιάς παρόμοιας διασκέδασης ,εάν βέβαια εσύ αποφασίσεις να χρησιμοποιήσεις τις σκέψεις που σου γεννιούνται μέσα από τη μελέτη.Μαζί με αυτούς,εάν θέλεις θεωρώ και εσένα μαζί με αυτούς,τοποθετώ τον εαυτό μου.Αλλά τη στιγμή που αυτοί γίνονται πιστευτοί από τους άλλους δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία ποιοι είναι ,δεν ακολουθούν απλά την αλήθεια αλλά μία θεώρηση με περισσότερο νόημα.Δεν έχει καμμία σχέση τι λέει ή τι κάνει  αυτός που ομιλεί και σκέφτεται μόνο σαν δορυφόρος κάποιου.Εάν εσύ αξιολογείς σωστά τον εαυτό σου ,το ξέρω ότι θα κρίνεις με ζέση το όλο θέμα.Άρα έπειτα σε καμμία περίπτωση δεν θα ζημιωθώ ή θα προσβληθώ από την όποια επίκρισή σου.Γιατί,αν και είναι φυσικό ότι δεν υπάρχει τίποτε σε αυτή την πραγματεία το οποίο εγώ το  έχω γράψει χωρίς να πεισθώ ότι είναι αλήθεια,παρ΄όλα αυτά,όπως και εσύ θα δείς,θεωρώ ότι είμαι επιρρεπής στο λάθος.Να ξέρεις ότι αυτό το βιβλίο ως επιτυχία και αποτυχία χαρακτηρίζεται από τη στάση του αναγνώστη,όχι από την άποψη που εγώ έχω γι αυτό,αλλά από την άποψη που εσύ που θα το διαβάσεις έχεις για την πραγματεία που παραδίδω.Εάν εύρεις ότι λίγα καινούργια ή διδακτικά στοιχεία σου παρέχει μην κατηγορήσεις εμένα γι ΄αυτό.Αυτή η πραγματεία δεν προνοήθηκε γι αυτούς που έχουν ήδη εξειδικευθεί σε αυτά τα επιστημονικά πεδία και με αυτή τη λογική προχώρησαν σε λεπτομερή γνώση του βιβλίου.Αυτό το πόνημα γράφηκε για τη δική μου ανάγκη πληροφόρησης αλλά και για την ικανοποίηση λίγων φίλων οι οποίοι ομολογουμένως έως τώρα δεν έχουν μία σαφή και διαμορφωμένη γνώμη για το βιβλίο.Εάν θα ήθελα να σε σκοτίσω ακόμα περισσότερο με την ιστορία αυτής της πραγματείας θα μπορούσα να σου ειπώ ότι πέντε ή έξι φίλοι  καθώς με συνάντησαν στο δωμάτιό μου και άρχισαν μία συζήτηση για θέματα πολύ πέρα από τα θέματα αυτού του βιβλίου κατάλαβαν γρήγορα ότι αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες σε κάθε πλευρά των αντικειμένων  της συζήτησης.Αφού για λίγο ζαλίσαμε  τους εαυτούς μας χωρίς να καταφέρουμε να φθάσουμε σε μία επίλυση των αμφιβολιών που μας μπέρδευαν ,σκεφθήκαμε ότι ακολουθούσαμε λάθος σειρά.Άρα πριν αρχίσουμε να εξετάζουμε  θέματα τέτοιας δυσκολίας θα ήταν αναγκαίο να ερευνήσουμε τις ικανότητές μας ,βλέποντας όλα εκείνα τα αντικείμενα επάνω στα οποία η σκέψη μας θα μπορούσε να συμφωνήσει σε κάποια συμπεράσματα.Αυτό πρότεινα και στην παρέα και όλοι ώριμα συμφώνησαν.Αυτή λοιπόν ήταν και η πρώτη μας συμφωνία ότι με αυτό τον τρόπο θα πρέπει να εξετάσουμε το όλο ζήτημα.Μερικές βιαστικές σκέψεις που δεν είχαν αφομοιωθεί καλά ,επάνω σε πεδία σκέψης που δεν τα είχα καλά υπολογίσει από παλαιά ,τα οποία τα σημείωσα για την επόμενη συνάντησή μας,αποτέλεσαν την πρώτη προσέγγιση σε αυτή την πραγματεία η οποία λοιπόν άρχισε τελείως ευκαιριακά αλλά συνεχίσθηκε με χαρακτηριστική αφοσίωση.Είναι γραμμένη μέσα από ασυνάρτητες σημειώσεις.Έπειτα από μεγάλα διαστήματα παραμέλησης του όλου εγχειρήματος ,η συγγραφή ξανάρχισε στο βαθμό που η αίσθηση του χιούμορ  εκ μέρους μου και οι συνθήκες το επέτρεψαν.Τελικά ,τη στιγμή της αποχώρησής μου,όπου η παρακολούθηση της υγείας μου ,προσέφερε σε εμένα ελεύθερο χρόνο,εμφανίσθηκε αυτή η πραγματεία την οποία εσύ τώρα βλέπεις.

Αυτός ο περιστασιακός τρόπος γραψίματος πέρα από όλα τα άλλα,μπορεί να έχει δύο παράπλευρα και διαφορετικά μεταξύ τους σφάλματα.Δηλαδή μπορεί πολύ λίγα αλλά και πάρα πολλά να ειπωθούν για αυτό το βιβλίο.Εάν εσύ αναγνώστη εύρεις ό,τι χρειάζεσαι , θα ήμουν χαρούμενος επειδή αυτό το οποίο έχω επικαλεσθεί σου δίνει την επιθυμία να υποστηρίξεις ότι θα έπρεπε να είχα προχωρήσει περισσότερο.Εάν κάτι σου φαίνεται υπερβολικό θα πρέπει να μεμφθείς το πεδίο ερεύνης.Διότι από την πρώτη στιγμή που άρχισα να γράφω ,πίστευσα ότι όλα όσα θα έπρεπε να υποστηρίξω για αυτό το  αντικείμενο στοχασμού θα  έπρεπε να περιέχεται μόλις σε ένα φύλλο χαρτιού.Αλλά επειδή είχα την ανάλογη προοπτική προχώρησα αρκετά μακριά.Νέες ανακαλύψεις μου προσέφεραν ώθηση και με αυτό τον τρόπο δημιούργησα ασυναίσθητα το ογκώδες πόνημα που τώρα παρουσιάζεται.Δεν θα αρνηθώ ότι ίσως θα έπρεπε να εκτείνεται σε λιγότερη έκταση από αυτή που τώρα κατέχει.Επίσης δεν θα αρνηθώ ότι κάποια μέρη  του βιβλίου ίσως θα έπρεπε να περικοπούν.Ο τρόπος με τον οποίο το βιβλίο έχει γραφεί ,μέσα από τυχαίες συλλήψεις ,αλλά και το ότι συχνά σταματούσε η συγγραφή,όλα αυτά είναι ικανά να προκαλέσουν πολλές επαναλήψεις.Αλλά για να ειπώ την αλήθεια ,τώρα  είμαι πολύ οκνηρός ή πολύ απασχολημένος για να κάνω αυτό το βιβλίο μικρότερο.

Δεν αγνοώ το γεγονός πόσο λίγο λαμβάνω υπ΄όψιν τη φήμη μου,όταν εν γνώσει μου αφήνω αυτό το σύγγραμμά μου να προχωρήσει με λάθη ικανά να αηδιάσουν και τον πιο νουνεχή μελετητή,ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι ο πιο καλοδιάθετος αναγνώστης.Αλλά αυτοί οι οποίοι γνωρίζουν ότι η νωθρότητα είναι ικανή να ικανοποιεί  τον εαυτό της με πολλές δικαιολογίες,θα με συγχωρήσουν για το ότι η δική μου οκνηρία υπερίσχυσε επάνω μου και σε θέματα για τα οποία νομίζω ότι διαθέτω πολύ καλές δικαιολογίες.Δεν πρόκειται βέβαια να ισχυρισθώ σαν  υπεράσπισή μου ότι η ίδια παρατήρηση ,έχοντας κάποιες διαφορετικές όψεις ,θα μπορούσε κατάλληλα και με αναγκαίο τρόπο να αποδείξει ή να διαφωτίσει διάφορα μέρη της ίδιας αυτής πραγματείας.Το ίδιο έχει συμβεί σε πολλά κεφάλαια αυτού του βιβλίου.Αλλά ,υποστηρίζοντας όλα αυτά,ειλικρινά θα ομολογήσω,ότι συχνά έχω επικαλεσθεί το ίδιο επιχείρημα και βέβαια το εξέφρασα με πολλούς τρόπους μέσα από ένα τελείως διαφορετικό σχέδιο.Προσποιούμαι  ότι δεν θα δημοσιεύσω αυτή την πραγματεία προκειμένου να προσφέρω πληροφορίες σε ανθρώπους έξυπνους και με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αντιληπτική ικανότητα.Σε τέτοιους επαΐοντες της γνώσης παρουσιάζω τον εαυτό μου ως μαθητούδι και άρα τους προειδοποιώ εκ των προτέρων να μην περιμένουν τίποτε παραπάνω εδώ παρά μόνο ό,τι έχει προχωρήσει αρκετά από τις χοντροκομμένες σκέψεις μου και αυτό τελικά ταιριάζει σε ανθρώπους του δικού μου μεγέθους ,στους  οποίους  ,ίσως, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απαράδεκτο το ότι έχω επίπονα προσπαθήσει να καταστήσω ξεκάθαρες και οικείες στη σκέψη τους μερικές αλήθειες τις οποίες καθιερωμένες προλήψεις αλλά και η ασαφής διατύπωση  των καθ εαυτών ιδεών έχουν καταστήσει δύσκολες στην κατανόησή τους.Κάποια πεδία σκέψεις πρέπει να ιδωθούν από άλλες πλευρές επίσης.Όταν η παρατήρηση σε ένα ερευνητικό πεδίο είναι καινούργια,όπως έχω παραδεχθεί ότι κάποιες είναι σε εμένα,ή εάν κάποιες σκέψεις είναι έξω από την παραδοσιακή οδό,όπως υποψιάζομαι ότι κάποιες σκέψεις μου εδώ με αυτόν τον τρόπο θα εμφανισθούν σε κάποιους,δεν είναι απλό στη θεώρησή του το γεγονός ότι κάθε νόηση θα παραδεχθεί αυτή την προσπάθεια,ή θα την καθιερώσει μέσα από μία ξεκάθαρη και διαρκή αποτύπωση.Υπάρχουν κάποιοι πιστεύω,οι οποίοι δεν έχουν παρατηρήσει είτε στους εαυτούς τους είτε σε άλλους ότι αυτό το οποίο έχεις στοχεύσει φαίνεται από τη μία πλευρά δύσκολο αλλά μέσα από ένα άλλο τρόπο έκφρασης παρουσιάζεται πολύ καθαρό και ευφυές.Αν και εν τέλει το μυαλό λίγες διαφορές ανακάλυψε  στις φράσεις και αναρωτήθηκε γιατί κάποιος απέτυχε να γίνει  κατανοητός περισσότερο από έναν άλλο;

Γιατί το 1974 δεν υπήρχαν ντόπιοι τουρκοκύπριοι στην Κύπρο;

 


Γιατί το 1974 δεν υπήρχαν ντόπιοι τουρκοκύπριοι στην Κύπρο;

Το 1974 όταν έγινε ο Αττίλας Ι και ΙΙ, δεν υπήρχαν τουρκοκύπριοι στη νήσο της Κύπρου.  Υπήρχαν τούρκοι μεταφερόμενοι προκειμένου να ολοκληρωθεί το σχέδιο το οποίο είχε εξυφανθεί από τη  Μεγάλη Βρεττανία  ώστε η νήσος να μην ενωθεί με την Ελλάδα, αλλά ως ανήκουσα σε ντόπιους Ελληνοκυπρίους και σε τούρκους μεταφερομένους εποίκους (οι οποίοι κατονομάσθηκαν τουρκοκύπριοι) να καταστή με αυτές τις δύο πληθυσμιακές ομάδες ανεξάρτητο κράτος, εύκολα ελέγξιμο και διαχειρίσιμο, μέσα από λύσεις όπως η εισαγωγή της στην ευρωπαϊκή ένωση.

 Αλλά γιατί το 1974 δεν υπήρχαν τουρκοκύπριοι στη νήσο της Κύπρου; Με βάση τη συνθήκη της Λωζάννης η Βρεττανία οριστικοποίησε την κατοχή της νήσου, μόνον αυτή, οι τούρκοι επίσημα απώλεσαν κάθε κυριαρχικό δικαίωμα επάνω στην  Κύπρο, το υπέγραψαν φαρδιά πλατιά, δίδοντας τη  νήσο στους Άγγλους και μόνο.  Μέσα από τα άρθρα 16 και 22 η τουρκία αποποιήθηκε κάθε δικαιώματος επί της Κύπρου και των άλλων νήσων εκτός της περιφέρειάς της, δίδοντάς τα αποκλειστικά στους Βρεττανούς (κάθε δικαίωμα κατοχής και εκμετάλλευσης): συζητούμε βέβαια για την Ελληνική μακραιώνως Κύπρο. Οι εγκατεστημένοι τούρκοι επί της νήσου Κύπρου ( τουλάχιστον έως τον Νοέμβριο του 1914) είχαν δύο εναλλακτικές λύσεις: είτε να μείνουν στη νήσο αλλά ως Βρεττανοί και όχι τούρκοι πολίτες, λαμβάνοντας την Βρεττανική και μόνον υπηκοότητα, ή να φύγουν προς την Μικρά Ασία λαμβάνοντας την τουρκική υπηκοότητα, ως τούρκοι στην τουρκία. Το όριο ήταν το 1927, παρόμοιος όρος υπήρξε και σε συμφωνία της βρεττανίας πρίν τον  α΄παγκόσμιο πόλεμο, η οποία δεν υλοποιήθηκε λόγω των πολεμικών συνθηκών.

Η μετανάστευση τουρκοκυπρίων στην τουρκία (ήταν περί τις 61.000 οι τουρκοκύπριοι πρίν τη συνθήκη της Λωζάννης στο νησί της Κύπρου) ξεκίνησε με 6-8.000 περίπου ψυχές, σταδιακά θα μπορούσε η μετανάστευση αυτή να χαρακτηρισθεί ως αθρόα, για τον απλούστατο λόγο ότι η  τουρκική κυβέρνηση προσέφερε ως δέλεαρ την κλαπείσα περιουσια των Μικρασιατών η οποία εξ΄ολοκλήρου περιήλθε στα χέρια των τουρκοκυπρίων οι οποίοι ζούσαν πλέον ως ακραιφνείς τούρκοι στην Μικρά Ασία και αλλού. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι καθ΄όλη τη μετανάστευση των τουρκοκυπρίων προς τη Μικρά Ασία προκειμένου  ως τούρκοι πολίτες να ζήσουν στη νέα τους πατρίδα, τουρκικές εφημερίδες αλλά και τούρκοι επίσημοι προπαγάνδιζαν τα καλά της μικρασιατικής πλουσίας γής, η οποία για ευνοήτους λόγους είχε πολλά να προσφέρει στους νέους τούρκους πλέον εποίκους. Η Κύπρος πλέον έμεινε με ακραιφνείς βρεττανούς πολίτες, οι τελευταίοι των οποίων πήραν κανονικότατα την βρεττανική και μόνο υπηκοότητα πολιτογραφημένοι ως Βρεττανοί πολίτες.

Το πρόβλημα ανεφύη όταν οι τουρκοκύπριοι έφθασαν στη Μικρά Ασία: έχει να κάνει με το εξής: οι περιουσίες των μικρασιατών ήταν προϊόν μακράς και επίπονης δουλείας και ικανότητας: οι τουρκοκύπριοι όταν έφθασαν στην τουρκία και πήραν τις περιουσίες των μικρασιατών , αφενός έπρεπε να τις αναστήσουν (ήταν  κατεστραμμένες μέσα από τον  μικρασιατικό πόλεμο) αφετέρου έπρεπε να τις εξελίξουν δημιουργικά όπως οι προκάτοχοί τους μικρασιάτες: δεν τα κατάφεραν: από την άλλη πλευρά οι Βρεττανοί απαγόρευαν σε μικρασιάτες πρόσφυγες  να φύγουν προς την Κύπρο, βλέποντας τα μελλοντικά  γεωπολιτικά τους βρεττανικά σχέδια άρχισαν και πάλι να προσηλυτίζουν τους τούρκους που είχαν φύγει από την Κύπρο προς την  Μικρά Ασία να επιστρέψουν στην Κύπρο: όμως σύμφωνα με τη συνθήκη των Λωζάννης  μόνον ως Βρεττανοί υπήκοοι θα μπορούσαν να επιστρέψουν: σταδιακά φαίνεται ότι αυτό δεν τηρήθηκε στην προσπάθεια των Άγγλων να δημιουργήσουν μία τουρκοκυπριακή αντικοινότητα στην Ελληνοκυπριακή αντίστοιχη προκειμένου μέσα από την διχοτόμηση της νήσου να την εγκαταλείψουν αλλά να την ελέγξουν μέσω αυτών των κοινοτήτων.

Η μονογαμία ως στάδιο εξέλιξης του Εγώ (του Ενός Εαυτού).

 


Η μονογαμία ως στάδιο εξέλιξης του Εγώ (του Ενός Εαυτού).

Πότε γεννήθηκε η έννοια του γάμου; Μάλλον πότε γεννήθηκε η έννοια της ένωσης του άρρενος και του θήλεος; Ακόμα καλλίτερα: πότε γεννήθηκε η έννοια της ένωσης; Η απάντηση φαντάζει απλή: όταν ετοιμάσθηκε το άρρεν και το θήλυ. Άρα η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στη μονογαμία και στην πολυγαμία δεν είναι ότι η πρώτη είναι ηθική και η δεύτερη ανήθικη (αυτή η απλοϊκότητα η οποία στηρίζεται στο ότι αυτό που λέγει η γραφή είναι ηθικό κάθε τι άλλο είναι ανήθικο δεν έχει διασκεπτική προσφορά παρά μόνον ηθική ήρεμη ακινησία η οποία δεν βοηθεί στην ανάλυση καταστάσεων). Άρα πρώτα ετοιμάσθηκαν το άρρεν και το θήλυ και έπειτα ή έννοια της ένωσης αυτών: Επίσης ανάλογα με την ένωση κατανοούμε το θεολογικό και κοινωνικό αλλά και το πολιτικό υπόβαθρο των ιστορικών εποχών.

Είναι σαφές λοιπόν ότι υπήρξε εποχή κατά την οποία το θήλυ και το άρρεν δεν είχαν διακριτούς ρόλους άρα δεν υπήρχε λόγος να ενωθούν. Η χαοτική οντολογική πορεία είχε έχει και θα έχει πολλούς τρόπους ανακατανομής της δυνάμεώς της: άρα υπήρξε εποχή κατά την οποία η ζωή ερχόταν μέσα από την ανακατανομή της μίας κυρίας οντολογικής δυνάμεως η οποία αυτοκατένειμε τον εαυτό της σε  νέες μορφές και είδη: Αυτό ως ανάμνηση ισχύει στα πρωτόζωα (αμοιβάδες) οι οποίες αυτοαναπαράγονται ως μία αυτοκατανεμηθείσα οντολογική δύναμη. Δεν έχουμε καμμία εμπειρία από τέτοιες εποχές, μάλιστα θα λέγαμε ότι μας φαίνεται πολύ παράξενο να προχωρεί η ζωή χωρίς άρρεν και θήλυ: Θα μπορούσαμε όμως να ερωτήσουμε η γαία και ο ουρανός δεν είναι τμήση και διχοτόμηση της μίας δυνάμεως η οποία αυτοδιαιρέθηκε σε δύο μέρη; Ο Ησίοδος συζητεί ότι από το Χάος προήλθε η Ζωή  όπως και ο Όμηρος  συζητεί ότι εις το Χάος επιστρέφουμε, άρα το Χάος αυτομερίζεται και δημιουργεί την Ημέρα, η Ημέρα υπό το Φώς του Ηλίου διαμοιράζει τη δύναμη σε ενέργεια ως μεταφορά  (θήλυ) και μορφική εκμετάλλευση  αυτής της ενεργείας (άρρεν): για αυτό ο Δίας (ειδικά στον  Προμηθέα Δεσμώτη) δεν κατηγορείται από τον Προμηθέα ως κακός παραγωγός της οντολογικής και κοσμικής ενεργείας αλλά ως κακός διαχειριστής: για αυτό εξάλλου και το όνομα του Διός παράγεται από το ρ.δαίω μοιράζω, είναι ο διαμοιραστής των ήδη υπαρχουσών θηλέων φυσικών δυνάμεων: άρα σταδιακά οι άνθρωποι ακολουθούν το ότι μία οντολογική δύναμη διχοτομήθηκε, η γαία και ο ουρανός, αυτό σταδιακά δίδει δύο νέους ρόλους συνεχείας της οντολογικής δυνάμεως : το θήλυ διά του άρρενος, συεχίζουν την οντολογική κατανομή δυνάμεων.  

Είναι σοβαρό λοιπόν να κατανοήσουμε ότι το άρρεν και το θήλυ είναι τρόποι συνεχείας  αλλά και διαχείρισης της μίας οντολογικής δυνάμεως: Είναι η περίφημη αρχή της μίττωσης εκ της οποίας το ζυγωτό διαιρείται και παράγει διά του θήλεος και άρρενος ζωή συνεχείας, έως τον επόμενο τρόπο της οντολογικής χαοτικής πορείας. Αυτό το κατανοούμε πολύ καλά μέσα από τα γραφόμενα στη γένεση: ο θεός της γενέσεως πρώτα μορφοποιεί τις οντολογικές δυνάμεις ως φύση, σύνολο ιδιοτήτων και τρόπου πορείας (φτιάχνεται η οικία μέσα στην οποία θα ζήσουν οι άνθρωποι, η φύση γίγνεται το καταφύγιο του ανθρώπου ο οποίος αποκόπτεται από το ον ως τέτοιο και πλέον θα πορευθεί ως άρρεν και θήλυ). Έπειτα φτιάχνεται ο Αδάμ και βέβαια η Εύα: δεν πρέπει να φάγουν το μήλον της αναμνήσεως, για να θυμηθούν πώς θα συνεχίσουν την οντολογική αποστολή τους δημιουργώντας την ανθρωπίνη ιστορία: παρατηρούμε λοιπόν στη γένεση την έννοια της διαίρεσης: η μία οντολογική δύναμη διαιρείται σε φύση (θήλυ) και μορφή διαχείρισης της φύσης (άρρεν): για αυτό  λέγει ότι το θήλυ δημιουργήθηκε από το πλευρό του Αδάμ: Διά του Αδάμ η προϋπάρχουσα αυτού φύση αποκολλάται ως τρόπος μορφοποίησης και ως κομμάτια δυνάμεων φτιάχνει το ανθρώπινο σύμπαν.

Άρα λοιπόν το ανθρώπινο σύμπαν στηρίζεται στην διαίρεση: η μία οντολογική δύναμις κατανομής μορφών και δυνάμεων διαιρείται: ο τρόπος είναι κοινός: το ένα μέρος  είναι οι συσσωρευθείσες οντολογικές δυνάμεις οι οποίες θα κτίσουν την ανθρώπινη ιστορία: γεννιούνται, φύουν, αυτές οι δυνάμεις (φύση) μέσα από τα σπλάχνα του όντος: ο άνθρωπος κλείνεται σε αυτό το σπίτι δυνάμεων και με αυτές κτίζει τον κόσμο των ανθρώπων: η θηλυκή συσσώρευση δυνάμεων επιφέρει την άρρενα εκμετάλλευση αυτών: ως ο οικοδόμος: συλλέγει τα υλικά και με αυτά κτίζει την οικοδομή.

Για αυτό οι πρωταρχικές δυνάμεις του όντος (όπως έχουν σωθεί σε ελάχιστα κοσμοθεωρητικά γραπτά (Ησίδοος , Όμηρος κ.λ.π) είναι άφυλες: οι Γίγαντες και οι Τιτάνες σε μεγάλο βαθμό παρουσιάζονται ως άφυλα τέρατα, μετά από αυτά τα τέρατα παρουσιάζεται ο Έρωτας όταν διά της διαίρεσης πλέον πλάθεται η Νύκτα (πρώτη προτύπωση του θηλυκού) και η Ημέρα (διά του Ηλίου η προτύπωσις του άρρενος Νοός (οι προσδιορισμοί άρρεν και θήλυ (ακόμη) δεν έχει καμμία σχέδη με την έμφυλη μετέπειται ταυτότητα: είναι ο οντολογικός τρόπος μεταφοράς δυνάμεως (θηλυκή Νύκτα) και ο τεκτονισμός αυτής (άρρεν Ημέρα): η έμφυλη ταυτότητα  είναι η μετέπειτα πολιτική ταυτοποίηση αυτών των οντολογικών κατ΄αρχάς ταυτοτήτων.

Απόσπασμα από το βιβλίο μου: πέρα από τη ζωή και το θάνατο.

 


Εισαγωγή και Πρόλογος.

Αναμφίβολα οι δύο πύλες μέσω των οποίων έχει μάθει να διέρχεται πλέον κάθε ανθρώπινη ύπαρξη είναι η ζωή και ο θάνατος. Οι Συμπληγάδες πέτρες αυτού του πολιτισμού είναι η ζωή και ο θάνατος.Δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος ο οποίος να μην γνωρίζει τις θεμελιώδεις αυτές έννοιες, ίσως για αυτό το λόγο ο Kantθα τις είχε κατατάξει στις καθ΄εαυτές apriori πρωτογνώσεις, καθαρές πρωτογνώσεις, του ανθρώπου. Εάν όμως σκεφθούμε ότι ο άνθρωπος ο οποίος πορεύεται αιώνες τώρα μέσα στην ποικίλη άγνοια και την αδυναμία να κάνει πάντα όσα σκέφτεται, τότε θα σκεφθούμε ίσως ότι και αυτή η σκέψη περί της ζωής και του θανάτου είναι αρκετά σφαλερή, ίσως μάλιστα έχει αντικαταστήσει μία σωστότερη και οντολογικότερη θέαση αυτών των δύο καταστάσεων.

Η ζωή λοιπόν και ο θάνατος δεν απουσιάζουν από καμμία θεολογία και φιλοσοφία, έχουν μάλιστα κινήσει την παγκόσμιο ιστορία διότι από αυτές τις δύο δυνάμεις αρπάχθηκε ο άνθρωπος προκειμένου να κτίσει τα φιλοσοφικά του αλλά και τα θεολογικά του συστήματα, τα οποία πολύ χρησιμοποίησαν την αγάπη προς τη ζωή και το φόβο προς το θάνατο. Πράγματι μέσα στην πορεία της ανθρώπινης ζωής, αυτές οι δύο αναλυόμενες εδώ πύλες της ανθρώπινης και όχι μόνον πορείας, χρησίμευσαν ως μαγνήτες, έλκυσαν εκατομμύρια ανθρώπων, γέννησαν και δημιούργησαν πολλούς θεούς και σκεπτικά συστήματα, φόβησαν αλλά και χαροποίησαν πάμπολλους ανθρώπους, ζώα και λοιπές έμψυχες μορφές.

Η ζωή και ο θάνατος αποτελούν πλέον οντολογικά όρια και απευθύνονται μόνον σε έμψυχα όντα. Και αυτό είναι η αιτία εκ της οποίας αρυόμενος κάποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει και τις δύο αυτές ιδιότητες του όντος (;) ή ακόμα και να τις αρνηθεί. Η ζωή και ο θάνατος πράγματι αποτελούν διασπαστικά όρια μέσα στο σύμπαν, είναι αυτές οι δύο επιβληθείσες έννοιες (καταστάσεις) οι οποίες διαχώρισαν τις οντικές κατανομές δυνάμεων σε ζωντανές και νεκρές, σε έμψυχες και άψυχες, και κανείς πραγματικά δεν μπορεί να σκεφθεί μία άλλη θεώρηση της ζωής πέρα από τις παρεδεδομένες ζωντανές και νεκρές θεωρήσεις των όντων. Το διπολισμό της ζωής και του θανάτου οι προσαρμοσμένοι σε αυτόν τον κόσμο και τις θεωρήσεις του φιλόσοφοι, τον συνταίριαξαν σε κάθε θεώρηση περί του πνεύματος και της ψυχής και του σώματος. Λανθάνοντας ότι το Όν είναι μία διαρκής συνέχεια ανακατανεμηθεισών δυνάμεων οι φιλόσοφοι μέσα από τιις παρωπίδες της ζωής και του θανάτου, μέσα από τις συμπληγάδες  πέτρες αυτές, προσπάθησαν να ελέγξουν κάθε ανθρώπινη κίνηση, επιβίωσαν μόνον όσοι πέρασαν από αυτές τις  συμπληγάδες  πέτρες προσαρμοσμένοι στη ζωή και το θάνατο και σε όσες παραμέτρους νοητικές και ηθικές επινοήθηκαν ώστε απόλυτα να ελεγχθεί η ανθρώπινη ζωή.

Ως εκ τούτου πραγματικά οι έννοιες και συλλήψεις της ζωής και του θανάτου (οι οποίες διαλύουν κάθε έννοια συμπαντικής διαδοχής δυνάμεων και ενεργειών) εδημιούργησαν το μικροσύμπαν μέσα στο οποίο ζούμε, εγέννησαν τις ανύπαρκτες οντολογικά μεταβλητές του σώματος και του πνεύματος και της ψυχής, καθόρισαν τις σκέψεις και τις δράσεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων, τους θεούς και τους τύπους των ανθρώπων που επιθυμούν να έχουν, τον τρόπο που πορεύονται και ατενίζουν τον κόσμο γύρω τους.

Σαφέστατα η υιοθέτηση των υπάρξεων της ζωής και του θανάτου καθιέρωσαν τον τρόπο ιστορικής πορείας των ανθρώπων, ακόμα και των πλέον προηγμένων νόων. Ίσως απετέλεσαν λέξεις βάσει των οποίων συνεννοούνται πλέον οι άνθρωποι, διότι εάν κανείς προσφέρει άλλη θεώρηση του σύμπαντος και της πορείας του ίσως δεν γίνει αντιληπτός από κανένα. Η ζωή και ο θάνατος καθιέρωσαν τον τρόπο πορείας του σύμπαντος και είναι βέβαια πολύ πιθανόν το σύμπαν ως τέτοιο να μην γνωρίζει τίποτε για τη ζωή και το θάνατο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και οι οντολόγοι προσωκρατικοί δεν κινήθηκαν παραγωγικά (από το σύμπαν ως τέτοιο προς τα όντα) αλλά καθαρά επαγωγικά από τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων προς τον τρόπο δράσης του σύμπαντος. Ας ασχοληθούμε συνοπτικά με τον Αναξίμανδρο : ήταν αδύνατο για τον μεγάλο αυτό φιλόσοφο να σκεφθεί πέρα από τις δυνάμεις του ζεστού και του κρύου, όμως το ζεστό και το κρύο αποτελούν καταστάσεις ανθρώπινες τις οποίες το Όν δεν βιώνει, όπως δεν βιώνει τη φθορά και την αφθαρσία, καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι όλες οι έννοιες που κυβέρνησαν την ανθρώπινη ζωή, άρα και η ζωή και ο θάνατος δεν έρχονται από το σύμπαν προς τον άνθρωπο αλλά αντίστροφα από τον άνθρωπο προς τις συμπαντικές δυνάμεις, γι αυτό εξάλλου προκύπτουν και οι θεοί προκειμένου οι άνθρωποι να φτιάξουν όσα περισσότερα σκαλοπάτια μπορούν στη σκάλα προς τον ουρανό.

Η διαπίστωση ότι ο κυριότερος ίσως μαθητής του Σωκράτους είναι ο Ευκλείδης, ο δημιουργός της εφηρμοσμένης Γεωμετρίας με σχήματα και γραμμές, δεν είναι καθόλου άσχετη με το όλο θέμα μας εδώ. Στο πέρασμα του Χρόνου η ανακατανομή των οντικών δυνάμεων ωδήγησε στη συρρίκνωση των οντικών δυνάμεων προκειμένου να ξεπηδήσει ένας ακόμη πλανήτης εξάντλησης των οντικών δυνάμεων, και αναφερόμαστε στη γή. Αυτό σηματοδοτεί και η τιτανομαχία. Το άπειρο του όντος πρέπει να γίνει συγκεκριμένο ως δύναμη και μορφή. Ο κόσμος μικραίνει και χωρεί σε 12 δυνάμεις, θεών, όμως αυτό δεν φθάνει για να ελεγχθούν άνθρωποι και πορείες. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι για τον ανθρώπινο έλεγχο, προκειμένου να ελεγχθεί ο άνθρωπος ως πορεία και μορφή δεν επαρκούσε η μίκρυνση  του κόσμου. Εντάξει, το άπειρο έγινε ο μικρόκοσμος της αντιληπτικής μας ικανότητας, θείας και ανθρώπινης. Πλέον ως κόσμος εννοείται όχι το αχανές όν αλλά ο κόσμος ο οποίος υπακούει σε τρείς προϋποθέσεις: