Συνέχεια στην έρευνα του Χώρου και του Χρόνου (σε σχέση με τον Πλάτωνα, το Σωκράτη και τον Αριστοτέλη) (απόσπασμα από το βιβλίο μου: Είναι και Συνέχεια).

 

 


Συνέχεια στην έρευνα του Χώρου και του Χρόνου (σε σχέση με τον Πλάτωνα, το Σωκράτη και τον Αριστοτέλη).
 

Μπερδεύτηκαν λοιπόν στην εννοιοποίηση του χρόνου το αίτιο με το αποτέλεσμα και ορίσθηκε το αποτέλεσμα ξεκομμένο και αποκομμένο από το ΑΊΤΙΟ: είναι σαν να οριζουμε τον άνθρωπο στηριζόμενοι όχι στα πρώτα του χαρακτηριστικά αλλά στα αποτελέσματά τους λέγοντας ότι ο άνθρωπος είναι η κίνησή του, αγνοώντας όλο το οντολογικό  εύρος του ανθρώπου. Ο Πλάτων λοιπόν στον  Τίμαιο χρησιμοποιεί το περίφημο επίρρημα αεί μόνον και μόνον για να πλαισιώσει την έννοια του χρόνου με  κάποιο οντολογικό περίβλημα όταν εντός αυτού του περιβλήματος διατυπώσει όλες τις ανυπόστατες θεωρήσεις του χρόνου: διότι ο χρόνος δεν είναι ούτε στιγμή ούτε διάρκεια ούτε παύση ούτε εννοιοποίηση όλων αυτών (όπως το πράττει ο Πλάτων όταν ονοματίζει το χρόνο ως αεί (στρώνοντας το δρόμο στην ανυπόστατη χριστιανική θεώρηση του χρόνου ως εννοιοποίηση στιγμής και διαρκείας) αλλά όπως ήδη είπαμε χρόνος είναι όλα τα όντα που κρύβουν τις δυνάμεις ώστε όταν γνωσθούν τα όντα οι δυνάμεις των να ωριμάσουν τον άνθρωπο οδηγώντας  τον στην οντολογική συνέχεια: άρα ο χρόνος είναι  Όν εκ του  Όντος, δύναμη μορφών και όντων συνεχείας και εξέλιξης: καμμία σχέση με την εννοιακή διάρκεια και στιγμή: για αυτό εξάλλου ο χρόνος μας αγχώνει: διότι βαθιά μέσα μας ξέρουμε ότι ο χρόνος δεν είναι διάρκεια που περνά (αυτό είναι αφελές) αλλά σύνολο δυνάμεων που θα πρέπει να επιδείξουμε (και έχουμε «άγχος» εάν θα τα καταφέρουμε.

Ο Αριστοτέλης προσγειώνει τόσο πολύ την έννοια του χρόνου (φυσικώ τω λόγω καθώς ο Πλάτων  στον Τίμαιο μέσα από την εννοιοποίηση του χρόνου ως διάρκεια και στιγμής προσπαθεί απεγνωσμένα να τον μεταβάλλει όχι σε δύναμη που είναι αλλά σε έννοια προκειμενου να κατοχυρώσει την έννοια της δημιουργίας του κόσμου μεσα στην διάρκεια της έννοιας αυτής.

Η μετατροπή της δύναμης του  χρόνου σε έννοια (στον Πλάτωνα) σηματοδοτεί την τάση  πλέον της φιλοσοφίας να συνεχίσει επί αυτής της τακτικής: μετατρέποντας τις οντολογικές δυνάμεις σε έννοιες και δομές, ιδέες και αξίες, αίτια και αποτελέσματα, ηθική και σκοπό, προκειμένου αυτές ως γνώση ενσυναίσθηση και πράξη να περιχωρηθούν στους ανθρώπους ώστε οι άνθρωποι να κινούνται στηριζόμενοι όχι στην διαίσθηση της ήδη υπαρχούσης οντολογικής δυνάμεως αλλά στην γνώση των εννοιών που ήδη έχουν στο μυαλό τους: η αποκορύφωση όλης αυτής της τόσο αντιοντολογικής τακτικής είναι ο Κάντ  ο οποίος (στην  σύγχρονη εποχή κατά την οποία η φιλοσοφία  θα έπρεπε στον δυτικό κόσμο να παράξει το νοήμον υποκείμενο (το οποίο στηρίζεται στο θεανθρώπινο πρότυπο του Ιησού στην βάση ότι πλέον το δυτικό υποκείμενο μπορεί να ελέγξει τις μεταφυσικές δοξασίες έχοντας στον νού του ένα μοντέλο θεού ο οποίος είναι και Άνθρωπος άρα χρειάζεται μόνον πίστη άρα ο Άνθρωπος μπορεί πλέον ως ολοκληρωμένο πνευματικά και εμπειρικά Υποκείμενο να ασχοληθεί  και μόνον με τον περιβάλλοντα κόσμο στηριζόμενος στον  νού του και στις γνωσιολογικές και αξιολογικές κατηγορίες του) ο Κάντ λοιπόν μετατρέπει το σύνολο των οντολογικών δυνάμεων (κίνησης, μορφοποίησης των όντων, μετουσίωσης δύναμης, μεταφοράς οντολογικών δυνάμεων) σε έννοιες, δομές, σκέψεις, ήθος, πράξεις, νόηση και φαινομενικότητα. Διότι δεν πορεύεται ο Άνθρωπος προς το Όν (αυτό είναι ενορατική μυστική υπερανθρώπινη ένωση) αλλά το Όν προς τον Άνθρωπο: άρα το όν μετατρέπεται σε έννοιες και πράξεις ώστε να εισχωρήσει και να χωρέσει στον  ανθρώπινο νού και στην ανθρώπινη πράξη: για αυτό ο Πλατωνικός χρόνος χάνει κάθε οντολογική δυναμική και μετατρέπεται σε μία έννοια η οποία από το νού ως διάρκεια και στιγμή περνά στην ψυχή ως ενσυναίσθση αυτής της διαρκείας και της στιγμής, από εκεί περνά στο ότι σε αυτή τη διάρκεια γύρω από τον ήλιο καθορίζεται η ανθρωπίνη ηλικία κ.λ.π.

Μετά βέβαια από όλα αυτά ο άνθρωπος έχει λησμονήσει τελείως ότι Χρόνος είναι η άπλετος ροή και προσφορά  των όντων τα οποία πρέπει να προσπελάσει ως δύναμις μέθεξης δυναμικής ως τέτοιας (σύμφωνα με την ατομική πρώτη οντολογική φύση του ανθρώπου) και ως εξωτερικό Υποκείμενο ο άνθρωπος απλά χειρίζεται τις παρεχόμενες οντολογικές δυνάμεις ως έννοιες και ιδέες προσπαθώντας να μην ασχοληθεί δυναμικά με τα όντα αλλά μόνον ως ιδέα και αξία να ασχοληθεί μαζί τους.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: έχουμε λοιπόν δύο τρόπους αντιμετώπισης των όντων: η φιλοσοφία (άς δώσουμε ως εξαίρεση τον Νίτσε και τον Χάϊντεγγερ) ασχολείται όχι με τα όντα ως οντολογική δύναμη αλλά με την μετατροπή μέρους της δυνάμεώς των σε έννοιες και ιδέες και αξίες (διαστρέβλωση των όντων προεξάρχοντος του Πλάτωνος με την νοησιοκρατική του φιλοσοφία και του Αριστοτέλους με την εμπειρική του φιλοσοφία): αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε εάν συγκρίνουμε την Ελληνική μυθολογία με την μετέπειτα φιλοσοφία (αν και όλη η διαδικασία με την οποία εδώ ασχολούμαστε δεν καλύπτεται μέσα από αυτή την  σύγκριση αν και φαίνεται μέσα από αυτή τη σύγκριση γιατί και με πόσο ύπουλο τρόπο προσπάθησε όχι τόσο ο Αριστοτέλης αλλά ο Πλάτωνας να πετάξει έξω από το σύστημά του την μυθολογία επειδή ακριβώς απεκάλυπτε ότι οι δυνάμεις του όντος ως τέτοιες είναι ουσιαστικότερες από τις δικές του φληναφηματικές ιδέες και αξίες οι οποίες είχαν σκοπό απλά να εξουσιάσουν τους ανθρώπους και να τους κλείσουν σε κλειστά εξουσιαστικά συστήματα (πολιτικά και θρησκευτικά).

Είναι λοιπόν σαφές (άς δώσουμε ένα παράδειγμα μέσα από την μυθολογία) ότι ο Δίας αντιλαμβάνεται τον Κρόνο (Χρόνο)(Πατέρας του άρα ο Δίας είναι μεταφερομένη εκ του Κρόνου δύναμις εκ της δυνάμεώς του, καμμία σχέση με τις πλατωνικές και αριστοτελικές ευήθειες περί διαρκείας και στιγμής ώστε ο δήθεν δημιουργός να φτιάξει τους ανύπαρκτους κύκλους ενός φαντασιακού πλατωνικού κόσμου) ως ροή δυνάμεως η οποία θα πρέπει να τον κατευθύνει ώστε να διαμοιράσει σωστά αυτή την παρεχομένη οντολογική δύναμη.Αναφέρει σχετικώς και διαφωτιστικώς ο Ησίοδος στην Θεογονία του: «Αυτές η Μνημοσύνη, που διαφεντεύει του Ελευθήρα τα υψώματα,
σαν έσμιξε με το γιο του Κρόνου, τον πατέρα, στην Πιερία γέννησε
λησμονιά απ᾽ τις συμφορές κι ανάπαυση απ᾽ τις έγνοιες.
Εννιά μαζί της νύχτες έσμιγε ο συνετός ο Δίας,
μακριά από τους αθανάτους, στην ιερή ανεβαίνοντας την κλίνη της.». Ο Δίας λοιπόν δεν αντιλαμβάνεται το Χρόνο ως άσχετη οντότητα μέθεξης των δυνάμεων της Μνημοσύνης ώστε εντός εννέα ημερών να παράξει τις Μούσες (μεσάζουσες οντότητες ανάμεσα στο θείο και στον άνθρωπο): άρα ο Χρόνος στο Δία είναι ροή δημιουργικής δύναμης εκμεταλλευομένη τις οντολογικές δυνάμεις της Μνημοσύνης: ποτέ ο Δίας δεν θα  αντιλαμβανόταν εννέα ημέρες και εννέα νύκτες ξέχωρα και διακριτά από τις οντολογικές πράξεις σε σχέση με τα όντα (όπως είναι η εκμετάλλευση της Ροής (χρόνος) της Μνημοσύνης. Άρα ο Χρόνος στο Δία είναι μεταφορά και παραγωγή Δύναμης και όχι διάρκειας ή στιγμής.

Ας δούμε τώρα το επόμενο απόσπασμα από τον Σωκράτη (προκειμένου να καταλάβουμε ότι ο χρόνος υποβιβάζεται σε πλατφόρμα διαρκείας ώστε να ωριμάσουν όλες οι απίστευτες φαντασιακές ιδέες και αξίες οι οποίες τίθενται από τον Σωκράτη) (το απόσπασμα είναι από τον Ιππία Μείζονα): «Τότε όμως, αν το ταιριαστό είναι που κάνει τα πράγματα να φαίνονται πιο όμορφα από ό,τι πραγματικά είναι, τότε το ταιριαστό θα ήταν ένα ξεγέλασμα σχετικά με το όμορφο· δεν θα ήταν αυτό που εμείς γυρεύουμε, Ιππία — ή όχι; γιατί αυτό που εμείς [294b] γυρεύουμε είναι εκείνο που κάνει όλα τα πράγματα να είναι όμορφα, το ίδιο όπως αν ζητούσαμε εκείνο που κάνει όλα τα μεγάλα μεγάλα, την υπεροχή· γιατί όλα τα μεγάλα είναι η υπεροχή που τα κάνει μεγάλα· ακόμα και αν δεν φαίνονται, την ώρα που υπερέχουν, είναι αναγκαστικά μεγάλα».  Καταλαβαίνουμε ότι ο Χρόνος μετατρέπεται όχι σε δύναμη προσπέλασης των όντων ως οντολογική δύναμη (άνθρωπος) προς οντολογική δύναμη (όντα) αλλά η δύναμη αυτή χωρίζεται σε δύο μέρη: πρώτα τα όντα αντιμετωπίζονται όχι ως βίωμα ανταλλαγής οντολογικών δυνάμεων αλλά ως αντικείμενα τα οποία προσφέρουν ιδέες και αξίες: σαν και αυτές που αναφέρει ο Σωκράτης σε αυτό το απόσπασμα: μοιραία η λοιπή δύναμη  των όντων αδρανοποιείται και εννοιοποιείται ως διάρκεια που τα όντα  θα είναι εκεί και θα αναμένουν την ιδεολογική και αξιολογική προσπέλαση των  ανθρώπων: άρα ο Σωκράτης (ανεπαίσθητα ίσως) μετατρέπει την παρεχομένη δύναμη των όντων σε δύο δημιουργήματα:  από το Όν π.χ άνθρωπος λαμβάνει τις εσώτερες εκείνες δυνάμεις σκέψης και αξιολόγησης ώστε σε σχέση με τους άλλους να οδηγηθεί στην έννοια του υπερόχου: άρα δεν αντιμετωπίζει τον Άλλον ως οντολογική δύναμη ώστε να τον προσπελάσει ως βίωμα σχέσης καθημερινής ανταλλαγής δυνάμεων σε σχέση με τη  φύση και το υπερκοσμικό (π.χ κάτι τέτοιο θα έκανε ο Σωκράτης εάν έλεγε σε κάποιον άνθρωπο να πέσει από τον γκρεμό και να μείνει άνθρωπος ώστε όλα να είναι ανταλλαγή πραγματικών βιωματικών δυνάμεων σε σχέση με τη ζωή και το θάνατο): αντίθετα ο Σωκράτης αποκόπτει τον Άλλον ως διασκεπτικό αντικείμενο δεν  ασχολείται μαζί του βιωματικά ώστε να ανακαλύψει όλη την ροή (Χρόνος) δυνάμεών του, αλλά προσπαθεί να εφευρέσει και να καθιερώσει μέρος των δυνάμεων του άλλου ως ιδέες και αξίες: άρα ο Άλλος προσφέρει μέρος του Είναι του, μοιραία το υπόλοιπο μετατρέπεται σε διάρκεια και στιγμή γιατί ο άλλος κατανοεί την άχρηστη βιωματική δύναμή του ως διάρκεια εντός της οποίας θα πρέπει να ανακαλύψει τις σωκρατικές απαιτητικές θεωρίες.

Για αυτό το λόγο λοιπόν φθάσαμε στο να θεωρείται ο άλλος αδύναμος εν χρόνω και όχι δυνατός με το χρόνο.

Ας ασχοληθούμε με την θεώρηση του χρόνου στον Αριστοτέλη: Ο Αριστοτέλης ορίζει τον χρόνο στα «Φυσικά» του ως «αριθμόν κινήσεως κατά το πρότερον και ύστερον» (αριθμό/μέτρο της κίνησης σε σχέση με το πριν και το μετά). Δεν είναι αυθύπαρκτος, αλλά εξαρτάται από την κίνηση και τη μεταβολή, αποτελώντας τη συνεχή διάρκεια που μετράμε, ενώ το «νυν» (τώρα) αποτελεί το όριο μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Άρα στον Αριστοτέλη ψυχρά ο χρόνος είναι συνδεδεμένος με την κίνηση, τον αριθμό και το μέτρο, το νύν (τώρα ως αντίθετο μέγεθος του αεί (αιωνιότητα) τη συνέχεια και το κριτήριο της φθοράς (υπό την έννοια ότι εν χρόνω τα όντα εξαντλούν την δύναμίν των και μετατρέπονται σε κάτι άλλο): ο Σταγειρίτης λοιπόν απομακρύνεται οριστικά και αμετάκλητα από την Οντολογία του Χρόνου ως Ροής δυνάμεων τις οποίες ο άνθρωπος πρέπει ως τέτοιες να τις βιώσει κατά ατομικό και οντολογικό και βιωματικό τρόπο: ο άνθρωπος αυτοχωρίζεται σε δύο σημαντικά μέρη: στο άλογο και στο έλλογο: το άλογο μέρος απορροφά όλες εκείνες τις οντολογικές δυνάμεις οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν έννοιες, ιδέες και αξίες, ώστε να πρακτικά να μεταφέρουν το χάος στη γή (είναι το κακό μέρος): το έλλογο μέρος απορροφά όλες  εκείνες τις οντολογικές δυνάμεις οι οποίες μπορούν να μεταλλαχθούν σε έννοιες και ιδέες και αξίες (ή έννοια της κίνησης, της καλής σχέσης των όντων, της ηθικής σχέσης των όντων κ.λ.π): μοιραία οι δυνάμεις οι άλογες πολιορκούν τις έλλογες δυνάμεις: είναι ο πόλεμος του ηθικού εναντίον του κακού; Οι δυνάμεις του καλού συνδέονται με τον άνθρωπο, τους ανθρώπους, και επειδή διαλύουν την ενικότητα του οντολογικού κόσμου σε καλό και κακό, μοιραία η ροή των δυνάμεων προς τον άνθρωπο χωρίζεται σε δύο δυνάμεις: αυτές οι οποίες καθιστούν τον άνθρωπο καλό (με  βάση την εκτύλιξη διανοητικής και ηθικής αρετής) και αυτές οι οποίες μετρούν αυτή τη διάρκεια και στιγμή από άνθρωπο σε άνθρωπο  από γενεά σε γενεά (σύνδεση με αριθμούς, κίνηση, διάρκεια, φθορά και ανάδειξη νέων μοντέλων ανθρώπου): άρα η λογικότητα είναι αυτή η οποία στον Αριστοτέλη μετρείται ως χρόνος προκειμένου να συγκριθεί ο άνθρωπος του χθές του τώρα και του αύριο: διότι η χαμένη οντολογική δύναμη αυτή η οποία δεν μπορεί να περιχωρηθεί σε σκέψη και  πράξη μετατρέπεται σε διάρκεια σε αριθμό και στιγμή ώστε σε διαρκή αναφορά μαζί της οι άνθρωποι να κατανοούν το Χρόνο όχι ως πάροχο δύναμης (ο φοβισμένος από το κακό Αριστοτέλης προσπαθεί να κρύψει αυτή την οντολογική πηγή) αλλά ως διάρκεια εντός της οποίας πρέπει να γίνει το πέρασμα από την διανοητική στην ηθική αρετή. Εξαλλου αυτό είναι και ο αριθμός (από το αραρίσκω =ενώνω, συμμετρώ): το δέσιμο όλων των δυνάμεων ροής του Χρόνου: ο Αριστοτέλης τις δένει θεωρώντας κάποιες από αυτές ως ροή λογικότητας και ηθικότητας τις λοιπές τις αποκλείει ως δυνάμεις και τις υποτάσσει σε διάρκεια (έννοια αστεία η  οποία ευνουχίζει τις οντολογικές δυνάμεις σε απλές δυνάμεις αναμονής). Αντί να εύρη το θάρρος και να θεωρήσει ότι Χρόνος είναι η εκτύλιξη όλων των δυνάμεων χωρίς το χωρισμό αυτών σε διανοητικές και ηθικές και σε άλογες και μη ηθικές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

vasilios888@yahoo.gr