Η απόδόμηση των Ηθικών Νικομαχείων του Αριστοτέλους σύμφωνα με τον Ντεριντά και την «διαφωρά».
Η αποδομητική θεωρία του Ντεριντά , εν ολίγοις, έγκειται στο ότι
μία λέξη αντιπροσωπεύει πληθώρα νοημάτων, τα οποία αναλόγως του περικειμένου και
του συγκειμένου του κειμένου θα πρέπει να σημειώνονται οδηγώντας στην εκκάλυψη όλων των κειμενικών νοημάτων ανά
άνθρωπο και εποχή. Το ίδιο κείμενο μπορεί σε άλλο θρησκευτικό ή πολιτιστικό
περιβάλλον, το ιδιο κείμενο μπορεί από άλλους αναγνώστες να λάβη διαφορετική
ισχύ και ερμηνεία και σκοποθεσία. Η ίδια λέξη ανάλογα το χώρο και το χρόνο,
αναλόγως του όλου περιβάλλοντος εμψύχου ή μη μπορεί να διαφοροποιείται από νόημα
σε νόημα: αυτό το οποίο θα πρέπει να προσεχθεί είναι το ότι η λέξη μέσα στον
χαοτικό κύκλο Θεού-Φύσεως-Ανθρώπου μπορεί να απευθύνεται σε μηνύματα θεού ή
φύσης ή ανθρώπου: αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ίδια λέξη μπορεί να απευθύνεται
σε μηνύματα και προς τις άλλες μεταβλητές και προς το θεό και προς τη φύση και προς τον άνθρωπο. Ας δώσυμε ένα
άμεσο παράδειγμα: η αρετή μπορεί να σημαίνει την ένωση των ιδεών με την πράξη
αλλά σήμερα μπορεί να σημαίνει την διαχείριση των οικονομικών αποθεμάτων μίας οικογένειας:
άρα ανά εποχή χώρο και χρόνο, ανά ιστορική και πολιτιστική και πολιτική
εξέλιξη, σε σχέση με τα Υποκείμενα οι λέξεις απελευθερώνουν ολιστική δυναμική:
ειδικά στο παράλληλο κείμενο των Αρχαίων Ελληνικών κειμένων γ΄λυκείου οι
μαθητές θα πρέπει να συναισθάνονται στην ευμεταβλητότητα των λέξεων και την
απίστευτη ανοικτότητα των λέξεων ανά εποχή: η ίδια λέξη στηρίζει το αριστοτελικό σύστημα αλλά
μπορεί να στηρίξει και πολλά σημερινά συστήματα: άρα οι μαθητές στο παράλληλο
κείμενο και όχι μόνον θα πρέπει να προσέξουν τις Αριστοτελικές λέξεις και
όχι μόνο πιο διαφορετικό και ποικίλο νόημα έχουν λάβη ανά εποχή.
Ας γίνουμε πιο συγκεκρμένοι: ο Ντεριντά μέσα από την διαφωρά και τον αποδομισμό των σταθερών νοημάτων μιάς λέξης θέλει ουσιαστικά να αποδομήσει την εμμονή σε συγκεκριμένη λογοκεντρικότητα και να αποδώσει το άπειρο μιάς λέξης (πολλές φορές υπερλογικά άπειρο) δείχνοντας ότι οι λέξεις μεταφέρουν άπειρα σήματα και νοήματα πολλών μεταβλητών και δεν θα πρέπει να σταθεροποιούνται αυτά σε μερικές και μόνον μεταβλητές. Εξάλλου ο χρόνος εξελίσσει και καθιστά άπειρα τα νοήματα και τα σήματα πολλές φορές της ίδιας της λέξης. Αναφέρει λοιπόν ο Αριστοτέλης (πάντοτε στα Ηθικά Νικομάχεια (Β,6,4-8): «Ἐν παντὶ δὴ συνεχεῖ καὶ διαιρετῷ…». Η συνέχεια και η διαιρετότητα στον Σταγειρίτη φιλόσοφο έχει να κάνει με την ποσοτική παρουσία ενός μεγέθους στο χώρο και την ικανότητα να μερίζεται και να διαιρείται αυτό το ποσοτικό μέγεθος. Για την Εκκλησία συνέχεια σημαίνει η άρρηκτη ενότητα παλαιάς και καινής διαθήκης, επίσης η ενιαία εικόνα του χριστιανού ο οποίος είναι Έν συνεχές ενώπιον του δημιουργού του. Επίσης Στον Φουκώ η έννοια της συνέχειας σημαίνει τον τρόπο εννοιακής και δομικής ένωσης συστημάτων ώστε να εξελίσσονται οι έννοιες και οι δομές (η συνέχεια της έννοιας της τιμωρίας από πολιτισμό σε πολιτισμό): Άρα η μεσότητα σε όλα αυτά έχει να κάνει με όλο αυτό το εύρος της συνεχείας, άρα η μεσότητα στην έννοια της σημερινής τιμωρίας έχει να κάνει με την μέση λύση ανάμεσα στην εξοντωτική τιμωρία και στον σωστό εξιλεασμό και σωφρονισμό.
Στο ίδιο λοιπόν κείμενο του Αριστοτέλους διαβάζουμε: «Οὕτω δὴ πᾶς ἐπιστήμων
τὴν ὑπερβολὴν μὲν καὶ τὴν ἔλλειψιν φεύγει…». Η υπερβολή στον Αριστοτέλη έχει μία πολύ
συγκεκριμένη και καθαρά έλλογη σημασιοδότηση. Σε σχέση με τις νοητικές και
ηθικές κατηγορίες του Σταγειρίτου, σε σχέση με τον έλλογο πολίτη και την
ευνομούμενη Πόλιν υπερβολή είναι ό,τι διασπά αυτήν την έλλογο δημιουργία του,
Ατομικώς και πολιτειακώς. Στον Ματθαίο (23,5-12) (διότι πρέπει οι έννοιες να
ανακαλύπτονται και να νοηματοδοτούνται στα κείμενα) διαβάζουμε: « Όστις δε
υψώση εαυτόν θέλει ταπεινωθή, και όστις ταπεινώση εαυτόν θέλει υψωθή». Η
υπερβολή στην χριστιανική θεολογία έχει να κάνει με την ατομική προσπάθεια του
ανθρώπου εγωϊστικά να καταργήση τον
Θεόν: άρα βλέπουμε την «διαφωρά» ανάμεσα στις έννοιες της Αριστοτελικκής και
χριστιανικής υπερβολής σε σχέση με το περικείμενο και το συγκείμενο, το χώρο
και το χρόνο: εάν για τον Αριστοτέλη υπερβολή
είναι η σκεπτική ή πρακτική υπέρβαση των λογικών ορίων του Ανθρώπου και της Πόλης
(παράδοση στο πάθος του εγωϊσμού, στο πάθος της λαγνείας κ.ο.κ) στον
χριστιανικό κόσμο του προσωπικού θεού υπερβολή είναι η λανθασμένη και εγωϊστική
σχέση του ανθρώπου σε σχέση με αυτόν τον
προσωπικόν θεόν.
Επίσης ο Μάρξ στο έργο του θεωρεί ότι η υπερβολή (με τη μορφή της εννοιολογικής
μεγέθυνσης) χρησιμοποιείται για να αναδείξει την εσωτερική δυναμική των
κοινωνικών φαινομένων. Για παράδειγμα, στην προσπάθειά του να περιγράψει την
ορμή του κεφαλαίου, ο Μαρξ τονίζει ότι αυτό αναπτύσσεται με υπερβολικό τρόπο
και αδιάκοπη τάση για συνεχή συσσώρευση. Άρα τώρα η υπερβολή μετατρέπεται σε
μία οικονομική και κοινωνική έννοια με υπαρξιακές απολήξεις: υπερβολή είναι η
συνεχής συσσωρευτική τάσις των καπιταλιστών να σωρεύουν τον πλούτο είς βάρος
των άλλων και είναι υπερβολή διότι
υποδουλώνει τους ανθρώπους και διαλύει τον ενιαίο κοινωνικό ιστό, εάν σκεφθούμε
ότι ο κοινός λόγος έχει ως μεσότητα και ισορροπία την καθολική ευδαιμονία και ευτυχία λόγω της καθολικής
κοινότητος του ορθού λόγου ο οποίος σε όλους τους ανθρώπους ενυπάρχει.
Άρα διδάσκοντας τα αρχαία κείμενα θα πρέπει να
τα διδάσκουμε στον άξονα της συγχρονίας κα της διαχρονίας, σημειώνοντας αναλυτικά
τον περικείμενο και συγκείμενο εννοιολογισμό και δομισμό αυτών των κεμένων ώστε να κατανοηθεί πλήρως η δυναμική (εννοιακή
κα δομική) των λέξεων.
Ως ακολούθως.
Α.Προχωρώντας από την εποχή του Αριστοτέλους προς
τα κείμενά του και τις έννοιές του.
Ο Αριστέλης κληρονομώντας το τέλος της Πόλεως
κράτους εδημιούργησε διά της πολιτικής
του φιλοσοφίας το Οικουμενικό κράτος του Αλεξάνδρου όπου πλέον οι άνθρωποι
ενώθηκαν με τα κελεύσματα του κοινού λόγου: άρα η έννοια της μεσότητας σε αυτόν
τον κόσμο αποκτα τα χαρακτηριστικά ηθικής διαχείρισης του πολιτικού ανθρώπου ο
οποίος θα ελέγξει ως μεσότητα ατομικά τον εαυτόν του ώστε στην οικουμενική
πολιτεία να είναι ένας ωλοκληρωμένος πολίτης.
Παραδίδεται το παρακάτω απόσπασμα από το έργο
του Βίλχεμ Ράϊχ: άκου ανθρωπάκο: Άκου, Ανθρωπάκο:
«Σε
φωνάζουν Ανθρωπάκο, Κοινό Άνθρωπο. Λένε πως χάραξε η εποχή σου, Η «Εποχή του
Κοινού Ανθρώπου». Μα δεν είσαι συ που το λες, ανθρωπάκο. Το λένε εκείνοι, οι
αντιπρόεδροι των μεγάλων εθνών, οι εργατοπατέρες, οι μετανιωμένοι γιοι των
αστών, οι πολιτικοί και οι φιλόσοφοι. Σου προσφέρουν το μέλλον, μα δε ρωτούν
για το παρελθόν σου. Κι όμως, είσαι κληρονόμος ενός τρομερού παρελθόντος. Τούτη
η κληρονομιά καίει στη χούφτα σου σα διαμάντι φλεγόμενο. Εγώ αυτό έχω να σου
πω. Ο γιατρός, ο τσαγκάρης, ο μηχανικός ή ο εκπαιδευτικός, για να προκόψουν στη
δουλειά τους και να κερδίσουν το ψωμί τους, πρέπει να γνωρίζουν τις ελλείψεις
τους. Εδώ και κάμποσες δεκαετίες παίρνεις παγκοσμίως τα ηνία στα χέρια σου. Το
μέλλον της ανθρωπότητας θα εξαρτηθεί από τις σκέψεις και τις πράξεις σου. Όμως,
οι δάσκαλοι και οι αφέντες σου δε σου μιλάνε για τον τρόπο που σκέφτεσαι
πραγματικά. Δε σου λένε ποιος είσαι στα αλήθεια.
Σε σχέση
με την Αριστοτελική μεσότητα παρατηρούμε ότι ο Βίλχεμ Ράϊχ κατακρίνει την εποχή
μας γιατί:
Δεν προσφέρει
ατομική γνώση άρα ατομικά πολιτειακά δικαιώματα.
Η γνώση
δεν συνδέεται με την ανάλογη πολιτειακή ολοκλήρωση του ελλόγου ανθρώπου.
Άρα ο
κοινός λόγος απορρίπτεται άρα η μεσότητα καταργείται διότι δεν επιβάλλεται η
καθολικότητα του λόγου αλλά η υπερβολή της εξουσίας κάποιων (ο υλικός πλούτος
καταργεί τον κοινό λόγο άρα οι ολίγοι κυβερνούν τους πολλούς) επιβάλλει την
έλλειψη των πολλών στο να συμμετέχουν ως όντες μέτοχοι κοινού καλού στην κοινή
συμπόρευση του κόσμου αυτού.
Β.Ο
Αριστοτέλης διαιρεί την φιλοσοφία του σε πρακτική, ποιητική και θεωρητική: Από
εκεί πηγάζει το κλείσιμο του κόσμου σε παραγωγικούς και επαγωγικούς
συλλογισμούς (ουσιαστικά το δέσιμο όσων συμβαίνουν με καθολικές ιδεατές και
αξιακές αρχές): Αυτό οδήγησε τον Σταγειρίτη στην μεγίστη δημιουργική του
δραστηριότητα, στην για πρώτη φορά (Μεταφυσικά, βιβλίο Ζ) μετατροπή του ασαφούς
ανθρώπου σε ουσία ως σύνολο μορφικών ειδοολογικών δυνάμεων και του σώματός του:
άρα διδάσκοντας την μεσότητα οπωσδήποτε θα πρέπει να διδάξουμε ότι ο
Αριστοτέλης επίστευσε ότι ο Κάθε Άνθρωπος ως Μορφή (Είδος) και Σώμα μπορεί να καταστή
Ατομικός μικρός θεός σκέψεων και πράξεων και το σύνολο όλων αυτών μπορεί να
αποτελέσει μία ανεξάρτητο γήϊνη αυτάρκη Πολιτεία (για πρώτη φορά επί της γής οικοδομήθηκε το όνειρο μίας αυτάρκους
κοινωνίας (για αυτό και ο χριστιανισμός ως εν πίστει δημιουργός μίας ανεξαρτήτου
πολιτείας πιστών έναντι του Θεού αγάπησε τόσο πολύ τον Αριστοτέλη ο οποίος
έδειξε το δρόμο κατασκευής ανεξαρτήτου πολιτείας). Άρα η Αριστοτελική μεσότητα
οργανώνει αυτήν την αυτάρκη πολιτεία προσέχοντας την πορεία των Πολιτών ανάμεσα
στην περιττή υπερηφάνεια και έπαρση κακών τυράννων και στην έλλειψη νοητικής
εξέλιξης των πολιτών προκειμένου όλοι οι πολίτες να κινούνται στην μεσότητα της
σωστής ιδεατής και αξιακής εξέλιξης.
Έστω ότι
τίθεται το παρακάτω παράλληλο κείμενο:
«Η φράση «Η κόλαση είναι οι άλλοι» είναι η πιο διάσημη ατάκα του Ζαν-Πολ
Σαρτρ, που προέρχεται από το υπαρξιακό θεατρικό του έργο «Κεκλεισμένων των
θυρών»: Ο Σαρτρ πίστευε ότι η ελευθερία μας περιορίζεται ή καταστρέφεται
από το βλέμμα των άλλων. Οι άλλοι λειτουργούν ως καθρέφτης που μας κρίνει και
μας κατηγοριοποιεί, κάνοντάς μας να αισθανόμαστε αιχμάλωτοι. Στο έργο, τρεις νεκροί βρίσκονται κλεισμένοι
σε ένα δωμάτιο (την κόλαση). Συνειδητοποιούν ότι η κόλαση δεν είναι
βασανιστήρια, αλλά η εξάρτησή τους από τη γνώμη και την κρίση των άλλων, καθώς
προσπαθούν να χειραγωγήσουν την εικόνα τους. Ο Σαρτρ δεν υποστήριζε ότι όλοι οι
άνθρωποι είναι κακοί ή ότι πρέπει να τους μισούμε. Ήθελε να επισημάνει την
ψυχολογική παγίδα του να ζούμε τη ζωή μας προσπαθώντας συνεχώς να
επιβεβαιωθούμε ή να δικαιολογηθούμε στα μάτια του κοινωνικού μας περίγυρου.».
Καταλαβαίνουμε ότι οι λέξεις του Αριστοτελικού κειμένου: συνεχές, διαιρετό, υπερβολή και έλλειψη (και
σύμφωνα με όσα είπαμε σχετικά με τον Ντεριντά) προσαρμόζονται διαφορετικά στο
Σαρτρικό κείμενο (υπολογίζοντας την
διαχρονικότητα του κειμένου και τις εξελισσόμενες πολιτικές και ιστορικές
και ανθρώπινες συνθήκες της Σαρτρικής εποχής): κατ΄αρχάς η θεμελιώδης
Αριστοτελική έννοια της μεσότητας ανιχνεύεται και στο Γάλλο στοχαστή διότι οι
πρωταγωνιστές οφείλουν να εύρουν την μέση οδό ανάμεσα στην τελική καταστροφή τους και στο βλέμμα των
άλλων: άρα η μεσότητα πλάθεται ανά εποχή: στην σαρτρική εποχή είναι η μεσότητα
ανάμεσα στον άλλο ως ξένο σε μία εποχή όπου η μεταπολεμικότητα και η
βιομηχανοποίηση έχει απογειώσει το υπαρξιακό χάσμα και στην πλήρη κολαστική
απομόνωση. Άρα ο Αριστοτελικός σύγχρονος κόσμος διαχρονικά προσαρμόζεται ώστε ο
μαθητής αναπροσαρμόζοντας το χώρο και το χρόνο τις ιδέες και τις αξίες τον τύπο ανθρώπου και κόσμου που γεννούν τις έννοιες
και τις δομές , τοιούτως πράττων ο μαθητής να προσαρμόζει στις απαντήσεις
συγχρονικά και διαχρονικά τις ζητούμενες
προς ανάλυση έννοιες (άρα τα Αρχαία
Ελληνικά διδάσκονται σε συνεχή αναφορά με την Ιστορία, και με την Ιστορίια).
Άρα υπερβολή στην σαρτρική εποχή έγκειται στην αποθέωση των άλλων (σε αντίθεση
με την Αριστοτελική εποχή ο Άλλος είναι Ξένος και όχι ο έλλογος φορέας κοινών
ιδεών και αξιών) υπερβολή είναι η μετατροπή του Άλλου σε Ξένο (ας μελετηθή
σχετικώς κομμάτι της φιλοσοφίας του Χάμπερμας με τις κοινωνικές του δομές)
έλλειψη είναι η αυτοεξαφάνιση ιδεολογική και υπαρξιακή του αυτοατόμου: άρα η
μεσότητα είναι η σωστή πορεία του ανθρώπου σε σχέση με τον Εαυτό και τον Άλλον
στην σημερινή εποχή. Άρα η λέξη θα πρέπει να μετατραπεί σε διαχρονική πορεία
δράσης των διαχρονικών ιδεών και αξιών που καθορίζουν τον άνθρωπο και την
ιστορία του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
vasilios888@yahoo.gr