Είναι κοινός τόπος στους ανθρώπους της ώριμης ηλικίας να επικρίνουν τη
συμπεριφορά των νεοτέρων και να επιχειρούν συγκρίσεις με τη δική τους νεότητα,
όταν όλα, κατά τη γνώμη τους, ήταν καλύτερα και η ζωή και τα ήθη και ο
πολιτισμός, ακόμα και η φύση. Ο πρώτος που αναφέρει αυτή τη στάση ενός
ηλικιωμένου, σοφού ανθρώπου είναι ο Όμηρος. Ο Νέστορας, που είχε δει δύο γενιές
ανθρώπων να περνούν και βασίλευε πια στην τρίτη, όταν αισθάνεται την ανάγκη να
πάρει το λόγο και να μιλήσει στους εξαγριωμένους από θυμό πολεμάρχους, τον
Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα, αρχίζει την παρέμβασή του με μιαν αναδρομή. Εγώ,
λέει, είμαι μεγαλύτερος κι από τους δυο σας πρέπει να με ακούσετε γιατί έχω
μιλήσει με άνδρες πολύ καλύτερούς σας, τέτοιους που δε θα ξαναδώ. Και
αναφέρεται σε παλαιότερους ήρωες, τον Πειρίθουν, τον Καινέα και τον Θησέα.
Αυτοί, λέει, ήταν παλικάρια που όμοιά τους δεν έχουν ξαναγίνει. Από τότε ως
σήμερα κάθε γενιά επαναλαμβάνει μονότονα το ίδιο τροπάριο και φαίνεται πως το
πιστεύει. […]
Η ίδια η βιολογική διαφορά των δύο οργανισμών, του παλιού και του νέου,
τους οδηγεί σε διαφορετική θεώρηση του κόσμου και σε ανταγωνιστική στάση μέσα
στη ζωή. Ο νέος κινείται προς τα εμπρός, ο ηλικιωμένος, όταν δε γυρίζει πίσω,
προσπαθεί να συγκρατήσει το παρόν, αυτό που του εξασφαλίζει την ύπαρξή του, να
συντηρήσει όσα κατόρθωσε να αποχτήσει. Η συντηρητική στάση είναι αυτονόητη για
τον άνθρωπο μιας κάποιας ηλικίας, αφού αποτελεί συνάρτηση της συντήρησης της
ίδιας του της ύπαρξης, που με τα χρόνια έχει εξαντλήσει πολλές από τις πιο
ζωτικές δυνάμεις της και οδεύει προς την αναπόφευκτη φθορά. Είναι απόλυτα
κατανοητή η στροφή των ώριμων προς το παρελθόν, προς την περίοδο εκείνη της ζωή
τους «που είχαν και δύναμη και λόγο και ομορφιά». Η νοσταλγία των χρόνων
εκείνων δεν αποτελεί συναισθηματική κατάσταση φευγαλέα και ρομαντική˙ αποτελεί
ανάγκη βιολογική, για να δικαιώσει ολόκληρη την ανθρώπινη ζωή, που τώρα μόλις
διαπιστώνει ο ώριμος πως είναι τρομακτικά σύντομη και αφάνταστα ωραία.
