1δ. Το Είναι και οι λέξεις.
Αναμφίβολα οι λέξεις ως όργανα της γλώσσας αποτελούν τον μετέπειτα άγρυπνο φρουρό και δεσμοφύλακα του ανθρωπίνου Νοός και της Ανθρωπίνης πράξης. Δεν είναι τυχαίο ότι η γλώσσα ως σύνολο σημείων δεν προέκυψε από τον «αμόρφωτο» κόσμο (ο οποίος κόσμος όσο δεν υπήρχε η γλώσσα δεν ήταν ούτε μορφωμένος ούτε αμόρφωτος αλλά όλοι οι άνθρωποι ήταν συμπαντικώς καλλιεργημένοι) αλλά ξεκίνησε από τα ανάκτορα, ως λογική σημείων τα οποία θα διαβάζονται από την άρχουσα τάξη: το σκεπτικό ήταν απλό και σήμερα μπορούμε να το κατανοήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα (εάν θέλουμε, εάν θέλουμε να πούμε αλήθειες για τη γλώσσα ώστε να σταματήσουμε να είμαστε ανοήτως γλωσσόπληκτοι).
Αυτό το οποίο πραγματικά θα πρέπει να μας προβληματίσει είναι το ότι δεν υπήρχε πάντοτε η γλώσσα ως λεκτική επικοινωνία, ως σύνολο φωνημάτων τα οποία απαιτούν το σύνολο των ανθρωπίνων αισθήσεων προκειμένου να υπάρξει νοηματική επαφή ανάμεσα στους ανθρώπους. Η γλώσσα ως σύνολο λεκτικής επικοινωνίας εγκαινιάζει την καθαρά αισθητική εποχή της ανθρωπίνης επικοινωνίας, την καθαρά σωματική επαφή ανθρωπίνης επικοινωνίας, όταν οι άνθρωποι ανεκάλυψαν την δύναμη του μεταποιημένου πνεύματος ως σώματος το οποίο μπορεί να λάβει την αποστολή ως σώμα να εγκαινιάσει την εποχή της επικοινωνίας. Πότε πραγματικά ξεκινά αυτή η εποχή.
Ας προσέξουμε: πότε ξεκινά η σωματική εποχή των ανθρώπων: πότε η σωματική επαφή καθορίζει την εξέλιξη των ανθρώπων; Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την Γιγαντομαχία και την Τιτανομαχία, σίγουρα τα Ομηρικά και Ησιόδεια Έπη στηρίζονται στην πλήρη σωματική άρα και λεκτική επαφή όχι μόνον μεταξύ των ανθρώπων αλλά και μεταξύ θεών και ανθρώπων. Ειδικά στο διάλογο του Αισχυλικού Προμηθέως παρατηρούμε την έλλειψη πνευματικής επαφής και την απαρχή σωματικής πρακτικής επαφής ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους, κάτι το οποίο απαιτεί ένα νέο επικοινωνιακό εργαλείο όπως είναι οι λέξεις.
Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: μέσα στο χαοτικό Σύμπαν, σε αυτό που έχουμε πλήρως ξεχάσει αλλά και σε αυτό το οποίο ενθυμούμεθα διότι εμείς ως γενεά ανθρώπων το έχουμε δημιουργήσει συμβαίνουν και θα συμβαίνουν όλα: σταδιακά και κλιμακούμενα. Υπήρχε εποχή κατά την οποία η μεταφορά δυνάμεως ως τέτοια από το ένα όν στο άλλο ήταν η επικοινωνία των.Μετέπειτα αυτή η επικοινωνία μετουσιώθηκε σε επαφή μέσω ενεργειών: δηλαδή: εκμεταλλευόταν τα σημεία φωτιάς που θα μπορούσαν να σταλούν: επίσης: ο νούς ως μεταφορά μηνυμάτων ως τέτοιων ήταν τρόπος ομιλίας ανάμεσα στα όντα: Ας αναφέρουμε ως παράδειγμα τις θεότητες των Γνωστικών (Επίνοια, Σοφία κ.λ.π) δυνάμεις οι οποίες επικοινωνούσαν χωρίς λέξεις αλλά διά των ήδη υπαρχουσών πνευματικών δυνάμεων. Επίσης όσο περισσότερο επικρατούσε η σωματική φύση των όντων εκέρδιζε έδαφος η φωνηματική επαφή: κραυγές αρθρώσεις φωνών διά της εκμετάλλευσης του αέρος στο φάρυγγα.
Ας συνδυάσουμε την προσωκρατική φιλοσοφία με όλα αυτά: τι έκαναν πραγματικά οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι; Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι εισήγαγαν την δύναμη των υλικών στοιχείων στην ανθρώπινη ζωή: και ακόμα: εισήγαγον την δύναμη η οποία κρύπτεται εντός των φυσικών στοιχείων (ύδατος, πυρός, αέρος, γαίας) στην ανθρώπινη ζωή ως δύναμη ζωής, δημιουργίας, εξέλιξης και προόδου: άρα διέκριναν το κάθε στοιχείο σε εξωτερική δύναμη και σε εσωτερική δύναμη: άρα διά αυτού του τρόπου τα στοιχεία της φύσης ( ο αέρας επί τω προκειμένω) εισήλθαν στην ανθρώπινη ζωή: άρα ο άνθρωπος έμαθε ότι θα πρέπει να ζήσει σε σχέση με τη φύση, με την εκμετάλλευση των στοιχείων της φύσης: είχε ήδη ξεκινήσει ο υλικός πολιτισμός όπως πολύ καλά βλέπουμε στην Γεωμετρική, Αρχαϊκή και μεταΟμηρική εποχή.
Άρα οι άνθρωποι χρειάζονταν ένα σύστημα επικοινωνίας το οποίο θα ικανοποιούσε το ότι πλέον έπρεπε να επικοινωνήσουν ως φυσικά πραγματικά ενσώματα όντα: εντός των τεσσάρων φυσικών στοιχείων τα οποία θα έπρεπε σε όλα τα επίπεδα (άρα και στην επικοινωνία) να καθορίσουν και να κατευθύνουν την ζωήν των. Η ανακάλυψη της γλώσσας σήμανε το τέλος της πνευματικής ενορατικής ως τέτοιας επικοινωνίας των ανθρώπων (οι άνθρωποι πλέον πιστεύουν και γνωρίζουν ό,τι λέγεται) επίσης σήμανε το τέλος της θεώρησης του ανθρώπου ως δυνάμεως χαοτικής πορευομένης στο σύμπαν (πλέον και σταδιακά ο Άνθρωπος θα γίνει ό,τι μπορεί ο Λόγος να καθορίσει από γενεά σε γενεά).
Όλα αυτά κατά τον καλύτερο τρόπο τα βλέπουμε στον Ανθρωποκεντρικό Όμηρο: ο Όμηρος χωρίς τις λέξεις είναι νεκρός: οι λέξεις είναι αυτές οι οποίες προσφέρουν την επικοινωνία ανάμεσα στους Ανθρωπόμορφους θεούς και στους Ανθρώπους αλλά και στους Ανθρωπόμορφους θεούς μεταξύ τους.Ο Όμηρος είναι ο εισηγητής της λεκτικής δυνάμεως ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους άρα είναι αυτός ο οποίος καθορίζει τις λέξεις ως τα όρια του κόσμου και του ανθρώπου: ομιλώ άρα υπάρχω θα μας είπει ουσιαστικά ο Όμηρος.
Ας προχωρήσουμε ολίγον περαιτέρω: ας λάβωμεν μία Ομηρική λέξη εις την τύχην: λευκώλενος: η Ήρα είναι λευκοχέρα. Πώς γεννήθηκε η λέξη αυτή; Κατ΄αρχάς άς δούμε τα επίπεδα της λέξης:
1.Η λέξη αυτή καλύπτει την πνευματική εσωτερική ανάγκη των ανθρώπων να υμνήσουν την λευκότητα διότι τους κάνει εντύπωση λόγω του ηλιακού φωτός (είναι το λευκό αποτύπωση του ηλιακού φωτός).
2.Άρα η λέξη αυτή μεταφέρει ένα διαμορφωμένο δομημένο κτίσμα: ο άνθρωπος αποτάσσει το σκότος και επιθυμεί του φωτός, του λευκού. Άρα η λέξη αυτή γίγνεται όριο ανάμεσα στο σκότος και στην ομορφιά του λευκού. Η Λέξη δημιουργεί (πνευματικά αλλά σταδιακά και πραγματικά) τύπο κόσμου και τύπο ανθρώπου: πρέπει όλα να φωτίζονται για να αποτελούν Άνθρωπο και κόσμο ως ωραιότητες.
3.Από εκεί και πέρα: η ενατένιση του Ηλίου κινεί το γλωσσικό σύστημα του ανθρώπου, του εισπνεομένου αέρος, τα υγρά σύμφωνα λ,ρ κινούνται διότι η γλώσσα θέλει εναγωνίως να εκφράσει την ευαρέσκειά της προς τον Ήλιο: το Λ προτάσσεται ως κίνηση της γλώσσας και σταδιακά το Λευκός γεννάται: άρα το Λευκώλενος είναι όριο ανάμεσα στην Ήρα ως όμορφη επειδή έχει Λευκή χείρα και σε κάθε άλλη σκοτεινή θεότητα η οποία δεν έχει Λευκή χείρα: άρα σταδιακά οι λέξεις επιλέγουν τύπο ανθρώπου και καθορίζουν το Είναι της Ομορφιάς και της Ωραιότητας. Επίσης σταδιακά ο Άνθρωπος χρειάζεται τη λέξη για έναν πολύ απλό λόγο (ο οποίος μας προκαλεί έκπληξη για το ότι δεν έχει επισημανθεί επαρκώς): μέσω της νοητικής και εμπειρικής φιλοσοφίας, καθώς δηλαδή ανθεί στο μυαλό μόνον κάποιων η φιλοσοφία του νοός και της εμπειρίας, αυθορεί και παραχρήμα παύει η καθολικότητα του σύμπαντος, παύει ο κάθε άνθρωπος να ζεί με αυτά που αυτός βλέπει, καθώς λοιπόν ανθεί η φιλοσοφία θα πρέπει όλοι να υποταχθούν στις απόψεις και στιςι γνώμες των ολίγων ώστε σταδιακά να επικρατήσουν διά των λέξεων κοινές έννοιες και δοξασίες οι οποίες θα αλληλοπεριχωρήσουν τον άνθρωπο σε ένα κλειστό κόσμο και σύστημα ιδεών και αξιών.
Ας αναρωτηθούμε: γιατί υπήρξαν εκλεκτοί πολιτισμοί οι οποίοι δεν είχαν διευρυμένο γλωσσικό σύστημα: γιατί η γραμμική Α και Β ήταν για περιορισμένους γραφιάδες του παλατιού, γιατί οι άνθρωποι επί σειρά αιώνων δεν είχαν γραφή; Η απάντηση δείχνει σχετικώς απλή: ήταν αχρείαστη η γλώσσα ως γραφή κυρίως διότι οι άνθρωποι είτε διά των σκέψεων, κινήσεων, φωνημάτων όπως αντανακλούνταν στο φάρυγγά τους απλά έδιναν το στίγμα τους για τις καθημερινές ανάγκες τους: δεν ήθελαν κάτι παραπάνω: επειδή ακριβώς (σε έναν κόσμο πιο παγανιστικό) επικοινωνούσαν με ποικίλες θεότητες, ποικίλα πνεύματα, ζούσαν σε έναν ανεξέλεγκτο σύμπαν, δεν είχαν ανάγκη την επικοινωνία των λέξεων, κατεύθυναν την ζωή τους μέσω της επικοινωνίας τους με τα όντα του ανοικτού και πιο χαοτικού κόσμου των.
Οι λέξεις εμφανίσθηκαν ως περιέχουσες ιδέες και αξίες, οι λέξεις εγράφησαν, όταν ο άνθρωπος κατέστη έτοιμος να κλεισθεί σε έναν κόσμο θεού, φύσεως και ανθρώπου τον οποίον αυτός ο ίδιος ετοίμασε. Προκειμένου από γενεά σε γενεά να μεταφέρονται οι ίδιες ιδέες και αξίες ώστε ο άνθρωπος να κλεισθεί σε έναν ενιαίο κύκλο παράγοντας έναν εαυτό και μία πράξη, έτοιμος να γίνει υπόδουλος σε θεούς και ανθρώπους: χωρίς τις λέξεις δεν υπάρχει λόγος, χωρίς το λόγο δεν υπάρχει ομιλία, χωρίς λόγο δεν υπάρχει μοντέλο θεού και ανθρώπου, συστήματος και κόσμου τα οποία θα μεταφέρονται από γενεά σε γενεά κλείνοντας τον άνθρωπο σε έναν μικρόκοσμο, απομακρύνοντάς τον από τον μη λεκτικό κόσμο του ανοικτού σύμπαντος.
Ας προσέξουμε λοιπόν: οι Ορφικοί ανεκάλυψαν απίστευτες λέξεις για τον Ήλιο: π.χ.: χρυσούς Τιτάν: γιατί; Διότι θα έπρεπε διά της λέξης αυτής να επικρατήσει ότι ο Ήλιος είναι κάτι το Ανώτατο (σύνδεση με το χρυσό ο οποίος έχει εγνωσμένη αξία στη ζωή των ανθρώπων): ότι ο Ήλιος είναι συνέχεια της απίστευτης δύναμης των τιτάνων άρα η κληρονομηθείσα οντολογική δύναμη μεταβιβάζεται στους ανθρώπους διά του Ηλίου. Με αυτόν τον τρόπο η κοινή λέξη δημιουργεί από γενεά σε γενεά κοινή άποψη για τον Ήλιο: κυρίως: απομονώνει τον Ήλιο ως κυριαρχικό μέγεθος, οι άνθρωποι χάνουν την κρυφή ή λαμπερή φωτεινότητα άλλων κρυφίων ή φανερών όντων και από γενεά σε γενεά οι άνθρωποι διά μίας λέξεως προσδιορίζονται σε σχέση με τον Ήλιο (ο οποίος στον Όμηρο λάμπει ως φωτίζων το Δία (διότι ο Ήλιος είναι αυτός ο οποίος έπεισε το Δία να τιμωρήσει τους συντρόφους του Οδυσσέως οι οποίοι έφαγαν τα ιερά βόδια του).Μέσω μίας και μόνον λέξεως οι άνθρωποι αποθεώνουν τον Ήλιο ο οποίος γίνεται απαστράπτων θεός (δεν είναι τυχαίο ότι στη χριστιανική παράδοση ο Χριστός αναφέρεται ως Ήλιος νοητός ) επίσης γίνεται πηγή ζωής, στην πολιτική ζωή ο Ηγεμών θεωρείται Sol invictus (ανίκητος Ήλιος) οι άγιοι επίσης στην εκκλησία αποτυπώνονται με στέφανο λαμπερό γύρω από το κεφάλι τους το οποίο θυμίζει το σχήμα του Ηλίου.
Άρα οι λέξεις (και πλέον πρέπει να εννοήσουμε τις γραπτές λέξεις) καταργούν την συμπαντική μη λεκτική ανθρώπινη εμπειρία του ανοικτού σύμπαντος και οδηγούν τον άνθρωπο στην κυκλική φυλακή η οποία ξεκινά από την λέξη θεός και ολοκληρώνεται στην λέξη άνθρωπος: η κυρία φύσις της Λέξης είναι η φαντασιακή: η λέξη είναι αυθαίρετη, αντιοντολογική: όταν λέγω κάτι καλό: το λέγω ως άνθρωπος, το σύμπαν, το Όν, δεν έχει ιδέα τι είναι καλό και κακό: το λέγω, ανακαλύπτω αυτή τη λέξη προκειμένου να χαράξω την ανθρώπινη μικροπορεία στον ανθρώπινο μικρόκοσμο του θεού της φύσης και του ανθρώπου.
Άρα η γραφή έδρασε παμπόνηρα αλλά κυρίως αποτελεσματικά, όπως εξάλλου μπορούμε άνετα να δούμε και στην περίπτωση των Ομηρικών επών: ξαφνικά εμφανίσθηκαν δύο τεράστια έπη (30.000 λέξεων περίπου) λέγοντας ουσιαστικά τα εξής: «πλέον ο προφορικός λόγος είναι άχρηστος εάν δεν αποτυπωθεί ως γραπτός λόγος ώστε όλα τα νοήματα που χρειάζονται (Θεοί, κόσμος, μοντέλο ανθρώπου) να επιβληθούν διά των λέξεων καταργώντας κάθε τι το διαφορετικό, επιβάλλοντας μάλιστα μοντέλα θεών ανθρώπων και κόσμων τα οποία όλοι οι άνθρωποι πρέπει να ακολουθούν. Ό,τι και να πεί με την διαφωρά του ο Ντεριντά δεν μπορεί να αποτυπώσει το ότι η λέξη υποδούλωσε ανθρώπους και κόσμο σε συγκεκριμένα νοήματα, τα επέβαλε και πλέον σταθεροποίησε τον κόσμο και τον άνθρωπο υπό την εξουσία νοημάτων και εκφραστών και εφαρμοστών ανθρώπων των νοημάτων αυτών.
Ειδικά η περίπτωση των Ομηρικών επών είναι εντελώς παράξενη με έναν τρόπο που κανένας δεν έχει ασχοληθεί: πώς είναι δυνατόν δηλαδή τόσες καταπληκτικές ομηρικές λέξεις να μην είχαν γεννήσει τη γραφή αιώνες πρίν; Οι Ομηρικές λέξεις προκειμένου να δημιουργηθούν, εντυπωθούν, γίνουν ικανές προς επικοινωνία (ας υπενθυμίσουμε ότι τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιεί ο χοιροβοσκός Εύμαιος με τον Βασιλέα Οδυσσέα, πράγμα που σημαίνει πλήρη επικοινωνία ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους των Κοινωνιών αυτών) χρειάσθηκαν σύνολα αιώνων: συζητούμε όχι για μεμονωμένες λέξεις (κάτι σαν αργκώ η οποία μαθαίνεται από γενεά σε γενεά) αλλά για σύνολα πνευματικών, ψυχολογικών και ηθικών λέξεων, λέξεων για θεούς και ανθρώπους και την φύση, οι οποίες εδημιούργησαν την διάστασή μας ως διάσταση θεού φύσης και ανθρώπου με την ανάλογη επικοινωνιακή δυνατότητα. Άρα η γλώσσα αυτή σμιλεύθηκε κατ΄αρχάς από Ανωτέρους πνευματικά Ανθρώπους οι οποίοι είτε την μετέφεραν από άλλους κόσμους (διότι πολλές λέξεις αφορούν ανθρώπους και θεούς με έναν τρόπο δυσεφάρμοστο ή καταπληκτικά συνεπή (πώς είναι δυνατόν να ξέρει ο Αχιλλέας ότι είναι ωκύμορος;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
vasilios888@yahoo.gr