Γιατί ευδοκίμησε ο μαρξισμός στην Ελλάδα;

 


Γιατί ευδοκίμησε ο μαρξισμός στην Ελλάδα;

Ως «Ελλάδα» σε αυτήν την εργασία μας θα εννοήσουμε το Νέο Ελληνικό Κράτος όπως αυτό δημιουργήθηκε έπειτα από την Εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση του 1821 και το πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας στις 3/2/1830. Αυτό το Νέο Ελληνικό Κράτος είχε όλες εκείνες τις δυσχέρειες, δυσλειτουργίες, ιδιαιτερότητες που θα μπορούσε να έχει ένα Κράτος το οποίο δημιουργείται έπειτα από μακραίωνη σκλαβιά. Αναφέρεται ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας εκλέχτηκε κυβερνήτης της Ελλάδας από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (άνοιξη 1827) και στις αρχές του 1828 ήρθε στο Ναύπλιο. Η κατάσταση που βρήκε ήταν τραγική. Η χώρα ήταν κατερειπωμένη και ο λαός εξαθλιωμένος. Ληστές και πειρατές έλεγχαν μεγάλες περιοχές, ενώ αιγυπτιακός στρατός παρέμενε στη ΝΔ Πελοπόννησο και τουρκικός στη Στερεά Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάς του 1830 δεν ικανοποιούσε ούτε ένα κριτήριο συντεταγμένου κράτους όπως αυτό αποτυπώνεται στα συντάγματα των νεοιδρυθέντων Ευρωπαϊκών κρατών αλλά και του Αμερικανικού κράτους. Ειδικά στο θέμα του μαρξισμού μπορούμε να συζητήσουμε ότι δεν ικανοποιείτο  ούτε ένας παράγοντας επικράτησής του επί της Ελλάδος διότι ούτε βιομηχανία υπήρχε, ούτε προλεταριάτο, ούτε βέβαια αποκτηθείσα εργατική συνείδηση επικράτησης του οικονομικού συνειδέναι επί του κοινωνικού συνειδέναι.

Την ίδια στιγμή στην Αμερική (όπως αναφέρει ο Hobsbaum στην εποχή του κεφαλαίου) ο  Νότος,ο οποίος  ουσιαστικά  ήταν μια ημιαποικία των Βρετανών, στους οποίους προμήθευε τη μεγαλύτερη ποσότητα του ακατέργαστου βαμβακιού τους, έβρισκε το ελεύθερο εμπόριο επωφελές, ενώ η βιομηχανία του Βορρά ζητούσε από καιρό, επίμονα και μαχητικά, προστατευτικούς δασμούς, τους οποίους αδυνατούσε να επιβάλει [...] εξαιτίας της πολιτικής επιρροής των νότιων πολιτειών (που πρέπει να θυμηθούμε ότι το 1850 αποτελούσαν το μισό του συνόλου των πολιτειών). Είναι βέβαιο ότι η βιομηχανία του Βορρά ανησυχούσε περισσότερο για ένα έθνος που το μισό εφάρμοζε το ελεύθερο εμπόριο και το άλλο μισό τον προστατευτισμό παρά για ένα έθνος που το μισό χρησιμοποιούσε δούλους και το άλλο μισό είχε καταργήσει τη δουλεία. Μάλιστα την ίδια στιγμή στην ευρώπη και μάλιστα στην Αγγλία το 1838 η αγγλική Ένωση Εργατών δημοσίευσε τη Χάρτα του Λαού, με την οποία οι χαρτιστές, όπως ονομάστηκαν τα μέλη της, διατύπωναν πολιτικά αιτήματα (θέσπιση της καθολικής ψηφοφορίας για τους άνδρες κ.ά.).

Ως εκ τούτου έχουμε και λέμε: η Ελλάδα δεν είχε καμμία από τις δομές που είχε η Αμερική και η Ευρώπη ώστε από το καπιταλιστικό σύστημα να προχωρήσει σε άλλες κοινωνικές και οικονομικές μορφές κρατικής πολιτειότητας (μία εκ των οποίων ήταν ο μαρξισμός, άλλη ήταν ο φιλελευθερισμός, μετέπειτα η σοσιαλδημοκρατία κ.λ.π). Το μέλημα των Ελλήνων αυτής της περιόδου ήταν πολύ απλά η διασφάλιση της ανεξαρτησίας των, όσων πιο ευνοϊκών συνόρων, σταδιακά η ύπαρξη συντάγματος και το πέρασμα στην δημοκρατία, στην κοινοβουλευτική δημοκρατία (πράγματα τα οποία ήταν λυμένα στην ευρώπη όπου ο μαρξισμός διεκδικούσε τα επίχειρα των θεωριών του ιδρυτού του).

Σημαντική επισήμανση λοιπόν είναι το αναφέρουμε ότι υπό τοιαύτες συνθήκες η Ελλάδα έπειτα από την επανάσταση του 1821 παρέμεινε σε βυζαντινές και οθωμανικές δομές διοίκησης, εργασίας, κρατικής δομής. Οι περισσότεροι Έλληνες ζούσαν εκτός της Ελλάδος σε εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας (τώρα) της βυζαντινής αυτοκρατορίας (πρίν): Αυτή την εποχή, στη βάση του ότι η Ελλάδα ήταν φτωχή και οι περισσότεροι Έλληνες ζούσαν έξω από τα σύνορα του ελληνικού κράτους, διατυπώθηκε η θέση ότι, για να αναπτυχθεί η χώρα, θα έπρεπε πρώτα να διευρυνθούν τα ελληνικά σύνορα ώστε να περιλάβουν περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν υπό ξένη ―κυρίως οθωμανική― κυριαρχία. Αν και η ιδέα κυκλοφορούσε σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ο Κωλέττης ήταν εκείνος που αναφερόμενος σε αυτή χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο Μεγάλη Ιδέα (ιδέα για την οποία αξίζει να αγωνιστεί όλο το έθνος) σε ομιλία του στην Εθνοσυνέλευση το 1844.Αυτό σημαίνει ότι το Ελληνικό Κράτος απείχε κατά πολύ (τουλάχιστον πληθυσμιακά) από το Ελληνικό Έθνος. Το σύνολο των Ελλήνων δεν είχαν συμμετάσχει επί μακρόν στο νέο Ελληνικό κράτος, και όταν αυτό συνέβη, δυστυχώς συνέβη με τους όρους της Μικρασιατικής καταστροφής με αποτέλεσμα οι Έλληνες του σταδιακά διαμορφωμένου Ελληνικού κράτους να μην έχουν ενιαία Εθνική συνείδηση (ότι ανήκουν σε ένα Κράτος το οποίο συνταυτίζεται με τη ζωή τους και τα όνειρά τους (μιάς και πολλοί από αυτούς επιθυμούσαν την επιστροφή στην Μικρασιατική Πατρίδα τους): άρα σταδιακά το Ελληνικό κράτος μεγάλωσε απορροφώντας ανθρώπους ξεριζωμένους οι οποίοι έβλεπαν την Πατρίδα τους να είναι αλλού: άρα το κύριο συνεκτικό κριτήριο του Ελληνικού κράτους ήταν ο πόνος, ή αίσθηση της ιστορικής και κοινωνικής αδικίας, όχι το κοινό Εθνικό αίσθημα του μεγάλου Ελληνικού κράτους το οποίο θα διασφαλίσει την ιστορική συνέχεια των Ελλήνων και του Ελληνισμού: ο μαρξισμός σαφέστατα ανθεί εκεί όπου μπορεί να εκμεταλλευθεί τον ανθρώπινο πόνο και δυστυχία, ως προκρούστης να την δέσει στο κρεββάτι των μαρξικών θεωριών και να προσαρμόσει το μυαλό και τις πράξεις των ανθρώπων στα δόγματά  του.

Ας σημειώσουμε ότι στην Ευρώπη όπου η βιομηχανικότητα και το σύνταγμα εσμίλευσαν τις συνειδήσεις των ανθρώπων ο μαρξισμός προσαρμόσθηκε στην σταδιακή άνοδο της κοινωνίας (οικονομία, τεχνολογία, επιστήμη) με αποτέλεσμα να μετεξελιχθεί σε εκλογική δημοκρατική σοσιαλδημοκρατία. Στην Ελλάδα όπου συνεχώς άλλαζε η πληθυσμιακή κατανομή, άλλαζαν τα σύνορα και η αναλογία των κατοίκων, όπου καμμία βιομηχανικότητα, σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, σύγχρονη πολιτειολογία δεν υπήρχε, άνθιζε ο πόνος και η εξαθλίωση των νέων πληθυσμών, τα νέα σύνορα έφεραν συνεχώς νέες εθνκές διαμάχες με αποτέλεσμα η κοινωνική αναταραχή να ευνοεί το μαρξισμό ο οποίος επιθυμεί την κοινωνική δήθεν εξαθλίωση ώστε να παράξει τις ιστορικές φαντασιώσεις  του (οι οποίες περιέργως ποτέ δεν εφαρμόσθηκαν στην βιομηχανική ευρώπη αλλά στην μη βιομηχανική ρωσία). Ποτέ λοιπόν το Νέο Ελληνικό κράτος δενεπέρασε από τα στάδια εξέλιξης της δύσης, ποτέ δεν ήταν Εθνικώς και Κοινωνικώς και Οικονομικώ ς στιβαρό ώστε να διατηρήσει το ότι η Εθνική ταυτότητα υπερτερεί κάθε άλλης κοινωνικής ή οικονομικής ιδεολογίας: πολλοί πληθυσμοί οι οποίοι σταδιακά ενσωματώθηκαν στο Ελληνικό κράτος ένοιωθαν ότι η πατρίδα τους ήταν αλλού.  Αναφέρεται ότι στο σύνολο της, η ελληνική οικονομία στη δεκαετία του 1920 κινήθηκε από τη ζώνη των σοβαρών διαταραχών των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων στη ζώνη της σταθεροποίησης στο τέλος της δεκαετίας, διατρέχοντας μια περίοδο μεγάλης συναλλαγματικής αστάθειας και πληθωριστικών πιέσεων. Τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα ήταν η κύρια πηγή των ανωμαλιών, καθώς το βάρος της προσφυγικής αποκατάστασης αλλά και οι φιλοδοξίες για την πραγματοποίηση έργων και επεμβάσεων που επέβαλλε ο ενισχυμένος ρόλος του κράτους μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν κατάφεραν να καλυφθούν από τους εγχώριους πόρους. Αυτό σημαίνει δανεισμούς, οικονομική εποπτεία, αυτό σημαίνει εξάρτηση και αδυναμία αυτοτελούς Εθνικής και Οικονομικής ανάπτυξης: απουσία βιομηχανίας και τρόπο παραγωγικής εξέλιξης ενός κράτους όπως του Ελληνικού όπου ο ουρανός η γή και η θάλασσα θα μπορούσε με τρόπους που ευδοκίμησαν στην δύση  να το καταδείξουν κράτος πλούσιο και ιδιαιτέρως παραγωγικό.

Από τα βάθη της Αρχαίας Ελλάδος και του βυζαντίου, από τα βάθη  του Ελληνισμού και του χριστιανισμού ερχόταν μία διπολική αντιφατική ιστορική πραγματικότητα, γεμάτη έριδες και αντικρουσιακές και συγκρουσιακές  καταστάσεις. Το μυαλό του Νεοέλληνος ήταν ολίγον Αρχαία Ελλάδα, ολίγον χριστιανικό Βυζάντιο, ολίγον οθωμανικό ισλάμ. Όχι σε βάθος αλλά σε  μία επιφανειακότητα. Από την Αρχαία Ελλάδα π.χ κληρονόμησε τον πλατωνικό εσχατολογισμό, την αίσθηση του σωκρατικού δικαίου, και την αριστοτελική αίσθηση της πολιτειακής δικαιοσύνης: ο Έλληνας από την Πλατωνική και Αριστοτελική δικαιϊκή φιλοσοφία κληρονόμησε την αγάπη για την ισότητα, την δικαιοσύνη, την αξιοκρατία, την αρετή και την αξία. Ο Πλατωνικός εσχατολογισμός (επιστροφή στον ωραίο κόσμο των ιδεών από όπου προήλθαμε όλοι φαίνεται ότι καθήλωσε διαχρονικά τον Ελληνισμό ο οποίος στο διάβα του χρόνου παραδόθηκε στο να ελπίζει συνεχώς ότι υπάρχει ένας κόσμος Αγαθού καλύτερος από αυτόν εδώ: ο μαρξισμός, κλασσικό τέκνο της Ελληνικής και χριστιανικής εσχατολογίας (εξάλλου μέσα από τα άτομα του Επικούρου ξεπήδησε το μαρξικό προλεταριάτο ως αδυναμία περισσότερης τεμνομένης κίνησης) αντικατέστησε το πλατωνικό αγαθό με την αταξική παραδεισένια κοινωνία, οι Νεοέλληνες σταδιακά δεν είχαν πρόβλημα να υιοθετήσουν ως εργάτες, ως πτωχοί άνθρωποι, ως άνθρωποι του μόχθου, την προσμονή του πλατωνικού αγαθού με την προλεταριακή παραδεισένια κοινωνία του μάρξ. Δεν είχαν πρόβλημα όλα όσα λέγει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο, και με χίλιους δύο τρόπους  έφθασαν ως τον Νεοέλληνα (δικαιοσύνη, ισότητα, αξιοκρατία) να τα αποδώσουν σε όσα δήθεν είπε ο μαρξισμός, διότι από κάποιο σημείο και πέρα κανείς δεν ασχολήθηκε με το ότι όσα είπε ο μάρξ είναι ξεπερασμένες εσχατολογικές φιλοσοφίες, φαντασιώσεις ανύπαρκτης διαλεκτικής, προκειμένου ο νεοέλληνας να κυνηγήσει όλα όσα κυνήγησαν οι Έλληνες φιλόσοφοι στους αιώνες αβρόχοις ποσί υιοθέτησε το μάρξ ως συνέχεια δήθεν κάθε αγώνα για δικαιοσύνη και ισότητα: μεγέθη τα οποία προϋποθέτουν λογική φώτιση και εξέλιξη  καθολικής ισχύος και πνευματικότητος ανύπαρκτης στον οικονομικό και υλικά αποστεωμένο μαρξισμό. Το ύψιστο αγαθό της Αριστοτελικής Πόλεως (αυτάρκεια) αφού δεν κατέστη δυνατόν να υλοποιηθεί διαχρονικά επιστεύθη από τον νεοέλληνα ότι θα μπορούσε να αποτελέσει μαρξική υλοποίηση: όλα όσα έχει στο υποσυνείδητό του ο νεοέλληνας ψάχνει απεγνωσμένα σωτήρες να τα υλοποιήσουν αλλά όσο υπαρκτές είναι οι φιλοσοφικές παραισθήσεις άλλο τόσο υπαρκτή είναι και η μαρξική υλοποίηση των φαντασιώσεων που διαχρονικά φέρουν οι νεοέλληνες, οι οποίοι αρνήθηκαν να δημιουργήσουν ασφαλές και συνεχές και λογικό δρόμο ιστορικής  συνεχείας και προσπάθησαν σε συνέχεια του γαλλικού ρωσικού και αγγλικού κόμματος να δημιουργήσουν και να αρπαχθούν από το μαρξικό κόμμα, διότι από τον καιρό ακόμα του μεγάλου Βασιλέως και του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των επιβληθέντων θεών λυτρωτών  ο Ελληνισμός αναζητεί λυτρωτές χωρίς να κατανοεί τις αιώνιες αυθύπαρκτες οντολογικές δυνάμεις που μέσα του κρύπτει.

Κυρίως όμως (εάν σκεφθούμε ότι ο μαρξισμός αποτελεί πρωτότοκο τέκνο του ιουδαϊκού και χριστιανικού μονοθεϊσμού και εσχατολογισμού  όπως ειδικά αυτός ο εσχατολογισμός εξεφράσθη από τον εγελιανό διαλεκτισμό) το αφήγημα του Ελληνοχριστιανισμού το οποίο άρχισε να αναπτύσσεται από την Βασιλεία του Ηρακλείου επί της ουσίας και μετά (6ος αι. του βυζαντίου) άνοιξε διάπλατα το δρόμο του νεοελληνικού κράτους ώστε επί αυτού του δρόμου να επισκεφθούν την Ελλάδα κοινωνικές και οικονομικές θεωρίες οι οποίες αποτελούν συνέχεια  του Ελληνοχριστιανισμού, όπως ο μαρξισμός: ως ακολούθως: οι Έλληνες διαχρονικά (και οι Νεοέλληνες)  ελησμόνησαν τον Οντολογικό και Διονυσιακό Ελληνισμό της ατομικής φωτισμένης συνεχείας σε έναν ευρύτερο συμπαντικά κόσμο: κλεισμένοι σε αυτόν τον κόσμο έμαθαν να περιμένουν έναν λυτρωτή, έναν μεσσία, έχασαν την οντολογική συνέχειά τους, το ότι αυτός ο κόσμος είναι μία χαρά συνέχεια του Οντολογικού Είναι, διαχώρισαν λοιπόν κατά χριστιανικό τρόπο αυτόν τον κόσμο ως κάτι το κακό από τον επόμενο κόσμο της βασιλείας του θεού: ο μαρξισμός επί αυτών των οδών πατεί και πορεύεται:  ο κακός κόσμος ο οποίος βασανίζει τους εργάτες  θα αντικατασταθεί από τον επόμενο κόσμο της βασιλείας των προλεταρίων (δικτατορία του προλεταριάτου): από την χριστιανική θεολογική εσχατολογία ο Ελληνισμός παραδόθηκε στην μαρξικό εσχατολογία: απλά η βασιλεία του θεού έδωσε τη θέση της στην βασιλεία των  προλεταρίων:  για αυτό εξάλλου οι πρώτοι μαρξισταί ήταν Έλληνες χριστιανοί, η ταυτότητα ήταν ακόμα αδιαίρετη όσο και συγκεχυμένη: σταδιακά απεκδύθη η μαρξική ταυτότητα το Εθνικό και χριστιανικό της περίβλημα. Οι εθνοτικές ομάδες (ειδικά μετά την Μικρασιατική καταστροφή) οι οποίες ζούσαν στα όρια απελπιστικών καταστάσεων επιβίωσης και διαβίωσης δεν άργησαν να αντικαταστήσουν από γενεά σε γενεά την πίστη σε έναν χριστιανικό κόσμο καλύτερο με την σοσιαλιστική πίστη σε έναν εργατικό κόσμο καλύτερο, αυτό διαχύθηκε σε ευρύτερα στρώματα της Ελληνικής κοινωνίας, μίας κοινωνίας η οποία όδευε από δυστυχία σε δυστυχία (παγκόσμιοι πόλεμοι κ.λ.π).

Ο προαιώνιος Ομηρικός Ελληνισμός ερευνά τον Έναν προς την Μία Ιθάκη του, τον Φωτισμένο Οδυσσέα προς το νόστο του Επομένου κόσμου, τον ατομικό οντολογικό δρόμο προς το Ατομικό Είναι του κάθε ενός, πέρα από μαζικά χειραγωγούντα συστήματα: όχι τυχαία ο  Ευριπίδης φώναξε: Όλβιος όστις της ιστορίας έσχε μάθησιν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

vasilios888@yahoo.gr