Ο Λόγος του Λυσία: υπέρ Μαντιθέουμέσα στη διαδοχή του Ελληνικού Λόγου.
Ο λόγος του Λυσία υπέρ Μαντιθέου εγράφη περίπου το 392-389 π.Χ. Παράλληλα με το σύνολο των Πλατωνικών διαλόγων. Άρα θα πρέπει να επισημανθεί η κλιμάκωση του Λόγου (γραπτού και προφορικού λόγου) στην Αθήνα. Εν αρχή ήν ο θεολογικός λόγος (εδιδάσκοντο τα τέκνα των Αθηναίων τα Ομηρικά έπη όπου καθιερώθηκε η θεολογία του Ολύμπου της Γής και του Άδου, ο Ανθρωπομορφισμός των Θεών άρα η Ανθρωποκεντρικότητα στηρίχθηκε στην μεταβίβαση θείων δυνάμεων και ενεργειών στον ανθρώπινο χαρακτήρα).
Ακολούθησε ο καθαρά νοητικός φιλοσοφικός λόγος. Αυτός ο οποίος ξεκίνησε ως ο περί την φύσιν ασχοληθείς προσωκρατικός λόγος (η πνευματική προσπάθεια του Ανθρώπου να ορίσει την Αρχή και το Σκοπό αλλά και τον τρόπο της συμπάσης Φύσεως την οποία αντιμετώπισαν οι Μιλήσιοι και άλλοι φιλόσοφοι ως σύνολο δυνάμεων και ενεργειών). Ο Σωκράτης αυτό το οποίο έπραξε είναι μέσω της Ανθρωπιστικής καθαρά φιλοσοφίας του να μετουσιώσει την προσωκρατική φιλοσοφία σε Ανθρωποκεντρική: με κέντρο το Νούο Σωκρατικός Λόγος εσωτερικοποιεί (μέσα από το περίπλοκο Πλατωνικό σύστημα αρετών) τις δυνάμεις της Φύσεως και τις μετατρέπει σε ιδέες: ο Ήλιος ως Σοφία, το ύδωρ ως κίνηση συναισθήματος, ο αήρ ως σκέψη, το πύρ ως βούληση: μέσα από την ηθική πραγμάτωση όλων αυτών οι ιδέες μετατρέπονται σε αρετές πράξης: η σοφία δίδει την σύνεση και οσιότητα, η ενσυναίσθηση την ανδρεία και η βούληση την σωφροσύνη. Η ισορροπία όλων αυτών προσφέρει (Πλατωνική Πολιτεία) την μεγίστη αρετή της δικαιοσύνης.
Ο Σωκράτης κατενόησε ότι έφερε στο φώς του Λόγου ένα νέο μέγεθος : τον νοητικά τιτάνα και γίγαντα Άνθρωπο του Λόγου: οι Τιτάνες και οι Γίγαντες πλέον είναι οι Άνθρωποι οι οποίοι αντλούν την δύναμίν των εκ του Νοός και της Ηθικής πράξης: για αυτό το λόγο ξεκίνησε με το Σωκράτη και ολοκληρώθηκε με το διδάσκαλό του Πλάτωνα η μετατροπή του Σωκρατικού ανθρώπου σε Πολίτη και η μετατροπή της Φύσης σε Πόλη.Προκειμένου να οριοθετηθεί η άπειρος πνευματική και ηθική δύναμις η οποία μεταβιβάσθηκε στον Άνθρωπο του λόγου.
Υπό αυτές τις προϋποθέσεις οδηγούμεθα στον ιδρυτή της Πολιτικής φιλοσοφίας, στον Θουκυδίδη. Ο Θουκυδίδης συνέλαβε όσο κανείς άλλος τη διάσταση και διάκριση ανάμεσα στην άλογο ανθρωπίνη φύση και στην έλλογη δόμηση αυτής: ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήταν το ασφαλές κοσμικό και ανθρώπινο κριτήριο γεγονός ώστε να σημειώσει ότι μόνον ο Ανθρώπινος Λόγος μπορεί να προσφέρει τον Πολίτη του Καλού και την Πόλη της δημιουργικότητας. Ο Επιτάφιος του Περικλέους ήταν η πολιτική κληρονομιά του (ες αεί) προκειμένου να δειχθεί ότι μόνον ο Νούς ο παράγων καθολικές αρχές ηθικής και αισθητικής και γνωσιακής ένωσης όλων των ανθρώπων δύναται να οδηγήσει στον κλασσικό και αιώνιο άνθρωπο στην κλασσική και δικαία και ευδαίμονα πόλη. Ο Θουκυδίδης νοείται μόνον εντός πόλεως και εντός ελλόγου πολιτικής συνείδησης: είναι ο άνθρωπος ο οποίος διέλυσε κάθε ψευδαίσθηση περί της σχέσης του ανθρώπου με την άλογον φύσιν: ο νούς οργανώνει, μεταφέρει τις ιδέες και τις αξίες και με αυτές δομεί την Πόλιν και τον Πολίτην. Τίποτε καλό δεν υπάρχει στον Άνθρωπο και στην Πόλιν εάν πρώτα δεν έχει υπάρξει ως Ιδέα και πράξη του καλού του αγαθού του δικαίου για τον Εαυτό τους Άλλους την Πόλη: παρατηρούμε ότι το σύμπαν μετεξελίχθηκε σε πόλιν και ο Άνθρωπος σε Πολίτη.
Οι Σοφιστές αποτελούν το αντίπαλον δέος: θα πρέπει να προσέξουμε ότι αποτελούν το αντίπαλον δέος σε όλα αυτά ειδικά για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: εάν ο Σωκράτης δεν έχει κανένα πρόβλημα να κλείσει την ανθρώπινη σκέψη και συμπεριφορά σε ένα πλέγμα καθολικών αρχών (τα πάντα είναι γνώση, ουδείς εκών κακός) ώστε να προσδώσει αντικειμενικότητα στον απόλυτο Άνθρωπο Πολίτη και στην απόλυτη Πόλη κράτος οι σοφιστές αρνούνται να περικλείσουν το άπειρο ανθρώπινο Είναι και Γίγνεσθαι υπό κάποιο σύνολο αρχών καθολικών και αϊδίων: Λέγοντας ο Πρωταγόρας ότι το μέτρο για όλα τα πράγματα είναι ο Άνθρωπος αφήνει πλήρως ανοικτό κάθε παράθυρο στην σχετικοκρατία η οποία μπορεί να προσλάβει διαστάσεις απολιτειότητας, αναρχίας, πολιτικής σχεςικοκρατίας, ατομικής επιβίωσης είς βάρος κάθε πολιτικής επιβίωσης κ.λ.π. Άρα παρατηρούμε ότι ο λόγος του Λυσία «Υπέρ Μαντιθέου» μάλλον προσιδιάζει μάλλον στη σοφιστική υπό την έννοια ότι ο Μαντίθεος αποτελεί το μέτρο της δικής του ζωής και προσπαθεί με βάση αυτή την ατομική εκτίμηση να λάβη το βουλευτικό αξίωμα. Εκλείπει η Σωκρατική καθολικότητα ότι αποκλειόταν ένας Αθηναίος Πολίτης να είχε ψευδώς λάβη πράγματα και καταστάσεις από την Αθηναϊκή Πόλη πράττοντας κάτι άδικο και ανήθικο. Άρα παρατηρούμε ότι ο Λόγος δεν ακολουθεί ενιαία πορεία αλλά αντιθέτως διακατέχεται από την ατομικότητα και την μη καθολική θέαση και εκτίμηση του Πολίτου και της Πόλης: ο Σωκρατικός ελλογισμός δεν ανιχνεύεται τόσο στον Υπέρ Μαντιθέου λόγο του Λυσία όσο ο Σοφιστικός λόγος. Διότι δεν υπάρχει η καθολικότητα της αληθείας (ότι ποτέ ένας Αθηναίος πολίτης δεν θα καταδεχόταν ψευδώς να λάβη το βουλευτικό αξίωμα) αντιθέτως ανιχνεύεται η σοφιστική υποκειμενικότητα (υπάρχει περίπτωση ένας άνθρωπος να προσπαθεί να βλάψη με τα ψεύδη του την Πόλιν Κράτος. Άρα η Σωκρατική καθολικότητα δεν είχε εισχωρήσει στο βάθος της Αθηναϊκής Κοινωνίας, η παντοκρατορία του Λόγου δεν είχε διαβρέξει την Πόλιν και τους Πολίτες, η Σωκρατική καθολική Πίστις ότι η Γνώσις ως Αρετή είναι η μόνη καθεαυτή υπάρχουσα ανθρωπίνη αξιακή κατάστασις μάλλον δεν είχε καθιερωθεί στο Αθηναϊκό γίγνεσθαι: ίσως για αυτό ο Ισοκράτης κάποια χρόνια αργότερα θεώρησε ότι η ποθητή διάχυση του Ελληνικού λόγου από τον Μεγάλο Αλέξανδρο θα αποτελούσε μία νέα ευκαιρία αναβίβασης του λόγου και των ικανοτήτων του.
Η Ρητορεία λοιπόν ως τέτοια σηματοδοτεί μία σημαντική αξιακή κυρίως μετατόπιση εντός της Αθηναϊκής κοινωνίας: Αποθεώνει ένα νέο μέγεθος σχετικώς άγνωστο: την πειθώ: θα λέγαμε ότι στην Αθηναϊκή κοινωνία η ρητορεία στερεοποιεί για πρώτη φορά την Ομηρική Οντολογία: άς γίνουμε πιο σαφείς: εάν οι Θεοί του Ομήρου προσπαθούν να πείσουν τους Ήρωες για τα Έργα και τις Ημέρες τους, τότε εννοούν την πειθώ ως αναπόδραστη και χωρίς περαιτέρω συζήτηση αποδοχή των καθολικών θείων αρχών: ο Δίας και η Αθηνά και ο Ερμής δεν ρητορεύουν διότι δεν τους ενδιαφέρει η πειθώ αλλά η Πίστις ως μεταφορά της προσφερομένης Γνώσης: ο Τηλέμαχος Πιστεύει στον Μέντη διά της Γνώσης ότι πρέπει να εύρη τον Πατέρα του. Άρα οι θείες καθολικές αρχές δεν πείθουν αλλά διά της καθεαυτής δύνάμεώς των ελλόγως εσωτερικώς και ενορατικώς επιβάλλονται.
Επίσης: στον Πλατωνικό Φαίδρο τα θεωρήματα Ζωής και Θανάτου, στην Πολιτεία τα θεωρήματα περί της Ιδανικής Πολιτείας και της Δικαιοσύνης, στην Απολογία η πορεία του Σωκράτους προς την ερίβωλον Φθίαν δεν επιθυμούν να πείσουν αλλά να μεταφέρουν την εσωτερική ως τέτοια αυταξία τους ώστε οι έλλογοι άνθρωποι να ακολουθήσουν αυτήν την πνευματική και ηθική πορεία ζωής. Η ρητορική (όπως αναλύεται στο σοφιστικό Γοργία, στους σοφιστές αλλά και στους ρήτορες) μετουσιώνουν το όλο σχήμα πομπού (θεοί ή φιλόσοφοι) και δέκτου (άνθρωποι λόγου) την έννοια της Γνώσεως διά της Πίστεως, σε ένα νέο τρίγωνο προσαρμοσμένο στις πτωτικές εποχές έπειτα από τον Πελοποννησιακό πόλεμο: Πλέον οι θεοί αντικαταστάθηκαν από νοητικές ιδέες και αξίες, οι άνθρωποι έζησαν την εξαθλίωση ενός πολέμου, η πόλις κράτος πνέει τα λοίσθια, άρα: η ρητορική αντιπροσωπεύει τον πομπό ο οποίος απασχολείται πλέον με τετριμμένα καθημερινά ζητήματα επιβίωσης, ο δέκτης πρέπει να πεισθεί διότι η Γνώση ως Πίστις σε ήδη υπάρχουσες καθολικές αρχές (ζωής, θανάτου, ηθικής κ.α) αντικαταστάθηκε από την χρηστική κοινωνική χρήση του λόγου: άρα ο Λυσίας δεν θέλει να φωτίσει αλλά να πείσει διότι η διήγηση και η πίστις του λόγου δεν αποτελείται πλέον από καθολικές αρχές οι οποίες εάν αναμνησθούν θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στον Κόσμο των Ιδεών: όχι: πλέον ο Λυσίας και η Ρητορική ασχολούνται με το τελείως πτωτικό στάδιο του λόγου: συζητούν για ατομικές υποθέσεις οι οποίες αποτελούν ατομικές υποθέσεις όχι καθολικές σωκρατικές αρχές: άρα η πειθώ λαμβάνει αποδεικτικό χαρακτήρα εμπειρικών αποδείξεων όπως τις βλέπουμε στο Λυσία: άρα ο Λόγος ως ενορατική ανάμνησις καθολικών αρχών με φόντο τη μεταφυσική θεώρηση του όλου και του ανθρώπου αντικαθίσταται από το λόγο ως παράδοση ατομικών εμπειριών, η γνώση αντικαθίσταται από την πειθώ, πίστις δεν υπάρχει διότι οι καθολικές αρχές χάνονται και αντικαθίστανται από πλήρως μετρήσιμα δεδομένα (εάν ο Μαντίθεος έδωσε προίκα στην αδελφή του και εάν έγραψε το όνομά του στο πλακίδιο κ.λ.π): άρα η ρητορεία του Λυσία στον λόγο υπέρ Μαντιθέου αποτελεί το κατώτερο εμπειρικό στάδιο του λόγου. Ίσως για αυτό ο Πλάτων διαπρυσίως απορρίπτει στον Πλατωνικό Γοργία την τέχνη, τη ρητορεία, και προσπαθεί να συζητήσει ότι πρέπει οι πρωτόλειες ιδέες να μην οδηγούν σε χρηστικά κόλπα ατομικής επιβίωσης αλλά σε οικουμενικές πραγματικότητες έλλογης ένωσης των ανθρώπων (όχι τυχαία οι χριστιανοί ελάτρευσαν ελλόγως τον Πλάτωνα).
Άρα ο «υπέρ Μαντιθέου Λόγος» αντιπροσωπεύει αυτό το ατομικό αξιακό πτωτικό βήμα του Αθηναϊκού λόγου: ο λόγος πλέον απολλύει την μεταφυσική διάσταση του Πλάτωνος και του Αναξαγόρου και καθίσταται ατομικά χρηστικός. Όπως ήδη είπαμε ίσως για αυτό το λόγο κάποια χρόνια αργότερα (θα πρέπει να γίνει αυτός ο συνδυασμός) ο Ισοκράτης διαβλέποντας αυτήν την πτωτικότητα του λόγου προσβλέπει σε μία νέα οικουμενική διάσταση του λόγου όπως αυτή έγινε μέσω του Αλεξάνδρου οδηγώντας στο μονοθεϊστικό αφήγημα όπου ο Λόγος απέκτησε όλα τα χαρακτηριστικά ενός προσωπικού θεού, ενός πολιτικού, ενός επιστήμονος, μίας ευδαίμονος πολιτείας (όπως την βλέπουμε στα Έθνη κράτη του μεταδιαφωτιστικού λόγου) διότι πάντοτε οι Άνθρωποι θέλουν να αναβιβάζουν υψηλά τις δυνατότητες του λόγου.
Η δραματική λογική αναπαριστά ένα πολύ συγκεκριμένο στάδιο του λόγου: την μετατροπή της Πλατωνικής μεταφυσικής του λόγου σε προσωπικό έλλογο βίωμα του κάθε πολίτου: για αυτό ίσως ο Πλάτων απεκήρυξε και την δραματική ποίηση: η μετατροπή του μεταφυσικού πλατωνικού λόγου σε προσωπικό βιωματικό λόγο του τραγικού Οιδίποδος, της τραγικής Αντιγόνης, συνιστά γνωσιακή και αξιακή μετατόπιση του ανθρώπου τεραστίων διαστάσεων: πλέον ο λόγος απολλύει την θεϊκότητά του ως πηγή προέλευσης: όπως θα έλεγε ο Νίτσε: έγινε κάτι ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο: ο λόγος πλέον δεν αποτελείται ως τραγικός λόγος από τα σωκρατικά αποφθέγματα αλλά συνιστά καθολικές αρχές επί πολυτίμων ανθρωπίνων εμπειριών: άρα ο λόγος είναι η πορεία της εμπειρίας προς την αλήθεια: άρα ο δραματικός λόγος πείθει και οδηγεί στον τρόπο της ρητορείας: με μία διαφορά όμως: ο τραγικός λόγος δεν χάνει σε κανένα σημείο την καθολικότητά του διότι θέλει να καταστήσει την ατομική εμπειρία παγκοσμιότητα μέσω της μίμησης: αντιθέτως: όπως βλέπουμε και στον Μαντίθεο ο ρητορικός λόγος παραλαμβάνει την τραγική ικανότητα του τραγικού λόγου να καθιστά την ατομική εμπειρία του Οιδίποδος οικουμενικό νόμο αλλά την προσαρμόζει αυτή την ικανότητα στην ατομικότητα του εκάστοτε Μαντιθέου: ο Μαντίθεος θέλει αυτός ατομικά να γίνει βουλευτής: δεν τον ενδιαφέρει η καθολικότητα των τεκμηρίων: ο ρητορικός λόγος διαλύει την τραγική ικανότητα η ατομική εμπειρία να γίνει καθολικός νόμος: η ρητορεία αποθεώνει την ατομικότητα , η ρητορεία του Μαντιθέου αποθεώνει την ατομικότητα και η ρητορεία γενικώς ηύρε το δρόμο πώς τα εμπειρικά γεγονότα να τα εξηγεί προς ίδιον καλόν ή να τα εξηγεί κατά ίδιον τρόπον χωρίς να ενδιαφέρεται για τις οντολογικές και μεταφυσικές ρίζες τους: Ο Δημοσθένης επιθυμεί να διαλύσει τους εχθρούς της Αθήνας στηριζόμενος στις δικές του αρχές και για αυτό υπερβάθη τόσο σκληρά από την Ιστορία. Ο Μαντίθεος λοιπόν σηματοδοτεί το μεταφυσικό ξερίζωμα του ανθρώπου από τον καθολικό λόγο και τη σύνδεση του λόγου με το ατομικό γεγονός: για εκδίκηση ο Ελληνικός λόγος προσχώρησε στο στρατόπεδο του καθολικού θεού των χριστιανών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
vasilios888@yahoo.gr