Τίτλος: Γιατί ο Πλάτων απέρριψε την Τέχνη ως κακή μίμηση;

 


Τίτλος: Γιατί ο Πλάτων απέρριψε την Τέχνη ως κακή μίμηση;

Βασίλειος Μακρυπούλιας

Δρ.Φιλοσοφίας

Περίληψη.

Ο Πλάτων είναι Φιλόσοφος – Δημιουργός. Κάθε Δημιουργός μιμείται. Μιμείται ό,τι έχει ως εσωτερικότητα ή ό,τι αντιλαμβάνεται ως εξωτερικότητα. Αντλεί υλικό από τα Όντα, τον Κόσμο, το κατανείμει , το ταξιθετεί σύμφωνα με το σχέδιό του, το εμφανίζει σε νέες Νοητικές και αξιακές δημιουργίες.  Ώστε λοιπόν ο Πλάτων ως Φιλόσοφος – Δημιουργός δεν είναι περιγραφικός φιλόσοφος αλλά εκ-τελεστικός.Εκ του Κόσμου των Ιδεών τελεί εν δημιουργικώ οίστρω. Διά τούτο η Πλατωνική φιλοσοφία  αναπτύσσει και παραδίδει όλες τις παραμέτρους μίας Δημιουργίας.  Εκ του κόσμου του Αγαθού την Πόλιν του Αγαθού αλλά και τον  Αγαθόν Άνθρωπον. Στην πορεία όμως ο Δημιουργός αντιμετωπίζει πειρασμούς παραπλάνησης και ψεύδους. Η κυριωτέρα πηγή παραπλάνησης και ψεύδους  είναι η μίμηση ψευδών μορφών οι οποίες φέρουν λάθος εντυπώσεις και αντιλήψεις περί των ιδεών και αξιών. Ο Πλάτων ως Δημιουργός αναμφίβολα έπρεπε να μιμηθεί τον κόσμο του Αγαθού (εκ του οποίου θα μετέφερε τις ιδέες και αξίες οι οποίες θα έκτιζαν την ιδανική Πολιτεία τον ιδανικό Πολίτη). Ο Αθηναίος όμως φιλόσοφος ήξερε πολύ καλά ότι θα έπρεπε στο δρόμο της μιμήσεως του Αγαθού να ακολουθεί  τις ιδέες και αξίες οι οποίες απ΄ευθείας προέρχονται εκ του Αγαθού. Δεν θα έπρεπε να μιμείται τα ενδιάμεσα μεγέθη τα οποία αντανακλούν όψεις του Αγαθού. Στο σημείο το οποίο η Τέχνη είναι ενδιάμεση αντανάκλαση του Αγαθού προς τον Άνθρωπο, αυτή απορρίπτεται από τον Ιδεαλιστή και Ενορατικό Πλάτωνα ως μη πρωτόλεια μεταφορά των καθεαυτών ιδεών και αξιών του κόσμου των Αγαθών ιδεών.

Λέξεις κλειδιά: ιδέα, αγαθό, αξία, ψεύδος, αλήθεια, ανάμνηση, Πόλις, Πολίτης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1.Εισαγωγή: Η δυναμική και εξελίξιμη φύση του Πλατωνικού συστήματος. Το Πλατωνικό σύστημα ως μεταφορά και ανακατανομή  δυνάμεων και ενεργειών.

Η πρωτοτυπία και οντολογικότητα του Πλατωνικού συστήματος αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Αθηναίος φιλόσοφος δημιουργεί έναν πρότυπο κόσμο (τον κόσμο των Ιδεών) (Κωσταράς, 1994, σελ.227) ως κεντρική συσσωρευτική πηγή. Οι ιδέες ως «όντως όντα» δηλώνουν το όνομα της τάξεως ή του είδους  ενός πράγματος (Κωσταράς, 1994, σελ.227). Άρα η Ιδέα δεν έλκει τυχαία την ετυμολογική της καταγωγή από το ρ.ορώ (βλέπω) και μάλιστα από το β΄αόριστο=είδον. Ο Νούς «ενορατικά» είδε  το κοινό  υπόβαθρο των όντων και το αλληλοπεριχώρησε σε κοινές για όλα τα όντα δυνάμεις, οι οποίες επειδή ενορώνται της κοινής φύσεως των όντων είναι: Ιδέες. Άρα η Ιδέα εμπεριέχει εκ της φύσεώς της την έννοια της συνεχείας και της εξέλιξης. Διότι θα πρέπει η κατασκευασθείσα Ιδέα (π.χ του Ωραίου και του Καλού) να υλοποιηθεί στο νού και στον κόσμο του κατασκευαστή της.

Άρα ο Πλάτων μέσω των συλλήψεών του ανέλαβε μία ιδιότυπη αποστολή: έπρεπε να μεταφέρει την ανακάλυψη της Ιδέας  (ως Αγαθό, ως Όντως Όν) στην ανθρωπίνη διάσταση και στο ανθρώπινο Είναι και Γίγνεσθαι: Σε  αυτό το οντολογικό κατ΄αρχάς ταξίδι ελλοχεύει ένας σημαντικός κίνδυνος: σταδιακά η Ιδέα να διαχωρισθεί από την γενέθλιο γή η οποία την έφερε στο Φώς του Λόγου, την ανέθρεψε και της έδωσε την απστολή να κοσμίσει γνωσιολογικώς και ηθικώς την ανθρωπίνη κοσμικότητα και εαυτότητα.  Άρα η Ιδέα θα πρέπει να μιμείται τον πρωτόλειο κόσμο του Αγαθού ώστε στο ταξίδι της προς το ανθρώπινο μυαλό, την ανθρωπίνη κοινωνία, προς την κτίση του Ανθρωπίνου Ηθικού Ανθρώπου, πάντοτε να επικοινωνεί με την γενέθλιον  χώρα του Αγαθού, η οποία είναι  και η μητρική της χώρα.

Ας προσέξουμε την αλληγορία του σπηλαίου (Πολιτεία, 514a-517a).Εκεί διατρανώνεται η πλατωνική θέση ότι η άγνοια  έρχεται όταν ανάμεσα στην Ιδέα του Αγαθού και των λοιπών εν τω Αγαθώ Ιδεών και στον Άνθρωπο (αλλά και στον Ανθρώπινο κόσμο) χάνεται η απευθείας επαφή. Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι όλο το πλατωνικό σύστημα (ειδικά στο θέμα της ιδεατής και αξιακής  μεταφοράς της Γνώσης) στηρίζεται στην Κίνηση και όχι στην Σύλληψη της Ιδέας: ο Πλατωνισμός σε αυτό το σημείο είναι αρκετά οντολογικός: αφ΄ής στιγμής η Ιδέα του Ωραίου και του Καλού ήδη υπάρχει στον Κόσμο των Ιδεών και διά της αναμνήσεως  επέρχεται στον Ανθρώπινο Νού, οπωσδήποτε  θα πρέπει να μεταφερθεί προς τον Άνθρωπο και τον Κόσμο του, όχι διά κάποιου μέσου, αλλά μέσω της Νόησης η οποία θα αναλύσει την Ιδέα σε Αρετή, Έξη, Ηθική πράξη. Το σπήλαιο αναπαριστά την κατάσταση η οποία επέρχεται όταν η Ιδέα από Αρχή μετατρέπεται σε ενδιάμεσο (βασική αιτία αγνοίας ή τουλάχιστον ψευδούς γνώσης): Ανάμεσα στην γενέσια χώρα του Αγαθού και στην Ιδέα του Ωραίου και του Καλού, μεσολαβούν ενδιάμεσες καταστάσεις (κλειστός χώρος, παραπλανητικές μορφές) με κύριο αποτέλεσμα η Ιδέα να μην επικοινωνεί με την Μητρική γή του Αγαθού, άρα να επικρατούν καταστάσεις και θεάματα τα οποία υποστασιοποιούν το Αγαθό και δεν το Αναπαριστούν ως Τέτοιο Αυτούσιο. Άρα ο Πλάτων απορρίπτει με βάση την Οντολογία του Αγαθού ό,τι μεταφέρει στον Άνθρωπο και στον Κόσμο του όχι την Ουσιαστική Φύση του Αγαθού αλλά παρηλλαγμένη εικόνα και γνώμη περί αυτού λόγω των πολλών διαμεσολαβήσεων άλλων δημιουργιών, μορφών και ανθρωπίνων παραπλανητικών δημιουργημάτων.

Ορθώς ο Taylor σημειώνει : « Ο Πλάτων έκανε  κάθε προσπάθεια να τονίσει ότι δεν τον ενδιέφερε και πολύ η κατασκευή συστημάτων. Φιλοσοφία δεν σήμαινε για αυτόν συμπαγές σύνολο διδακτέων πορισμάτων αλλά ζωή αφιερωμένη στην ενεργή προσωπική αναζήτηση της αλήθειας και της αρετής με φωτεινούς οδηγούς μία ή δύο μεγαλοπήβολες και ένθερμες πεποιθήσεις (Τaylor, 2000, σελ.45). Άρα η γνωσιολογική και αξιακή ανάγκη, η Ιδέα να επικοινωνεί άμεσα με τον κόσμο των Ιδεών (τον κόσμο της ουσίας, του καθ΄εαυτού πράγματος) δεν προκύπτει μέσω του σκοπού να κατασκευασθεί ένα σύστημα. Η Ιδέα θα πρέπει να μεταφέρει αυτούσια τα μηνύματά της από τον κόσμο των Ιδεών προς το Νοήμονα Άνθρωπο ώστε το Νοούν Υποκείμενο να Αναμιμνήσκει όλες εκείνες τις Ιδέες και τις Αξίες του Αγαθού κόσμου προκειμένου να εξελιχθεί. Διά της  απευθείας απορροής των Ιδεών από τον κόσμο του Αγαθού ο Νοήμων Άνθρωπος διά του Λόγου τις συλλαμβάνει δομώντας την Νοήμονα Πολιτεία επί Νοημόνων Πολιτών. Κατανοούμε ότι η ανάγκη της απευθείας μεταδόσεως της Ιδέας του Καλού και του Ωραίου προς το Νοούν Υποκείμενο είναι βαθύτατος Ανθρωποκεντρικός (και Πλατωνικός) σκοπός διότι με αυτόν τον τρόπο δομείται επί αληθινών δεδομένων ο Πολίτης  εν τη Πολιτεία.

Άρα η Πλατωνική αναγκαιότητα η Ιδέα να επικοινωνεί άμεσα με τις μητρικές ιδέες του Κόσμου του Αγαθού  και να μεταφέρει τα πρωτόλεια μηνύματα της Μητρικής γής του Αγαθού προς τον Άνθρωπο και την Πόλιν συνδέεται μοιραία και αποφασιστικά με την Οντολογικότητα της Πλατωνικής Αληθείας. Σωστά ο καθ. Ανδρόνικος σημειώνει: «Πολύ νωρίς ο Πλάτων καταπιάστηκε με το πρόβλημα  του ωραίου στον Ιππία Μείζονα, χωρίς αμέσως να καθορίσει αμέσως θετικά τα ουσιαστικά στοιχεία τα οποία το χαρακτηρίζουν αποφασιστικά» (Ανδρόνικος, 1984, σελ.2). Διαβλέπουμε σε αυτή την άποψη κάτι εξόχως σημαντικό. Ο Αθηναίος Φιλόσοφος προσπαθεί να μεταφέρει προς τον Άνθρωπο και τον Κόσμο του Ανθρώπου, αρχέγονες δομικές έννοιες (όπως αυτή του Ωραίου). Εάν σκεφθούμε ότι αυτές οι αρχέγονες δομικές έννοιες (όπως του Ωραιου) χαρακτηρίζουν τις ιδέες και αξίες οι οποίες αποτελούν δομικά υλικά της οντολογικότητας του κόσμου μας και του Ανθρώπου, κατανοούμε ότι θα πρέπει απευθείας  από τον κόσμο του Ωραίου να μεταφερθούν στον κόσμο του Πολίτη και της Πόλης προκειμένου να μην παραλλαχθούν μέσα από διαμεσολαβήσεις διά άλλων μεγεθών τα οποία θα παραχαράξουν την πρωτότυπη μορφή των Αυθεντικών Ιδεών και αξιών οι οποίες θα κτίσουν τον Εγνωσμένο Πολιτικό κόσμο της Πλατωνικής Πολιτείας.

1α.Η Α-λήθεια ως άμεσο και μη  έμμεσο οντολογικό μέγεθος στην Πλατωνική Γνωσιολογία και Αξιολογία.

Άρα κατανοούμε ίσως το πλέον βασικό χαρακτηριστικό της Πλατωνικής γνωσιολογίας και αξιολογίας το οποίο είναι η Α-λήθεια ως μεταφορά γνώσεων (ιδεών και αξιών) στον Άνθρωπο. Όμως η α-λήθεια, η μη-λήθη των αυθεντικών ιδεών και αξιών οι οποίες μεταφερόμενες από τον κόσμο των ιδεών θα μεταλαμπαδεύσουν τον τρόπο της Ιδανικής Πολιτείας επί της Γής, συνεπάγεται την Α-μεσότητα: Ανάμεσα στον κόσμο του Αγαθού και στον Ανθρώπινο Νού δεν θα μεσολαβήσει κανένα άλλο αναπαραστατικό, αποτυπωτικό ή άλλο μέσο, το οποίο πλαγίως και εμμέσως θα μεταφέρει τον πλούτο του κόσμου του Αγαθού στη Γή: άρα η Α-λήθεια είναι μη-Λήθη του πρωτολείου κόσμου του Αγαθού όταν ως καθεαυτότητα μεταφέρεται στον άνθρωπο και όχι διά ενδιαμέσων μεγεθών (όπως είναι η Τέχνη, η Ποίηση).

Σημαντική  κρίνεται η παρέμβαση του Τaylor στο σημείο αυτό: διαβάζουμε: « Η σημαντικότερη θετική κατάληξη της συζήτησης είναι ίσως η συνειδητοποίηση του ότι η ανακάλυψη των μεγάλων υπαρξιακών και αξιολογικών κατηγοριών αποτελεί έργο της σκέψης , «της ψυχής αυτής καθεαυτής χωρίς ενδιάμεσο όργανο»( Ο Taylor αναφέρεται στο διάλογο του «Θεαιτήτου» (Taylor, 2000, σελ. 399).  Ως υπαρξιακές και αξιολογικές κατηγορίες θα μπορούσαμε να ονοματίσουμε τις ιδέες οι οποίες στην Πλατωνική σκέψη ακολουθούν μία καταπληκτική πορεία από την εσωτερική ενορατική κατάστασή τους στην εξωτερική ηθική πραγμάτωσή τους. Ας προσπαθήσουμε να συζητήσουμε για αυτήν την πορεία  αντλώντας βοήθεια και από την ετυμολογία των λέξεων. Συζητώντας επίσης  για την απορριπτικότητα την οποία επιδεικνύει ο Πλάτων στους πιθανούς ορισμούς της Γνώσεως στον διάλογο του Θεαιτήτου.

Η Ιδέα ετυμολογείται από το ρήμα: ορώ,  και μάλιστα από τον β΄αόριστο του ρήματος αυτού: είδον: Άρα ο άνθρωπος «είδε» εις τον  κόσμον των Ιδεών τις ιδεατές εκείνες δυνάμεις διά των οποίων μπορεί να κτίσει τον Εαυτό του εν Πόλει: άρα η ενορατική μεθεκτική ικανότητα του Ανθρώπου να Ορά τις ιδέες του Κόσμου του Αγαθού βοηθεί τον Πλάτωνα να είναι άτεγκτος στο θέμα της Μίμησης: αφ΄ής στιγμής ο Άνθρωπος οράται των ιδεών στον Μητρικό τους κόσμο δεν χρειάζεται την τέχνη ή ό,τι το παρεμφερές ως ενδιάμεσο  θύμησης και μίμησης για  όσα απευθείας ο ίδιος μπορεί να ίδη, να κτίση, για όλα όσα είναι υλικά του Εαυτού του και της Πόλεως (μεγέθη τα οποία διά της Ιδανικής του Πολιτείας ευελπισθεί να τα ομοιάσει προς τις αναφύουσες ιδέες και αξίες του Είναι του κόσμου των Ιδεών). Άρα η Πλατωνική μίμηση διά της ισχυράς ενόρασης των Ιδεών τις οποίες διά της αναμνήσεως μπορεί να γνωρίσει απευθείας από τον κόσμο των Ιδεών, η Πλατωνική λοιπόν μίμηση δεν χρειάζεται ενδιάμεσες οντότητες προκειμένου οι ιδέες να γνωσθούν και να αποτελέσουν αντικείμενα μίμησης.

Ξεκάθαρο παράδειγμα για ό,τι εδώ συζητούμε αποτελεί η περίπτωση των Τεχνών (η αντιμετώπιση των Τεχνών, της Τέχνης, από τον Πλάτωνα).Ειδικότερα θα ασχοληθούμε εδώ (θα επανέλθουμε στο θέμα της αντιμετώπισης της Τέχνης από τον Πλάτωνα και πάλι στη συνέχεια αυτής της εργασίας) με συγκεκριμένα παραδείγματα προκειμένου να υποστηρίξουμε ότι ο Πλάτων:

Α) Θεώρησε την Τέχνη ως ενδιάμεσο αξιακό μέγεθος ανάμεσα στον Κόσμο των Ιδεών και στον Ανθρώπινο Νού, ως ενδιάμεσο μέγεθος η Τέχνη διαστρεβλώνει (σύμφωνα με τον Αθηναίο φιλόσοφο) τα αρχέτυπα και Αληθή ιδεώδη του Κόσμου του Αγαθού.

Β) Άρα ο Πλάτων θεώρησε ότι ενορατικά ανεμνήσθη εκείνων των Ιδεών οι οποίες δεν χρειάζονται φαινομενικά εξαλλοιωτικά ενδιάμεσα μεγέθη διότι ως απορρέουσες απευθείας από τον κόσμο του Αγαθού δύνανται να οδηγήσουν τον  Νοήμονα Άνθρωπο σε αυτόν τον Οντολογικό Κόσμο.

Γ) Άρα οι Ιδέες και οι Αξίες επικοινωνούν με την Αλήθεια του  Κόσμου του Αγαθού όχι ως μορφικές εικονικές μεταλλάξεις αλλά ως απευθείας ουσιακές εσωτερικότητες εν τω Ανθρώπω μέσω της σκέψης, του Ήθους, της Πολιτικής νοητικής ηθικής Πράξης ώστε ναν δημιουργηθεί επί της Γής η Πόλη ως μεταφορά του Κόσμου του Αγαθού (με βάση την αρμονία των εν τω Κόσμω των Ιδεών προϋπαρχουσών Ιδεών).

Δ) Άρα σε σχέση με τα Μεταφυσικά του Αριστοτέλους η Μορφή δεν μπορεί να αποκοπεί από την Ουσία του Κόσμου των ιδεών, άρα ο Πλατωνικός Άνθρωπος είναι ένα συνεχές μέγεθος (το οποίο δεν δεσμεύεται από την μορφή το) διότι ξεκινά από την Νόηση του Κόσμου του Αγαθού η οποία αυτή Νόηση προσφέρει ηθικές πράξεις εν τη Πόλει: άρα ο Πλατωνικός Άνθρωπος είναι το σύνολο των αναμνησθεισών  Ιδεών (ανθρώπινος Νούς) οι οποίες μπορούν να δώσουν την Ηθική Πολιτική πράξη (ανθρώπινη Μορφή): άρα ο Πλατωνικός άνθρωπος είναι κάτι πολύ περισσότερο της μορφής του ενώ στον Αριστοτέλη είναι το άθροισμα της  μορφής και του ουσιακού είδους στο οποίο παραπέμπει η Μορφή (Μεταφυσικά, βιβλίο Z).

Ε) Άρα μέσω της Πλατωνικής απορρίψεως ως κακής μιμήσεως της Τέχνης φαίνεται ότι ο Πλάτων δίδει μία οριστική λύση στο πρόβλημα του καλού και του κακού. Κατά Παρμενίδειο αλλά και κατά Χριστιανικό τρόπο (τουλάχιστον στρώνει το έδαφος στο χριστιανισμό να λύσει το πρόβλημα του καλού και του κακού με παρόμοιο τρόπο). Καλό είναι ό,τι δεν ξεφεύγει από την Ολότητα του Αγαθού, ό,τι μεταφέρει εν Αληθεία (μη λήθη) τις πνευματικές και μορφοποιητικές οντότητες του Αγαθού. Κακό είναι ό,τι απομακρύνεται από την πηγή του Αγαθού και του Καλού: άρα η Πλατωνική  απόρριψη της Τέχνης (π.χ του Ομήρου) ως κακής μιμήσεως δεν   είναι κάτι θεωρητικό αλλά διά της  μιμήσεως είναι κάτι βαθύτατα ηθικό: Εάν σκεφθούμε ότι συλλήβδην   το Πλατωνικό σύστημα είναι οδός επιστροφής προς το Αγαθό μέσω της πράξης ηθικής ομοίωσης προς το Αγαθό, τότε καταλαβαίνουμε ότι η κακή μίμηση της αποπροσανατολιστικής τέχνης δεν προκαλεί απλά θεωρητική ζημία αλλά ηθικό αποπροσανατολισμό σε σχέση με την αγαθή επιστροφή του Ανθρώπου στον κόσμο του Καλού: άρα η ένσταση  του Πλάτωνος σε σχέση  με την εξαλλοιωτική τέχνη είναι όχι μόνον νοητικής φύσεως αλλά και ηθικής φύσεως διότι η μίμηση των αγαθών ιδεών και αξιών συνθέτει οδό επιστροφής προς το Αγαθό κάτι το οποίο εξαλλοιώνει η κακή μίμηση τεχνικών κακεκτύπων του Αγαθού.

Επίσης: στον Θεαίτητο αποφεύγει να κατασταλάξη ο φιλόσοφος σε έναν ορισμένο ορισμό της Γνώσεως για αυτόν ακριβώς το λόγο: καμμία γνώση δεν αρκεί για την επιστροφή στο Αγαθό, διότι κάθε γνώση συμπληρώνεται από το ηθικό βίωμα που προκύπτει όταν ο γνωρίζων τις Ιδέες  διά των Αρετών ολοκληρώνεται οδηγούμενος στον κόσμο των Ιδεών: καμμία  Τέχνη δεν μπορεί να βαυκαλίζεται ότι επαρκεί δίδουσα Γνώση στον θαυμάζοντα αυτήν, διότι μέσω της Εσωτερικής αναμνησιακής γνώσης ο Επιστρέφων στο Αγαθό Άνθρωπος πρέπει να συμπληρώσει κάθε γνώση με το Ηθικό βίωμα μίμησης του Όντως Αγαθού: άρα η εν Αγαθώ ολοκλήρωσις του Ανθρώπου είναι άθροισμα Γνώσης και Ήθους, αφ΄ής στιγμής η Τέχνη προάγει κυρίως την γνώση ως Εξωτερικότητα, ακόμα και αν προτείνει ήθος και πράξη, μόνον η ανθρώπινη εσωτερικότητα ως Υποκειμενική ανάμνησις αγαθού μπορεί να  συνδυάσει την εσωτερική ατομική γνώση του κόσμου των ιδεών κατά Σωκρατικό τρόπο με την Ηθική  βιωματική επιστροφή σε αυτόν.

 

1β: Η μίμηση στη ζωγραφική. Το παράδειγμα του κλινοποιού.

Στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας γίνεται εκτενής λόγος για τη μίμηση μέσα από τις τέχνες και τη σχέση της με την Αλήθεια. Ο Πλάτων προκειμένου να αποδείξει ότι η Τέχνη αντιπροσωπεύει μία κακή αναπαραστατική μίμηση, ακολουθεί συγκεκριμένα αξιακή και σκεπτική σειρά. Εκκινείται από την Ζωγραφική. Αυτό φυσικά δεν μας εκπλήσσει διότι αποτελεί πάγια τακτική  του Αθηναίου Φιλοσόφου (ας θυμηθούμε τους Επαγωγικούς λόγους του Σωκράτους) να ξεκινά από το συγκεκριμένο προς το αφηρημένο. Από την Ζωγραφική προς την Ποίηση.

Κατ΄αρχάς το παράδειγμα το οποίο χρησιμοποιεί είναι αυτό του κλινοποιού (Πολιτεία, 597-598). Ως ακολούθως: Το Θείο έχει δημιουργήσει μέσα από την ανάλογη κατανομή δυνάμεων στον κόσμο των Ιδεών την κλίνη. Αυτή είναι η πραγματική κλίνη, το αναμνησιακό παράδειγμα το οποίο φέρουν όλοι οι κλινοποιοί στο νού τους ώστε διά της τέχνης να καρτασκευάζουν την πραγματική μίμηση της κλίνης.

Άρα ο Πλάτωνας ανάμεσα στην φύση του Αγαθού και στην μεταφορά του προς τον Ανθρώπινο Νού και πράξη θέτει μία σειρά από ιδέες οι οποίες ως φρουροί της Αληθείας διασφαλίζουν ότι οι Άνθρωποι θυμούνται το Αγαθό και την Τελεία Φύση του. Το κριτήριο της πραγματικότητας είναι σημαντικό: ως πραγματικότητα θα εννοήσουμε την ροή της εικόνας του παραγομένου Όντος από το Αγαθό προς τον Άνθρωπο χωρίς καμμία διαμεσολάβηση, χωρίς καμμία αλλοίωση της Αγαθής φύσης του προϊόντος: Ώστε εάν ο Άνθρωπος μεθέξει της πρωτολείας φύσεως πραγμάτων και όντων σε σχέση με το Αγαθό, συμμετέχει της ουσίας του Αγαθού: άρα αναμιμνήσκει της Ουσίας του Αγαθού διά της απορροής των δυνάμεων του Αγαθού διά των  Όντων. Άρα η Τέχνη ως μίμηση μίμησης απορρίπτεται διότι διακόπτεται η υγιής απορροή των πρωτολείων δυνάμεων από το Αγαθό προς τον Άνθρωπο: άρα η  Τέχνη απορρίπτεται στον Αθηναίο φιλόσοφο όταν μεταφέρει δνάμεις αλλότριες του Αγαθού διότι υιοθετεί απορρέουσες δυνάμεις οι οποίες έχουν απομακρυνθεί από την  Πραγματική φύση του Όντος. Άρα η Συνέχεια του Αγαθού επί της Γής αποτελεί κριτήριο αποδοχής ή απόρριψης της Τέχνης: όταν η Συνέχεια διά της απορροής δυνάμεων του Αγαθού ρέει δυνάμεις αλλότριες του Αγαθού και η Τέχνη τις υιοθετεί, τότε η Τέχνη ακολουθεί ψευδή ροή: άρα αυτή η ροή είναι κακή μίμηση και ως τέτοια απορρίπτεται από τον Αθηναίο Σοφό.

Ως εκ τούτου η Πλατωνική αξιολογία είναι δυναμική και εν κινήσει, δεν είναι απλά θεωρητική έν στάσει. Ο Άνθρωπος διά των πράξεών του αποδεικνύει εάν επικοινωνεί με το πρωτότυπο Αγαθό ή με μία κακέκτυπη  μίμηση αυτού.  Στο παράδειγμα το οποίο άνωθεν σημειώσαμε ο κλινοποιός κατασκευάζει ένα γνήσιο  αντίτυπο της πρώτης και  πραγματικής κλίνης: όταν  όμως ο ζωγράφος έλθη και την ζωγραφίσει τότε η απορροή της γνησίας δυνάμεως του Αγαθού διά της κλίνης παύει και η απορρέουσα δύναμη της πρώτης κλίνης εκτρέπεται προς τη  μίμηση όχι της πρώτης κλίνης αλλά προς τη μίμηση της κλίνης την οποία έχει ο ζωγράφος  στο νού του. Άρα η ατομική συλληπτική μίμηση υπερβαίνει την καθολική φύση του Αγαθού, άρα ως κακή ατομικότητα και μίμηση απορρίπτεται η ζωγραφική της κλίνης από τον Πλάτωνα.

Ώστε λοιπόν η κακή μίμηση του Αγαθού απορρίπτεται από τον Αθηναίο φιλόσοφο διότι γεννά την ψευδή Ατομικότητα η οποία παρεκτρέπει την γνησία απορροή των δυνάμεων  του Αγαθού προς άλλες ψευδείς ατραπούς. Η κακή μίμηση ως γενεσιουργός αιτία της κακής ατομικότητας πλήττει το πνευματικά και αξιακά συλλογικό Πλατωνικό σύστημα: διότι στην Πλατωνική σειρά η οποία ξεκινά από το Αγαθό και καταλήγει στην δόμηση επί της γής της Πολιτείας και του Πολίτου ως μιμητικές κινήσεις του Αγαθού σε αυτή τη σειρά η Ατομικότητα διαλύει την συνεκτικότητα και αρτιότητα του όλο συστήματος και δρόμου του Αγαθού προς  την Πόλη και την Πολιτεία. Άρα η μίμηση ως κακή απορροή ψευδών δυνάμεων πνίγει στο ψεύδος τον άνθρωπο και δεν του επιτρέπει να κινηθεί στην οντολογική δημιουργική ατραπό από το Αγαθό προς την ενδελέχεια του Πολίτου και της Πολιτείας.

Ο Taylor αυτό ακριβώς υπονοεί όταν μας λέγει: (Taylor, 2000, σελ.323): « Έτσι μέρος της αντίληψης του Σωκράτη αποτελεί η ιδέα ότι το άτομο στα πρώτα στάδια της ζωής του πρέπει να βρίσκεται κάτω από σκληρή παρακολούθηση και να υποβάλλεται σε σκληρές δοκιμασίες του χαρακτήρα και της ευφυΐας του. Πρέπει να υπάρχει κάθε δυνατή ευκαιρία για την ανακάλυψη των αξίων και των αναξίων». Η σωστή πορεία της Αληθείας από τον κόσμο των ιδεών και του Αγαθού ενδιαφέρει τον Πλάτωνα και για λόγους Ανθρωπιστικούς όσο και Πολιτικούς: εάν θέλουμε να δομήσουμε τον καλό και αγαθό Πολίτη στην Καλή και Αγαθή Πολιτεία, τότε θα πρέπει να προσφέρουμε στον μελλοντικό Πολίτη την Αλήθεια, το Ωραίο και το Καλό (ως αυτούσια μεγέθη) προκειμενου να εξασφαλίσουμε την πρέπουσα μίμηση η οποία θα οδηγήσει στη δόμηση του πρέποντος Πολίτου στην πρέπουσα Πόλη.

Ώστε λοιπόν η απόρριψη της τέχνης η οποία μεταφέρει στρεβλή άποψη  περί των ιδεών και των αξιών, απορρίπτεται από τον φιλόσοφο, διότι πλήττεται η κυρία Αρχή δόμησης του συστήματός του. Ο Πλάτων μέσω του κόσμου των Ιδεών, αντικαθιστά κατά πνευματικό τρόπο την προσωκρατική φύση των τεσσάρων ριζωμάτων με τον κόσμο των ιδεών και των αξιών οι οποίες δομούν την Δευτέρα φύση του ανθρώπου: την πνευματική και αξιακή φύση η οποία επέρχεται μέσω της μάθησης, της επιμελείας και της διδαχής. Πλέον ο κόσμος των τεσσάρων ριζωμάτων του Εμπεδοκλέους (ύδατος, αέρος, γής, πυρός) ιδεοποιείται και αξιοποιείται στον ανθρώπινο Νού ως  σύνολο ιδεών, αξιών, οι οποίες ενώνονται με τον άνθρωπο υπό την μορφή των αρετών (ο αήρ γίγνεται πνεύμα, το ύδωρ ψυχή, η γή στερεή κίνηση, το πύρ βούληση). Τώρα ο Άνθρωπος διά του Νοός αντιλαμβάνεται την Ιδέα των συμπαντικών θεμελιωδών στοιχείων, διά της γνώσης των ιδεών των (του Καλού, του Ωραίου και του δικαίου) τα μεταφέρει στην Πόλη και ως Πολίτης δομεί την καινή πνευματική και αξιακή περίοδο της ζωής του. Όπως ήδη είπαμε η Γνώση  (ως ανάμνηση, επιμέλεια και διδαχή) είναι η κύρια δύναμις δόμησης του Πολίτου και της Πόλης: εάν μεταφερθούν στρεβλές ιδέες εκ της Τέχνης τότε όλο το οικοδόμημα της Πόλης και του Πολίτου θα δομηθεί επάνω σε λανθασμένα και ψευδή θεμέλια τα οποία βέβαια δεν θα αντέξουν στο πέρασμα του χρόνου, θα βληθούν εκ της υποκειμενικότητας, της σχετικότητας και της αμφιβολίας των επερχομένων γενεών.

Άρα ουσιαστικά ο Φιλόσοφος απορρίπτει την Τέχνη ως μέγεθος το οποίο ως υποκειμενικότητα και σχετικότητα δεν θα αντέξει στο πέρασμα του χρόνου, ώστε να αποτελέσει καθολική αρχή συνεχείας του Αγαθού η οποία κατά τρόπο αντικειμενικό θα ενώσει τους ανθρώπους: ας προσέξουμε σε αυτό το σημείο, αναφέροντας την γνώμη  του καθ.Κωσταρά για αυτό το θέμα: (Κωσταράς, 1994, σελ.215): «Ο Σωκράτης ως πρακτικός κυρίως, δηλαδή ηθικός φιλόσοφος, ερωτά για τις προϋποθέσεις της ορθής πράξεως και ευρίσκει ότι η γνώση είναι ο όρος της σωστής ενεργείας. Η αρετή είναι γνώση, ουδείς εκών κακός». Άρα το πλατωνικό σύστημα στηρίζεται στην διά της Γνώσεως οικοδόμηση  σταθερής ηθικής συμπεριφοράς των Ανθρώπων. Η Γνώση όμως προκειμένου να προσφέρει διηνεκή, καθολική και συνεχή ηθική πρακτική, θα πρέπει να απορρέει από την φύση του Κοινού Αγαθού. Εάν η Τέχνη μεταφέρει υποκειμενικές δυνάμεις, πλήττεται η αντικειμενικότητα του Αγαθού, η κοινή φύση, η δόμηση της μίας αντικειμενικής και αδιαιρέτου ανθρωπίνης φύσης (η οποία κατά αυτόν τον απόλυτο ενιστικό τρόπο μιμείται την πραγματική,ενιαία και αντικειμενική φύση του μιμουμένου Αγαθού): άρα η Τέχνη απορρίπτεται διότι προωθεί την υποκειμενικότητα των σχετικών δυνάμεων οι οποίες έχουν χάσει την οντολογική τους σύνδεση με το καθεαυτό Αγαθό και δεν πρόκειται στο πέρασμα των χρόνων να ενώσουν τους ανθρώπους ενώπιον καθολικών αρχών (του Αγαθού και του συνεπαγομένου εξ΄αυτού Καλού και δικαίου) άρα οι άνθρωποι ως οι σπηλαιώδεις άνθρωποι θα χάσουν τον προσανατολισμό τους, υποκύπτοντας σε ατομικιστές και υποκειμενικούς θαυματοποιούς, δημιουργώντας Πόλεις υποκειμενισμού και στείρων φαινομένων.

1γ. Η αρχή της διαμεσολάβησης, ως αιτία απόρριψης της ψευδούς και παραπλανητικής τέχνης.

Αναμφίβολα στο Πλατωνικό σύστημα ο Νούς αποτελεί το ενδιάμεσο εκείνο μέγεθος, το οποίο μεταφέρει εκ του κόσμου του Αγαθού τις ιδέες και αξίες οι οποίες ως  γνώση και ήθος (ανάμνησης ιδεών και μετατροπή τους σε ηθικές αρετές) θα δομήσουν τον Καλό Πολίτη στην Δικαία Πόλη. Άρα ο Νούς θα πρέπει να τροφοδοτείται με τη γνώση της Αληθείας, της Καλότητας, της Ωραιότητας. Σε καμμία των περιπτώσεων δεν θα πρέπει η αισθητική ή η ηθική να υπερκεράζουν ή ακόμα και να αντικαθιστούν την  γνωσιολογία   του Αγαθού: διότι πολλές φορές ο καλλιτέχνης, ο ποιητής, υποπίπτουν σε μία εγνωσμένη παγίδα: υποκαθιστούν την γνώση των αληθών ιδεών και αξιών με την αισθητική τους αποτίμηση στα έργα τους. Τους ενδιαφέρει περισσότερο το αισθητικώς ωραίο (μία ωραία μορφή, ένα ωραίο σχήμα λόγου) παρά η πνευματική αλήθεια η οποία οντολογικώς καθοδηγεί τον άνθρωπο.

Αυτή η διαμεσολαβητική εργασία του Νοός, μας θυμίζει ότι η απόρριψη εκ μέρους του Πλάτωνος μέρους της Τέχνης συνιστά έλλογη επιλογή ανάμεσα στο πραγματικό και οντολογικό Ωραίο και στο απλά αισθητικώς Ωραίο.  Αναφέρει σχετικώς ο  Taylor (Taylor, 2000, σελ.419) : «Εξάλλου εάν το Ένα υπάρχει, τότε το Ένα είναι: Τώρα το Είναι εκφράζει μέθεξη στην ύπαρξη κατά το παρόν. Άρα το Ένα βρίσκεται μέσα στο χρόνο. Ο χρόνος όμως προχωρεί, πορεύεται: Άρα το Ένα καθώς ο χρόνος προχωρεί γίνεται ολοένα και παλαιότερο από τον εαυτό του».

Το χρονολογικό κριτήριο, ή το κριτήριο του πανδαμάτορος χρόνου, φαίνεται ότι ενέχει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια του Πλάτωνος να θεωρήσει ότι η Φιλοσοφία είναι ο ασφαλής δρόμος ανάμνησης του Όντως Αγαθού (σε σχέση με την Τέχνη). Η Φιλοσοφία (ως ουσιώδης εσωτερική γνωσιακή και ενορατική σύνδεση του Νοός με τον κόσμο του Αγαθού και όχι απλά ως αισθητική εξωτερική σύνδεση της αίσθησης με τον κόσμο του Αγαθού (κατά τα πρότυπα της Τέχνης) είναι αυτή η οποία θα συσσωρεύσει την αλήθεια στον διαμεσολαβητή Νού.  Άρα η επιλογή αυτή του Πλάτωνος έχει να κάνει με την προτίμηση της Γνωσιολογίας σε σχέση με την Αισθητική. Με την προτίμηση της  Εσωτερικότητας σε σχέση με την Εξωτερικότητα. Ουσιαστικά ο Αθηναίος φιλόσοφος θεωρεί ότι η Ανθρώπινη Εσωτερική σύνδεση  δια του Νοός με τον κόσμο του Αγαθού, η εσωτερική θέαση του Αγαθού, σε καμμία των περιπτώσεων δεν μπορεί να αντικατασταθή με την εξωτερική αποτυπωτική θέαση του αγαθού σε ένα ποίημα ή σε ένα άγαλμα δια του εξωτερικού οφθαλμού, ή διά των εξωτερικών οργάνων αντίληψης: Σε συμφωνία με τον Ηράκλειτο και ο Πλάτων θεωρεί ότι  «ες βυθόν η αλήθεια», από αυτό το βυθό μόνον ο διαμεσολαβητής  Εσωτερικός Νούς μπορεί να εύρη το δρόμο ανάμνησης προς το Αγαθό, ανάμνησης και γνώσης της Αληθείας του κόσμου των Ιδεών.

Εξάλλου δεν πρέπει να λησμονείται ότι και στην αλληγορία του σπηλαίου, δίδεται προτεραιότητα στο Νού σε σχέση με τις αισθήσεις. Εκεί αναφέρεται ότι : « Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σ' ένα οίκημα υπόγειο, κάτι σαν σπηλιά, που το άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως σε μεγάλη απόσταση, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της σπηλιάς, και τους ανθρώπους αυτούς να βρίσκονται μέσα εκεί από παιδιά αλυσοδεμένοι από τα σκέλια και τον αυχένα ώστε να μένουν ακινητοποιημένοι και να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός χωρίς να μπορούν, έτσι αλυσοδεμένοι καθώς θα είναι, να στρέφουν γύρω το κεφάλι τους…» (Πολιτεία, 514a-517a). Ο Πλάτων μέσω αυτής της αλληγορίας είναι  σαφής: η αίσθηση, η αισθητική θέαση του ωραίου, είναι απλή συνέχεια της δυνατότητας του Νοός, της εσωτερικής δυνατότητας του Νοός να διατυπώνει έννοιες, δομές, με βάση τις αλιευθείσες ιδέες και αξίες του κόσμου και του Είναι.  Όταν ο Νούς αδυνατεί να συλλάβει  μέσω των αισθητικών δεδομένων τις υπόρρητες ιδέες και αξίες , τότε ανακύπτει ένα κορυφαίο πρόβλημα (οντολογικής, γνωσιακής, αξιολογικής φύσης) (όπως σαφέστατα υπονοείται στην άνωθεν αλληγορία του σπηλαίου):

Συγκεκριμένα: ο Άνθρωπος  στερημένος του Φωτός του Αγαθού, ουσιαστικά στερημένος της Αναμνήσεως του Αγαθού (σαφώς στον Πλάτωνα η Ανάμνηση είναι το Φώς που κατευθύνει πνευματικά και αξιακά τον Άνθρωπο) αδυνατεί να προχωρήσει στην κατασκευή εννοιών και δομών (διότι δεν έχει τα υλικά αυτών (τις απορρέουσες από τον κόσμο των ιδεών έννοιες του καλού και του κακού). Άρα χωρίς τις έννοιες του Καλού του Ωραίου και του Αγαθού, δεν είναι δυνατόν να κατασκευασθούν οι δύο  κύριες δομές οι οποίες θα οδηγήσουν στη συνέχεια προς τον αρχέγονο κόσμο του Αγαθού (και ως μίμηση και ως πορεία). Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.

Η έννοια του Πολίτου  προκειμένου να προσφέρει την δομή της Πόλης, χρειάζεται τις ιδέες και τις αξίες του Καλού και του Ωραίου ώστε διά των Πλατωνικών αρετών οι άνθρωποι να κτίσουν τον καλό και αγαθό Πολιτικό χαρακτήρα μέσα στην Πόλη η οποία αποτελεί προτύπωση του κόσμου του Αγαθού. Διαβάζουμε στον Taylor (Taylor, 2000, σελ.589): «Σε τι συνίσταται τώρα η  φροντίδα για τον εαυτό μας; Με περιττή λεπτολογία φθάνουμε στο συμπέρασμα ότι φροντίζεις για κάτι κάνοντάς το καλύτερο …έτσι το ερώτημά μας γίνεται: τι είναι ο εαυτός;». Άρα ο σκοπός του νοούντος Υποκειμένου είναι η πνευματική και αξιακή κατασκευή του Εαυτού ως Πολίτου σε μία Πόλη εφαρμογής πολιτικής του κόσμου του Αγαθού: επί της ουσίας ο Καλός και Αγαθός Πολίτης ο οποίος διαλύει τους πνευματικούς και αξιακούς περιορισμούς του σπηλαίου της αγνοίας, μεταφέρει το Καλό και το Ωραίο του Κόσμου των Ιδεών δομώντας την έννοια του Εαυτού Πολίτου και τη δομή του Κόσμου της Πόλης Κράτους ως μεταφορά του Κόσμου του Αγαθού επί της Γής: ουσιαστικά ο κόσμος των ιδεών επί της γής μετουσιώνεται σε Αγαθό Πολίτη σε Καλή Πόλη.

Άρα η τέχνη, οι τέχνες σε όλες τις εκφάνσεις τους, προσφέρουν αυτή τη δυνατότητα δόμησης και εννοιοποίησης του προτύπου του Πολίτου και της Πόλης, ή μήπως απλά αισθητικοποιούν τις προσφερόμενες ιδέες και αξίες του Καλού και του Ωραίου (ανάλογα με την εξωτερίκευση που δίδει στην ιδέα  του Καλού και του Ωραίου η κάθε τέχνη) αδυνατώντας να προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα τρόπου δόμησης Εαυτού Πολίτη και Πόλεως Πολιτικής (στηριζομένων επί του κόσμου του Αγαθού;): εάν σκεφθούμε ότι συλλήβδην ο Πλάτων θεωρεί ότι οι τέχνες (ζωγραφική π.χ) αποτελούν μίμηση μιμήσεως του πρώτου αγαθού, τότε καταλαβαίνουμε ότι απορρίπτεται η τέχνη (η επική ποίηση π.χ) διότι δεν βοηθεί στην έξοδο του ανθρώπου από το σπήλαιο της αγνοίας αλλά δεν συνδράμει  και στην δόμηση ενός Πολιτικού εαυτού και μίας Αγαθής Πόλης η οποία θα μεταφέρει επί γής τον κόσμο του Αγσθού: άρα η τέχνη απορρίπτεται από τον Πλάτωνα στον βαθμό στον οποίο δεν είναι καταρριπτική των τειχών του σπηλαίου της αγνοίας μέσα στο οποίο ζεί ο άνθρωπος και θα εξέλθει  μόνον και εφόσον κατασκευάσει τις νοητές έννοιες και δομές του αγαθού και καλού Πολίτη και Πόλεως κράτους, οι οποίες αυτές έννοιες στηρίζονται επί των δεδομένων του κόσμου των ιδεών.

Αυτή η αίσθηση του γιατί απορρίπτεται η τέχνη από τον Πλάτωνα, ενδυναμώνει όταν μελετούμε τον «Πλατωνικό Γοργία»: Διαβάζουμε (Taylor, 2000, σελ.142-143) : «Μάθαμε τώρα τι εννοεί ο Γοργίας λέγοντας ρητορική, εννοεί μία «τέχνη της πειθούς». Πρόκειται για τέχνη επειδή μπορεί ή διατείνεται ότι μπορεί να αναχθεί σε κατανοητές αρχές. Το αντικείμενο ή ο στόχος της είναι να πείθει ανθρώπους να δέχονται τις απόψεις αυτού που την ασκεί κάνοντάς τους να συναινούν και να γίνονται όργανα της θέλησης του ρήτορος».

Ο  Πλάτων λοιπόν μάλλον απορρίπτει την τέχνη από την ιδανική του Πολιτεία (στην προκειμένη περίπτωση την τέχνη της Ρητορικής)  διότι κατ΄αρχάς  το Αγαθό δεν έχει ανάγκη πειθούς αλλά αναμνήσεως. Φαίνεται ότι η ρητορική τέχνη έχει απολέσει την γνωσιακή οδό η οποία αναμνησιακά και αξιακά οδηγεί προς και από το Αγαθό. Λείπει η Εσωτερική σύνδεση με τις ιδέες και τις αξίες του Κόσμου των Ιδεών διότι τα ακούσματα του ρήτορος δεν απαιτούν εσωτερική  σύνδεση με το Καλό και το Ωραίο της προΰπαρξής μας στον κόσμο των Ιδεών. Απαιτούν μία εξωτερική σύνδεση ακουσμάτων, ατομικού λόγου, χάραξη δράσης χάριν επιβίωσης, μίας καλής επιβίωσης: άρα η ρητορική σκοπό έχει την καλή επιβίωση του ανθρώπου στην πόλη, έστω και αν δεν ικανοποιείται η εσωτερική πορεία γνώσης και ανάμνησης η οποία εσωτερικά ωριμάζει τον άνθρωπο, τον οδηγεί στην πολιτική φιλοσοφία της πράξης του καλού και άρα στην επιστροφή σε ένα κόσμο ιδεών και αξιών.

Άρα η Τέχνη όταν αποσυνδέεται από τον κόσμο των ιδεών, και καθίσταται (όπως η ρητορική) απλή τεχνική επιβίωσης, πολιτικής ή άλλης επιβίωσης, επειδή αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως εξωτερικότητα και όχι ως νοήμων εσωτερικότητα αναμνησιακής σύνδεσης με τον ανώτερο κόσμο των ιδεών, αυτή η τέχνη (εδώ υπό την μορφή της Ρητορικής) απορρίπτεται. Ο Πλάτων την απορρίπτει λόγω της Ατομικής και Πολιτικής δομής που προωθεί η Ρητορική: Ο Άνθρωπος της ρητορικής ως εξωτερικότητα είναι απλό άθροισμα ερεθισμάτων και αντιδράσεων ώστε να βιώνει μία καλή ζωή: σε ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι είναι άθροισμα ερεθισμάτων και αντιδράσεων προκειμένου να ζούν καλά: λείπει ο άνθρωπος της αναμνησιακής αυτοσυνειδησίας ο οποίος δομεί τον Λογικό Εαυτό του επειδή ακριβώς μετέχει του Αγαθού και υπό οποιοδήποτε ερέθισμα θα ήταν ο ίδιος: άρα ο Πλάτων απορρίπτει την τέχνη της ρητορικής  διότι δεν παρασκευάζει τον παραμόνιμο έλλογο άνθρωπο αλλά τον πρόσκαιρο άνθρωπο των ερεθισμάτων και των τυχαίων αντιδράσεων:  ο άνθρωπος είναι ένα  συμπεριφοριστικό μοντέλο τυχαίου εαυτού: όμως ο Πλάτων θέλει  σε μία Πόλη  ανθρώπους οι οποίοι  ως μετέχοντες του Αγαθού θα είναι καθεαυτοί εγνωσμένως καλοί και μόνον τέτοιοι υπό οιασδήποτε συνθήκες, εσωτερικός τους δάσκαλος θα είναι η ανάμνηση του αγαθού και όχι κάποιος ρήτορας: η ευμεταβλητότητα του ρητορικού λόγου αναλόγως των περιστάσεων δημιουργεί ένα αντιπλατωνικό μοντέλο ανθρώπου και κόσμου, άρα απορριπτέο: ο Πλατωνικός άνθρωπος και η Πλατωνική Πολιτεία είναι αντικειμενικά μονοειδείς υπό οιανδήποτε συνθήκη διότι ο ενθυμούμενος του αγαθού γίνεται μόνιμα καλός σε καλή πόλη, ακούγοντας όχι κάποιον εξωτερικό ρήτορα  (μάλλον δεν ακούει καμμία διαμεσολάβηση ανάμεσα σε αυτόν και στο Αγαθό) αλλά την εσωτερική φωνή του Αγαθού μέσα του. Νικά τις περιστάσεις και την ευμεταβλητότητα της ζωής και γίνεται μόνιμα καλός χωρίς τις μεταπτώσεις του ρητορικού λόγου.

 

2. Γιατί η Σωκρατική ειρωνεία και μαιευτική  δεν χρειάζεται την Τέχνη; Το μοντέλο του αμέσου και αυτενεργούντος   Εσωτερικού Υποκειμένου.

Ο Σωκράτης παινευόταν ότι στη φιλοσοφία ήταν αυτοδίδακτος. Έβλεπε  μάλιστα τη φιλοσοφία ως εργαλείο αυτογνωσίας και κοινωνικής λειτουργίας, διότι ετοιμάζει τον Πολίτη ο οποίος είναι ικανός να δομήσει την ιδανική Πολιτεία. Όπως αναφέρει ο καθ.Κωσταράς (Κωσταράς, 1994, σελ.214): Ο Αθηναίος φιλόσοφος είχεν επίγνωση ότι ο ίδιος λειτουργούσε ως η άγρυπνος συνείδηση των πολλών. Κατανοώντας όλα αυτά, καλούμαστε να απαντήσουμε στο τεθέν ερώτημα: όχι τόσο εάν ο Σωκράτης (άρα και ο μαθητής αυτού Πλάτων) απέρριπταν την Τέχνη ως απομακρυνομένη από την πηγή της Οντικότητας του Κόσμου του Αγαθού, αλλά κυρίως θα πρέπει να απαντήσουμε σε ένα άλλο τεθέν ερώτημα: ο Σωκράτης και ο Πλάτων χρειάζονταν την Τέχνη;

Το όλο θέμα τίθεται ως ακολούθως: Η Τέχνη ως βαθμίδα εμφάνισης του όντος , σκοπό έχει την  μηνυματική  (αισθητηριακή πολλές φορές κατά βάση) εξωτερική σύνδεση του Υποκειμένου με τις Αλήθειες οι οποίες ενυπάρχουν  στο  τεχνικό  αποτύπωμα (σε ένα ζωγραφικό πίνακα, σε ένα έργο δραματικής ποίησης κ.ο.κ). Σε ένα όμως πλατωνικό (σωκρατικό) σύστημα βαθύτατα εσωτερικό, σε ένα όμως πλατωνικό σύστημα (με εκφραστή πάντοτε το Σωκράτη) το οποίο στηρίζεται στις ενορατικές συλλήψεις του Νοούντος Υποκειμένου (το οποίο κατ΄αρχάς διά της νόησης συλλαμβάνει τις πρώτες ιδέες και αρχές και έπειτα διά της δια-νοίας τις συνενώνει με τον κόσμο ώστε διά των επαγωγικών και οριστικών αρχών να οδηγηθεί στις πρώτες αρχές του Αγαθού, του Καλού, του Ωραίου), σε αυτόν λοιπόν τον κόσμο του Πλάτωνος και του Σωκράτους μήπως τελικά η τέχνη δεν είναι απορριπτέα τόσο όσο περιττή; Όταν ο Σωκράτης θεωρεί ότι ήδη μέσα μας έχουμε όλες εκείνες τις ιδεατές και αξιακές αφορμήσεις οι οποίες εάν συνειδητοποιηθούν ως δυνάμεις και ενέργειες ενώνουν απευθείας το φωτισμένο Υποκείμενο με τον κόσμο των Ιδεών και τον τρόπο του, τότε ίσως αβίαστα οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι το φωτισμένο Σωκρατικώς Υποκείμενο οδηγείται στην επιστροφή του στον κόσμο των Ιδεών χωρίς την ανάγκη και την διαμεσολάβηση της τέχνης. Διότι η ανάμνηση ως εξόχως θεωρητική και ηθική πορεία χρειάζεται όλες εκείνες τις ενορατικές  ιδέες και αξίες, οι οποίες εμφωλεύουν και σοβούν εντός του ανθρώπου, με έναν τρόπο ατομικό αλλά και οντολογικό ο οποίος πολλές φορές δεν ανιχνεύεται κάν στην τέχνη. Ποια τέχνη μπορεί να κινήσει εσωτερικώς τον άνθρωπο ως φωνή βαθυτάτης εσωτερικής γνώσης ότι Είναι κομμάτι του Αγαθού και σε αυτό πρέπει να επιστρέψει; Η Τέχνη ως εξωτερικότητα μπορεί να το σημειώσει αλλά και χωρίς την Τέχνη ο άνθρωπος εάν αισθανθεί την Αγαθή και Ενδελεχή φύση του τότε με ένα δικό του εσωτερικό τρόπο ανακράζει (μαζί με τον Κίρκεγγωρ): η Εσωτερικότητά μου η Υποκειμενικότητά μου είναι η Αλήθεια  (Κωσταράς, 1994,σελ.415 κ.ε). Άρα λοιπόν η Τέχνη ίσως απλά είναι αχρείαστη στο μαιευτικό σύστημα  του Σωκράτους ο οποίος αναζητεί στον Άλλον τη στιγμή της σύνδεσης με την Εσωτερική αγαθή συνέχεια  του Ανθρώπου, και όχι τη διάρκεια της εξωτερικής σύνδεσης με τα μηνύματα της Τέχνης.

Διαβάζουμε μαζί με τον καθ. Κωσταρά (Κωσταράς, 1994, σελ. 214): « Με τον στοχασμό του Σωκράτους, το ανθρώπινο πνεύμα από την έρευνα της φύσεως στρέφεται στον ίδιο του τον εαυτό και μελετά για  πρώτη φορά την ουσία του. Η επιστημονική γνώση για τον εξωτερικό κόσμο δεν είναι αρκετή και πάντως ο βαθύτερος σκοπός της είναι η καλύτερη κατανόηση του εαυτού μας, το γνώθι σαυτόν». Άρα το Σωκρατικό Υποκείμενο ωριμάζει πνευματικά και ηθικώς κατανοώντας πολλές φορές εσωτερικά μηνύματα τα οποία σε αρκετές των περιπτώσεων είναι διαισθητικά και δεν υπακούουν σε συγκεκριμένο λεκτικό  ή άλλο επικοινωνιακό κώδικα. Στον Φαίδωνα (Taylor, 2000, σελ. 232) ο Κέβης αναφέρει στον Σωκράτη ότι η ψυχή αναμφίβολα δεν είναι απλό αποτέλεσμα σωματικών αιτίων αλλά πράγματι η ίδια δημιουργεί το σώμα της, προκύπτει ότι ως υφαντής υφαίνει το χιτώνα της η ψυχή, πεθαίνοντας καταλείπει τον τελευταίο. Καταλαβαίνουμε ότι η αυτογνωσία και η αυτοσυναίσθηση του Σωκρατικού Ανθρώπου επέρχεται πολλές φορές μέσα από άρρητα εσωτερικά μηνύματα τα οποία πολλές φορές αποτελούν και εσωτερικό εν στιγμή φωτισμό. Σύμφωνα με τον Αθηναίο σοφό αυτή η μαιευτική αυτογνωσία είναι εν στιγμή και αρκετές φορές είναι αποτέλεσμα εξαίφνης εμφάνισης ιδεών και αξιών. Το Υποκείμενο βεβαιώνεται μέσα από εσωτερικές ατομικές σκέψεις και  ενσυναισθήσεις ότι πράγματι επικοινωνεί με τον κόσμο των ιδεών πνευματικώς, ηθικώς επιστρέφει σε αυτόν. Αυτή η υψίστη στιγμή εσωτερικής φώτισης, αυτός ο βαθύτατα εσωτερικός διάλογος, ίσως κανένα κοινό σημείο δεν έχει με τον εξωτερικό διάλογο με την τέχνη και τά έργα της, τα οποία πολλές φορές αδυνατούν να καταστούν ανθρωπίνη διαφωτιστική εσωτερικότητα, άρα ως περιττά περισσεύουν στην Πλατωνική (Σωκρατική) Γνωσιολογία και Ηθική.

Ειδικά η μέθοδος της Σωκρατικής Ειρωνείας, ως μία βαθυτάτη εσωτερική αναδιανομή των ήδη υπαρχουσών εσωτερικών δυνάμεων του ανθρώπου, πολλές φορές εκπονείται σύμφωνα με μία πορεία εντελώς εσωτερική, μη ανιχνεύσιμη από εξωτερικούς παράγοντες. Άρα η πλατωνική απόρριψη της τέχνης ή η πλατωνική σκληρή κριτική στις μορφές τέχνης, ίσως αποτελεί ένα κάλεσμα στις εσωτερικές αναπροσαρμογές και αναδιανομές δυνάμεων εντός του Νοούντος Υποκειμένου με ένα τρόπο και με υλικά τα οποία ως άρρητα και  ενορατικώς αοράτως ανιχνεύσιμα, ανακαλύπτονται από το αυτεγνωσμένο Υποκείμενο και μόνο. Αποτυπώνονται δε μόνον στον ίδιο τον αυτεγνωσμένο άνθρωπο κατά ένα τρόπο συνειδησιακό χωρίς περαιτέρω τεχνική δυνατότητα αποτύπωσης. Διότι η Τέχνη ως απλή βαθμίδα εμφάνισης των οντολογικών δυνάμεων αδυνατεί να αποτυπώσει όλη την γνωσιακή και αξιακή ένταση του αναδιαμορφωμένου αυτογνωσιακώς Υποκειμένου. Άρα ίσως ο Πλάτων απορρίπτοντας την τέχνη καλεί το Υποκείμενο σε έναν ατελεύτητο εσωτερικό αγώνα γνώσης και επιστροφής, μέσα από σημεία και οιωνούς καθαρά εσωτερικούς.

Η Σωκρατική ειρωνική μέθοδος, επιρρωνύει αυτά τα συμπεράσματά μας. Η Σωκρατική ειρωνεία ως αρνητική  πορεία, παιδαγωγεί, αφυπνίζει και κατευθύνει τον άνθρωπο. Μέσω της ειρωνείας συντρίβεται κάθε μορφή αυθεντίας, άρα η σκέψη αφίεται ελεύθερη να προχωρήσει σε ποικίλους αναπροσδιορισμούς. Σε αυτό το σημείο πράγματι χρειάζεται μία επαναπροσδιοριστικότητα της λέξης: ειρωνεία. Η ειρωνεία παράγεται από το ρ. είρω= ενώνω. Άρα αποτελεί η ειρωνική μία βαθυτάτη  αυτογνωσιακή τεχνική επαναπροσδιορισμού του Ανθρωπίνου Εαυτού σε σχέση με τις δυνάμεις και ενέργειες οι οποίες τον αποτελούν. Ας προσέξουμε ότι εκ φύσεως η Ειρωνεία στηρίζεται στο ότι ο άνθρωπος είναι σύνολο ενωθεισών δυνάμεων: Η Σωκρατική Ειρωνεία δεν ασχολείται με μονοσήμαντες δυνάμεις αλλά με δύο ή παραπάνω δυνάμεις η οποίες έχουν ενωθεί και έχουν δομήσει τον Ανθρώπινο χαρακτήρα: πολλές από αυτές τις ζευγαρωτές ενώσεις δυνάμεις πρέπει να αναιρεθούν και να υπάρξη  «επανασυγκόλληση» καινών δυνάμεων ώστε ο άνθρωπος εσωτερικώς να αναγεννηθεί ως νοούν Υποκείμενο.

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Σύμφωνα με την Σωκρατική Ειρωνική μέθοδο, ο Άνθρωπος εσωτερικώς έχει συνδυάσει την αγάπη του για την Γνώση με την δυναμική του φαινομένου ως τρόπου εμφάνισης της Ιδέας του Ωραίου και του Καλού. Άρα ο Σωκράτης διά της Ειρωνικής μεθόδου του απέβλεπε στο να επαναξιολογηθεί η ένωση της Εσωτερικής ιδέας της Αληθείας την οποία όλοι οι άνθρωποι φέρουν με τα φαινόμενα με τα οποία ενώθηκε και συνδέθηκε αυτή η Ιδέα. Το ερώτημα λοιπόν είναι: η Τέχνη αποτελεί ασφαλή οδό, ασφαλούς ενώσεως της Αληθείας με τον φαινόμενο κόσμο ώστε η ιδέα της Αληθείας διά των φαινομένων και του κόσμου της διανοίας να οδεύσει προς την Αλήθεια του Κόσμου των ιδεών; Δημιουργώντας βέβαια το πρότυπο του Πολίτου και της Αληθούς Πόλεως (ως προτυπώσεις του κόσμου του Αγαθού). Διαβάζουμε: (Τaylor, 2000, σελ.102): «Οι φιλόσοφοι όπως μας λέγει η Διοτίμα στο Συμπόσιο βρίσκονται μεταξύ των δύο άκρων στο δρόμο προς τη Σοφία, αλλά μόνον προς το δρόμο. Έχουν επίγνωση της αγνοίας των και θέλουν να απαλλαγούν από αυτήν…».

Σε σχέση με την Ειρωνική μέθοδο του Σωκράτους, οι φιλόσοφοι, γενικώς οι νοήμονες άνθρωποι, προχωρούν σε αυτό το δρόμο σε συνδέσεις της Ιδέας της Αληθείας με σημαίνοντα και σημαινόμενα τα οποία προκαλούν ανάμνηση και γνώση του Αγαθού. Άρα το ερώτημα είναι σαφές: η σύνδεση του Αγαθού με τα δεδομένα του κόσμου (σκοπός της Σωκρατικής ειρωνικής μεθόδου) προάγεται μέσω της Τέχνης, ή η Τέχνη (σε όλες τις εκφάνσεις της) προκαλεί κακές συνδέσεις αγνοίας τις οποίες αποκαλύπτει η Ειρωνική αποσυγκολλητική ή συγκολλητική Σωκρατική μέθοδος;  Στην Πολιτεία ο Σωκράτης φαίνεται ότι δίδει αρκετά ξεκάθαρες απαντήσεις σε αυτά τα τεθέντα ερωτήματα: κατ΄αρχάς θεωρεί ότι πρέπει να υπάρξει  συγκεκριμένη κάθαρση στους μύθους (Taylor, 2000, σελ.327) διότι (και ο Όμηρος αλλά ειδικά ο Ησίοδος) οι ποιηταί θεωρούνται φταίχτες υποβιβασμού των θεών μιάς και διδάσκουν στις κοσμογονίες τους τη βίαιη ανατροπή των αρχαιοτέρων δυναστειών των  θεών από τις νεώτερες δυναστείες.

Ο Σωκράτης επίσης επιτίθεται και στον Αισχύλο, στην δραματική του τέχνη γενικότερα (Taylor, 2000, σελ.327) διότι τον θεωρούσε εκφραστή  της θρησκείας των αφελών Αθηναίων . Προφανώς λοιπόν ο Σωκράτης θεωρούσε ότι η Τέχνη της εποχής  του είχε ως αυτοσκοπό την αδύναμη, άτονη  και άπνοη πολυπλοκότητα και ποικιλία η οποία έκρυβε το δρόμο που υπενόησε η Διοτίμα. Σύμφωνα με το μαιευτικό φιλόσοφο η Τέχνη της εποχής του δεν χάρασσε δρόμο επιστροφής προς το Αγαθό, αλλά ούτε και την μεταφορά του τρόπου και του κόσμου του Αγαθού προκειμένου να δομηθεί ένας ανάλογος Πολίτης Αγαθός σε μία Πόλη αγαθή. Υπό αυτήν την έννοια και σκεπτική ο Αθηναίος Σοφός επικρίνει την Τέχνη και κινείται αρνητικά απέναντί της. Διότι   θεωρεί ότι η Ανθρώπινη Υποκειμενικότητα και Εσωτερικότητα χρειάζεται άμεσες Ιδέες και Αξίες του Αληθούς ώστε μέσω της σύνδεσης Σκέψης και Πράξης  σε σχέση με αυτές να μεθέξει του κόσμου του Αγαθού, η Σωκρατική αρνητικότητα έναντι της Τέχνης έχει οντολογικές ρίζες και δεν είναι θέμα απλής αισθητικής εκτίμησης. Δεν ενδιαφέρει τον Αθηναίο φιλόσοφο η κλασσικότητα των  έργων Τέχνης αλλά η οντολογικότητα της φύσεώς των ώστε να ωθούν τον νοήμονα άνθρωπο προς το Αγαθό ανοίγοντάς του το δρόμο που υπενόησε η Διοτίμα.

2α. Είναι η Τέχνη κάτι το απροσδιόριστο άρα συγχρόνως και για αυτό το λόγο κάτι το απορριπτέο;

Ο Σωκράτης προχώρησε στη σύζευξη σκέψης και πράξης, νόησης και ηθικής. Στο σωκρατικό σύστημα δεν νοείται η γνώση διαχωρισμένη από την πράξη, η αγαθή ιδέα του καλού άσχετη προς την ηθική της πραγμάτωση. Ο Σωκράτης σε πλείστους όσους διαλόγους, ουσιαστικά χλευάζει ανθρώπους οι οποίοι δεν καταφέρνουν να προχωρήσουν σε αυτήν την τόσο συζευκτική προσδιορίσιμη κίνηση, ό,τι σκεφθούν να το συνδέσουν με την ηθική πράξη ως οδό προς την Αλήθεια. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τον Αγάθωνα αλλά και τον Αλκιβιάδη ως παραδείγματα μέσα από το Συμπόσιο. Ως παραδείγματα απροσδιοριστίας και χαοτικής αντίληψης  των πραγμάτων και των εννοιών όταν γελοιοποιούν και εκχυδαΐζουν την έννοια του Έρωτος, μη όντες ικανοί να συνθέσουν ελλόγως τον Έρωτα (σύμφωνα με τη Διοτίμα) ως συμπαντική συνεκτική φιλική δύναμη ένωσης των αντιθέτων.

Αναμφιβόλως το σωκρατικό γνωσιολογικό και αξιολογικό σύστημα είναι λογικά δομημένο, έχει μάλιστα ως σκοπό να χαράξει συγκεκριμένη και αντικειμενική πορεία ανάμεσα στον κόσμο των ιδεών, της γνώσης του καλού, της ηθικής πράξης αυτού, της δόμησης ελλόγου Πολίτου και ελλόγου Πόλεως. Η Τέχνη ακολουθεί αυτό το σωκρατικό σύστημα ούσα αντικειμενική, συγκεκριμένη, ξεκάθαρη ως προς την γνώση και τις ηθικές επιδιώξεις της; Ή επιτρέπει όσα επέτρεπαν οι αντίπαλοι του Σωκράτους, οι Σοφιστές, δηλαδή την υποκειμενικότητα, την απροσδιοριστία και απλά το ότι μέτρο όλων είναι ο άνθρωπος ως ελεύθερο όν που δεν ανήκει σε κανέναν κόσμο ιδεών σε καμμία συγκεκριμένη έλλογο πορεία;

Ας παρακολουθήσουμε κάποια πολύ βασικά στοιχεία της Σωκρατικής φιλοσοφίας. Ας αναρωτηθούμε πόσο εύκολα κάποιος τα ανευρίσκει σε ένα έργο τέχνης, σε ένα ποίημα, σε μία τραγωδία, σε ένα άγαλμα; Σύμφωνα λοιπόν με τον Αθηναίο φιλόσοφο η θεραπεία της ψυχής επιτυγχάνεται με την αρετή  και την ηθική πράξη. Η αρετή είναι γνώση, χωρίς  γνώση ο άνθρωπος αυτοεγκαταλείπεται σε ένα άσκοπό ταξίδι ζωής το οποίο δεν είναι σίγουρο ότι θα του αποφέρει τον επιθυμητό νόστο γνώσης και ηθικής αποκατάστασης. Ο Σωκράτης μέσω ειδικά της μαιευτικής του μεθόδου απέβλεπε στην εκμαίευση όλων εκείνων των ήδη υπαρχουσών ιδεών και αξιών οι οποίες διά των αρετών θα μετεξελιχθούν σε Δευτέρα ηθική έλλογη ανθρώπινη φύση. Στον Πολιτικό μάλιστα ο Σωκράτης (Πολιτικός, 286e) είναι σαφής όταν μας λέγει: « Για αυτό πρέπει να εξασκούμαστε για να μπορούμε να δίνουμε λόγο για κάθε πράγμα και να παίρνουμε την απαραίτητη  γνώση. Γιατί τα ασώματα όντα που είναι πανέμορφα και μέγιστα δείχνονται ακριβώς μόνον με την λογική έρευνα και με τίποτα άλλο και σε αυτό αποβλέπει όλη η τωρινή μας λειτουργία».

Σύμφωνα λοιπόν με το Σωκράτη (και σε διαρκή αναφορά με την Τέχνη ως μεταφορά και διά αυτής ιδεών και αξιών) η λογική ως μέσο ερεύνης σκοπόν έχει την απόλυτο σύνδεση του νοήμονος ανθρώπου με την ενορατική, έλλογη, αποδεικτική γνώση των όντων εκείνων (σωματικών ή ασωμάτων,  ιδεατών ή ενύλων) ώστε ο άνθρωπος να αναμνησθεί ολης της πορείας από τον κόσμο του Αγαθού διά του Εαυτού του προς την Πόλη όπου ζεί αλλά και προς την ποθητή επιστροφή στον κόσμο  του Αγαθού: η Τέχνη ως εξωτερίκευση και αναπαράσταση εικόνων,  λέξεων, παραστάσεων, είναι ξεκάθαρο μέρος αυτής της λογικής διαδικασίας και πορείας ή αποτελεί μία άγονη αισθητική κατά βάση εξωτερικότητα μορφών οι οποίες δεν μπορούν να ωθήσουν το σκεπτόμενο υποκείμενο προς την ουσία των μορφών, ώστε ο Άνθρωπος να προχωρήσει από την ύλη στο είδος, από την εξωτερικότητα στην εσωτερικότητα;

Διαβάζουμε στον Taylor (Taylor, 2000, σελ.336): « Το ότι ο Σωκράτης αδυνατεί να αναφερθεί στην Ιδέα του Καλού μη αποφατικά κατορθώνοντας να τη χαρακτηρίσει θετικά με μία ατελή μόνον παρομοίωση είναι αναπόφευκτο από την  φύση της περίπτωσης. Το ίδιο πράγμα μπορεί να παρατηρηθεί σε κάθε φιλοσοφία που δεν θέλει απλώς να αρνηθεί ή να αγνοήσει το Απόλυτο , την υπέρτατη δηλαδή πηγή της πραγματικότητας». Ο Σωκράτης λοιπόν σχοινοβατεί στο θέμα του ορισμού του Αγαθού, του Καλού. Θεωρεί ότι η συζήτηση για αυτά τα μεγέθη, αποτελεί προϊόν και εκμαίευση βαθείας αναμνήσεως η οποία ξεκινά από την ενόραση του κόσμου του Αγαθού, συνεχίζει προς την πλήρη θέαση της ιδέας του Καλού στον κόσμο των Ιδεών (μερικές φορές ο Σωκράτης ομιλώντας  για το Καλό  σαν να ομιλεί για τον Ήλιο πραγματικά δείχνει πόσο δύσκολη είναι κάθε αλήθεια και διατύπωση αληθείας περί του Καλού). Όλα αυτά προϋποθέτουν την ειρωνική και μαιευτική εξέλιξη του ανθρωπίνου Νοός και του εκμαιευθέντος εξ αυτού Λόγου. Άρα η Τέχνη, έστω μέσα από τα σύμβολα της δραματικής ποίησης, έστω μέσα από τις αρμονικές μορφές των αγαλμάτων, μέσα από τις ωραίες αναπαραστάσεις των ζωγραφικών πινάκων, δεν μπορεί να βαδίσει αυτό το μακρύ, εσωτερικό πολλές ταξείδι από τον κόσμο των ιδεών προς τον άνθρωπο και το αντίστροφο. Εξάλλου και αυτό ακόμη το τέλος του Σωκράτους, η πόσις του κωνείου, φανερώνει ότι η φιλοσοφία του ήταν βαθέως βιωματική, άρα η Τέχνη ως πρωτίστως αισθητική απόλαυση και αισθητική μεταφορά μηνυμάτων, αδυνατεί να συνδέσει τον άνθρωπο ιδεατώς και ηθικώς με τον κόσμο των ιδεών ώστε ο Πολίτης στην Πόλη να συνεχίσει τον τρόπο του Κόσμου του Αγαθού.

3.Η περιττότητα της Τέχνης στον Πλάτωνα λόγω της εκ του μηδενός νοητικής  δημιουργίας Κόσμου και ανθρώπου στον Φιλόσοφο.

Στον Πλατωνικό διάλογο Πρωταγόρα διαβάζουμε τα εξής ενδιαφέροντα (Πρωταγόρας, 320D-321B5): ο Πρωταγόρας μέσω του μύθου αναφέρει ένα χρονικό σημείο στο οποίο οι Θεοί υπήρχαν, δεν υπήρχαν όμως οι Άνθρωποι. Ας προσέξουμε ότι ο μύθος αυτός έχει κομβική σημασία στην στάση του Πλάτωνος έναντι της Τέχνης: ο μύθος διαιρεί τον χρόνο λοιπόν σε δύο σημεία σε σχέση με τον άνθρωπο: στο χρόνο κατά τον οποίο υπήρχε ο άνθρωπος και στον χρόνο κατά τον οποίο δεν υπήρχε ο άνθρωπος: στη συνέχεια του μύθου μαθαίνουμε ότι ο Άνθρωπος εμφανίσθηκε μέσα από την μίξη πυρός και χοός (γαίας) και μάλιστα όταν ο Προμηθέας παραπονέθηκε στον Επιμηθέα ότι άφησε τον Άνθρωπο γυμνό και ανυπόδητο και ανυπεράσπιστο εκείνος  του απήντησε ότι ο Άνθρωπος έχει το Νού ώστε  να αντεπεξέλθει σε κάθε δυσκολία. Το ερώτημα έχει ως εξής: ο Άνθρωπος δύναται μέσω της  Τέχνης να τροδοφοτήσει το Νού με όλες εκείνες τις σκέψεις και παραστάσεις ώστε ο Άνθρωπος να ενωθεί με τον αρχέτυπο κόσμο των Ιδεών από όπου προήλθε;

Πρίν απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα άς προσέξουμε ότι ο Πλάτων μέσω αυτού του Μύθου προχωρεί σε μία μέση λύση, ανάμεσα στην δημιουργία του Ανθρώπου από κάποια ανωτέρα δύναμη (όπως πιστεύουν οι μονοθεϊστικές θρησκείες της Ανατολής) και στην οντολογική συνέχεια  του Ανθρώπου ως φορέως μίας ανωλέθρου δυνάμεως η οποία δεν έχει δημιουργό αλλά ρέει οντολογικώς εμφανίζοντας κάποια στιγμή και την ανθρώπινη μορφή και ουσία. Άρα εγκαινιάζοντας ο Πλάτων την θεωρία του δημιουργισμού, ότι δηλαδή ο Άνθρωπος εμφανίσθηκε ως θέληση θεών εκ γής και πυρός, εξελίχθηκε μάλιστα μέσω του νοός (ο νούς δύναται να ενθυμείται τη σκέψη και τη βούληση  των θεών που εμφάνισαν τον άνθρωπο, άρα δύναται να ενθυμείται του κόσμου των ιδεών). Ώστε ο Πλάτων θεωρεί ότι ο Νούς πλέον καλείται να ενοράται, ενθυμείται, αναμιμνήσκει, την αρχετυπική ύπαρξή του εντός της γής και του πυρός αλλά και την μετέπειτα μορφή του μέσω της γής και του πυρός. Συζητούμε για μία δημιουργική νοητική πορεία βαθυτάτης εσωτερικότητας η οποία μετατρέπει το Υποκείμενο  από άλογο  Όν εντός της συνεχούς πορείας της οντολογικής ανωλέθρου δυνάμεως σε Έλλογο πρωταγωνιστή της ανθρωπίνης νοητικής διάστασης: Ο δημιουργηθείς διά του Νοός και με τον Νούν άνθρωπος καλείται να διαμορφώσει τον Εαυτό του και τον Κόσμο μέσω της Έλλογης φύσης του, μέσω της μάθησης του καλού, μέσω της πράξης των αρετών, ώστε να διαμορφωθεί ο Πολίτης και η Πόλη ως μετάλλαξη του κόσμου του Αγαθού σε Πόλη Πολιτών του Αγαθού.

Ο Νούς σε αυτή την πορεία καλείται να θυμηθεί όλη αυτήν την πορεία ως βαθυτάτη εσωτερικότητα την οποία η Τέχνη ως εξωτερικότητα ίσως αδυνατεί να αποτυπώσει. Η Τέχνη ως μετέπειτα βαθμίδα μεταφοράς αληθειών εκ του κόσμου των Ιδεών, αδυνατεί να μεταφέρει όλη αυτή την εσωτερικότητα του νοητικού δημιουργισμού η οποία οδήγησε στην νοητική εμπέδωση και εδραίωση του ανθρώπου. Αδυνατεί να αποτυπώσει ότι ο Νούς μεταφέρει όλες αυτές τις Γιγάντιες και Τιτάνιες δυνάμεις εκ της Γής (τα ριζώματα του αέρος, του ύδατος, της γαίας ) εκ του Πυρός (την τεράστια βουλητική δύναμη η οποία απαιτείται ώστε ο άνθρωπος να μεταφερθεί από το μη ον (ως μορφή) στο όν της μετέπειτα δημιουργημένης νοητικής ύπαρξης. Άρα αφ΄ής στιγμής ο Πλάτων δέχεται ότι ο Άνθρωπος δημιουργείται ως νοητική και αξιακή οντότης διά του Νοός, μοιραία δέχεται ότι αυτή η βαθύτατα εσωτερική και ενορατική πορεία από το άνουν μέρος του όντος προς το νοητικό μέρος αυτού, αυτή η εσωτερική πορεία γίνεται αντικείμενο γνώσης και αξιακής υπέρβασης μέσω της ανάμνησης ως Σωκρατικής ατομικής βαθύτατα υποκειμενικής πορείας: η εξωτερικότητα της Τέχνης, η συλλογικότητα της Τέχνης, αδυνατεί (σε όλες τις εκφάνσεις της Τέχνης (από τη ζωγραφική έως τη δραματική ποίηση) να αποτυπώσει και να μεταφέρει όλη αυτή την ατομική πορεία του Εσωτερικού Υποκειμένου από τον Ενδόμυχο κόσμο του Αγαθού προς τον Πολιτικό κόσμο της Γής όπου ο Άνθρωπος ως Πολίτης πρέπει να μεταφέρει την ωραιότητα του Αγαθού.

Η Γνώση  επέρχεται κατά ένα μαιευτικό ειρωνικό επαγωγικό και οριστικό τρόπο, σύμφωνα με το Σωκράτη, παρά με την κοινή και συλλογική εξωτερικότητα της Τέχνης. Αναφέρεται σχετικώς (Taylor, 2000, σελ.411): «…το σύστοιχο  του Είδους της Γνώσης είναι η Πραγματικότητα καθεαυτή….το σύστοιχο της γνώσης μας είναι η οποιαδήποτε πραγματικότητα έχουν τα αντικείμενα που ανήκουν στον κόσμο μας…κάθε θεωρία που δέχεται δύο χωριστούς κόσμους  ή δύο διαφορετικές τάξεις συνεπάγεται ότι κάθε σχέση περιέχεται ολόκληρη στον ένα κόσμο ή στη μία τάξη: δεν είναι δυνατόν να υπάρξει σχέση που συνδέει ένα στοιχείο του ενός κόσμου με κάποιο στοιχείο του άλλου….ο Παρμενίδης δεχόμενος το νοητό κόσμο απορρίπτει τον αισθητό κόσμο…».

Ώστε λοιπόν ο  κόσμος των Ιδεών είναι αδύνατον να περιχωρείται ως τέτοιος στον ένυλο κόσμο των Ανθρώπων. Απλά τα μεγέθη του ενσωμάτου κόσμου αντιπροσωπεύουν τις ιδέες και τις αξίες του κόσμου των Ιδεών: άρα η Τέχνη (σε όλες τις εκφάνσεις της από τη ζωγραφική έως την επική ή άλλη ποίηση) προσφέρει μέρος των ιδεών και αξιών του κόσμου των ιδεών: το μοναδικό μέγεθος το οποίο απολύτως προϋπήρξε ως τέτοιο στον κόσμο των Ιδεών και τώρα υπάρχει στο γήϊνο κόσμο είναι ο Νοήμων άνθρωπος ως κίνηση νοός:  μέσα από τις εσωτερικές αναμνησιακές ενοράσεις του νοός, μέσα από την μεταφορά διά των αρετών του κόσμου των ιδεών ως καλού και δικαίου στην Πολιτεία ο Πολίτης μπορεί να μνησθεί του κόσμου του Αγαθού και ως βαθυτάτη εσωτερική διαδικασία να περιχωρήσει μέρος του κόσμου των ιδεών προς την οικοδόμηση της ιδανικής πολιτείας: ο νούς είναι αυτός ο οποίος μπορεί να μεταφέρει το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου των ιδεών προς την ιδανική πολιτεία διότι η Τέχνη δεν μπορεί ως κάτι το αισθητό να μεταφέρει το πνευματικό μεγαλείο του κόσμου των ιδεών: η αίσθηση είναι πάντοτε απλή μίμηση η οποία δεν έχει το απαραίτητο βιωματικό και ενορατικό βάθος ώστε το άπειρο νοητικό μέρος (κόσμος των ιδεών) να χωρέσει σε κάτι το αισθητό (τέχνη): ο ανθρώπινος νούς ως εσωτερικότητα μπορεί να αλληλοπεριχωρήσει το βάθος και το εύρος του κόσμου των ιδεών ως σύνολο αρετών και μνήμης επιστροφής στο Αγαθό.

Ας  σημειώσουμε λοιπόν ότι ο Πλάτων είναι τουλάχιστον σκεπτικιστής έναντι της Τέχνης για λόγους (όπως ήδη  επισημάναμε) υποκειμενικής  θέασης του έργου ή των έργων Τέχνης. Η πορεία νοητικής δημιουργίας του Ανθρώπου, η πορεία του νοήμονος Ανθρώπου από τον Κόσμο των Ιδεών προς τον Ενσώματο Κόσμο είναι μία βαθύτατα Υποκειμενική Εσωτερική πορεία, όπως αποδεικνύει και η βαθεία Εσωτερική Υποκειμενική Πορεία του Σωκράτους, ο οποίος κατά τρόπο Υποκειμενικό επορεύθη ακολουθώντας το δαιμόνιο, την Ατομική και βαθύτατα Εσωτερική σειρά των Ιδεών και των Αξιών προς την επιστροφή στον Κόσμο των Ιδεών: Ορθώς αναφέρει ο καθ.Κωσταράς (Κωσταράς, 1994, σελ.214): «Με τον στοχασμό του Σωκράτους, το ανθρώπινο πνεύμα από την έρευνα της Φύσεως στρέφεται στον ίδιο του τον εαυτό και μελετά για πρώτη φορά την ουσία του. Η επιστημονική γνώση για τον εξωτερικό  κόσμο δεν είναι αρκετή και πάντως ο βαθύτερος σκοπός της είναι η καλύτερη κατανόηση του εαυτού μας: το γνώθι σαυτόν ως αυτογνωσία». Η Τέχνη λοιπόν, ακόμα και αν πρόσφέρει κάποια πράγματα, κάποιες συνεισφορές, δεν μπορεί ως Εξωτερικότητα, συλλογική θέαση, απλή παρατήρηση, να ολοκληρώσει αυτό το κυκλικό ταξείδι από τον κόσμο των Ιδεών προς τον Εαυτόν και πάλι προς τον Κόσμο των ιδεών: υπάρχουν τόσα τα οποία είναι άρρητα, μη παραστατικά και λεκτέα από καμμία Τέχνη: το εύρος της Ανθρώπινης Εσωτερικής Υποκειμενικότητας είναι τόσο χαώδες ώστε η αυτοβύθιση και η αυτογνωσία του Ανθρώπου πολλές φορές είναι μία βαθύτατα ατομική και εσωτερική διαδικασία ανάμνησης και πορείας την οποία η Τέχνη ως αποτύπωση δεν μπορεί να ακολουθήσει.

Συμπέρασμα.

Η ολιστικότητα του Πλατωνικού συστήματος είναι δεδομένη. Ο κόσμος του Αγαθού εμπεριέχει όλες εκείνες τις ιδέες και αξίες οι οποίες δια των Σωκρατικών μεθόδων (μαιευτική και ειρωνική μέθοδος) εσωτερικοποιούνται ως Γνώση από το νοούν Υποκείμενο, εκδηλώνονται ως Ηθική Συμπεριφορά από το Υποκείμενο των Αρετών. Όλη αυτή η πορεία είναι μία βαθύτατα Εσωτερική, αναμνησιακή πορεία, η οποία είναι Υποκειμενική, Εσωτερική, Ενορατική, σκοπόν έχουσα την πλήρη μετουσίωση του νοήμονος Υποκειμένου σε καλό και αγαθό Πολίτη σε μία Πολιτεία του Καλού: επίσης στην επιστροφή του Ανθρώπου κατά Σωκρατικό τρόπο στον κόσμο των Ιδεών. Όπως κατανοούμε το Υποκείμενο ως Εσωτερικότητα ευθυγραμμίζεται με την οδό του Κόσμου των Ιδεών. Αντιθέτως η Τέχνη (σύμφωνα με τον Πλάτωνα) αδυνατεί να μιμηθεί, να μεταφέρει, να μετουσιώσει, το σύνολο του κόσμου των ιδεών σε γνώση, βίωμα, αξία, μίμηση, επιστροφή. Ουσιαστικά το Πλατωνικό σύστημα σκοπεύει στην αλληλοδιάδραση του Κόσμου των ιδεών με το Ανθρώπινο Έλλογο Υποκείμενο: σε μεγάλο βαθμό αυτή η αλληλοδιάδραση είναι βαθύτατη υποκειμενικη, μιμητική κατά Εσωτερικό τρόπο, κατά έναν δηλαδή τρόπο τον οποίο η Τέχνη δεν μπορεί να αποτυπώσει, είτε ως απεικονιστική τέχνη (ζωγραφική) έμμετρος τέχνη (ποίηση) γραμματειακή τέχνη (δραματική ή επική ποίηση): στο βαθμό στον οποίο ο Αθηναίος φιλόσοφος απορρίπτει την Τέχνη ως Εξωτερικότητα, δέχεται την Υποκειμενική Εσωτερικότητα ως ικανή να αναμνησθεί του Καλού και να βιώσει την Ηθική μέθεξη του Κόσμου των Ιδεών, αναφωνώντας μαζί με τον Κίρκεγγωρ: η Εσωτερικότητα, η Υποκειμενικότητα είναι η Αλήθεια (Κωσταράς, 1995,σελ.56). Πράγματι στο βωμό της Αληθείας, ως Υποκειμενικής Ηθικής Απόφασης και Πορείας προς τον Κόσμο του Αγαθού, στο βαθμό της Αληθείας ως βαθυτάτης Εσωτερικής διαδικασίας, θυσιάζεται η Τέχνη ως Εξωτερικότητα.

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία

Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία.

 

VLASTOS GREGORY (2000), Πλατωνικές μελέτες, μτφρ. Ιορδάνη Αρζόγλου, εκδ.    

               ΜΙΕΤ, Αθήνα.

 

Dodds,E,R (1996), Oι Έλληνες και το παράλογο, εισ-μτφ-σχόλια: Γιώργης

              Γιατρομανωλάκης, εκδ.Καρδαμίτσα, Αθήνα.

 

Foucault.M(2011), Επιτήρηση και τιμωρία, η γένεση της φυλακής, μτφ: Τάσος              

               Μπέτζελος,εκδ.Πλέθρον, Αθήνα.

 

Guthrie, William, Keith Chambers  (1991), Ο Σωκράτης, μτφ. Νικολαΐδης Τάσος,

               Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

 

Leski.A(2011), Iστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφ: Α. Τσοπανάκης,

               εκδ: Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη.

 

Russell.Β(2018),  Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, μτφ: Αιμ.Χουρμούζιος,

              εκδ.Πολιτεία, Αθήνα.

 

Strauss .L  (2021) : Tι είναι η πολιτική φιλοσοφία; εισ- μτφ-σχόλια: Β.Μακρυπούλιας,

               εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη.            

 

Strauss.L(2020): Προς μια ερμηνεία της πλατωνικής πολιτικής φιλοσοφίας, εισ-μτφ-

              σχόλια: Βασίλειος Μακρυπούλιας, εκδόσεις: Άμμων Εκδοτική, Αθήνα.

 

TAYLOR.A.E(2009), Πλάτων. Ο άνθρωπος και το έργο του, μτφρ. Ιορδάνη Αρζόγλου,

              Εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα.

 

 

 

Πρωτεύουσα Βιβλιογραφία   Ελλήνων   Συγγραφέων.

Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια(2006), εις=μτφ-σχόλια: Δημήτριος Λυπουρλής,

            εκδ: Ζήτρος, Θεσσαλονίκη.

 

Αριστοτέλους, Πολιτικά (Ι,ΙΙ), εις-μτφ-σχόλια: Δημήτριος Παπαδής, εκδ: Ζήτρος.

 

Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους(1992), εισ-μτφ-σχόλια: Ανδρεάδη Ηλέκτρα, εκδ:

           Kάκτος, Αθήνα.

.

Πλάτωνος, Κρατύλος  –  Ευθύδημος,  εισαγωγή,  μετάφραση,  σχόλια: Λ.Λάγιος,

             εκδ.Δαίδαλος, Αθήνα.

 

Πλάτωνος Πολιτεία(1992),εισ-μτφ-σχόλια: Μανδηλαράς Βασίλειος, εκδ: Ελληνικές

             εκδόσεις, Αθήνα.

 

Πλάτωνος, Πολιτικός (2024): εισ-μτφ-σχόλια: Δημητρίου Στέφανος, εκδ.Πολιτεία,   

              Αθήνα.

 

Πλάτωνος Πρωταγόρας(2000) , εισ-μτφ-σχόλια: Δημήτρης Μπαλιάτσας, εκδ:

              Ελληνικές εκδόσεις, Αθήνα.

 

Πλάτωνος, Συμπόσιο(1992), εισ-μτφ-σχόλια: Ανδρέαδη Ηλέκτρα, εκδ.Κάκτος,

              Αθήνα.

 

Πλάτωνος Τίμαιος(2014), εισ-μτφ-σχόλια: Κάλφας Βασίλειος, εκδ: Ελληνικές

              Εκδόσεις,  Αθήνα.

 

Δευτερεύουσα  Βιβλιογραφία Ελλήνων  Συγγραφέων.

 

Ανδρόνικος  Μανόλης(1986), Ο  Πλάτων  και  η  Τέχνη,  Οι  Πλατωνικές  απόψεις 

               για  το  ωραίο  και  τις  εικαστικές  τέχνες,  εκδ.  Νεφέλη, Αθήνα.

 

Γέρου.Θ(1990), Η Ελληνική Παιδεία, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, Αθήνα.

 

ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ(1997) , ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. ΑΚΑΔΗΜΙΑ

                 ΑΘΗΝΩΝ. Αθήνα.

 

Δεσποτόπουλος Κωνσταντίνος(1980), Πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνος, Αθήνα.

 

Θεοδωρακόπουλος.Ι.Ν(2011), Εισαγωγή στον Πλάτωνα, εκδ. Εστία, Αθήνα.

 

 Θεοδωρακόπουλος.Ι.Ν(1964), «Εισαγωγή στον Πλάτωνα», Πανεπιστημιακές

                   παραδόσεις, 4η έκδοση.

 

Θεοδωρακόπουλος.Ι.Ν(2003), Πλάτωνος Φαίδρος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας,Αθήνα.

                

 

Καραμανώλης.Γ.Ε(2018), “Γιατί ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί μύθους;”, εκδ.Νεύσις.

           

Καραφύλλης.Γ(2007), Φιλοσοφία της Παιδείας, εκδ.Βάνιας, Αθήνα.

 

Κωσταράς.Γ.Φ(1994), Φιλοσοφική Προπαιδεία, Αθήνα.

 

Κωσταράς.Γ.Φ(1995), Σ.Κίρκεγγωρ, ο Φιλόσοφος της  Εσωτερικότητας, Αθήνα.

 

Κωσταράς.Γ.Φ(1995), Η πολιτιστική πορεία, Αθήνα.

 

Μακρυπούλιας.Β(2020), Η οντολογική ιστορία της Φιλοσοφίας, εκδ. Άμμων, Αθήνα.

 

Μιχαηλίδης Κώστας Π(1980).«Πλάτων. Εισαγωγή – Κείμενα σε Μετάφραση –

               Σχόλια». Λευκωσία.

 

Μπουγάς.Ν, Ελλάς(1997). Η ιστορία και ο πολιτισμός του ελληνικού έθνους από τις

               απαρχές μέχρι σήμερα. Εκδ.Πάπυρος, Αθήνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

vasilios888@yahoo.gr