παρεισφρέω ή παρεισφρύω; → παρεισφρέω

 


παρεισφρέω ή παρεισφρύω; → παρεισφρέω


παρεισφρέω [parisfréo] Ρ πρτ. παρεισέφρεα, αόρ. παρεισέφρησα, απαρέμφ. παρεισφρήσει : (λόγ.) εισδύω κάπου από αβλεψία, από αμέλεια, διαφεύγοντας την προσοχή κάποιου (κυρ. για λάθη τυπογραφικά, λογιστικά): Στο κείμενο έχουν παρεισφρήσει πολλά τυπογραφικά λάθη.

«Υπέρ το δέον» Και όχι υπέρ του δέοντος! Είναι το δέον (αυτό που πρέπει να γίνει) και κάνουμε κάτι, παραπάνω κι από αυτό....

Δεν έχει «που την κεφαλή κλίνη» Και όχι «κλίναι». Δεν έχει δηλαδή που να γείρει το κεφάλι του να ακουμπήσει....


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

vasilios888@yahoo.gr