Η σημαντική επίδρασις των Ελληνικών ονομάτων εις την Επανάστασιν του 1821.

 


Η σημαντική επίδρασις των Ελληνικών ονομάτων εις την Επανάστασιν του 1821.

Το ρεύμα της Αναγεννήσεως, της  ενεργού μιμήσεως των  Ελλήνων ως σκέψις  και πράξις απετέλεσε σημαντικό παράγοντα ωρίμανσης στο βλαστό του Νεοελληνικού διαφωτισμού: Οι Νεοέλληνες διαφωτιστές εντραφέντες στην Ευρώπη εγνώρισαν πόσο οι Ευρωπαίοι δημιουργικά κατευθύνθηκαν από τα δημιουργικά ρείθρα των Ελλήνων, θεώρησαν λοιπόν ότι ο Ελληνισμός θα έπρεπε να αποτελέσει δημιουργικό πυλώνα ανάπτυξης και εξέλιξης των υποδούλων και μετέπειτα ελευθέρων  Ελλήνων: για αυτό το λόγο μεγάλο μέρος της πνευματικής δημιουργίας τους στηρίχθηκε στο να γνωρίσουν οι νεοέλληνες την φιλοσοφία των Ελλήνων, την Ηθικήν των, τον τρόπο ζωήν των: δεν είναι τυχαίο ότι ο Ρήγας έγραψε για τους Εραστές (αναμοχλεύοντας την Ελληνική χαρά της ζωής) ο Κοραής μετέφρασε  αθρόως Έλληνες συγγραφείς ο Μοισιόδακας ο Κούμας κ.λ.π εδίδαξαν τον Ελληνισμό των προγόνων των στην βάση της Θεοσοφίας και του δημιουργικού συμπαντισμού.

Εάν σκεφθούμε την δυναμική του ονόματος τότε καταλαβαίνουμε ότι οι Νεοέλληνες ηύρον καταφύγιο πνευματικό και ψυχολογικό στα Ελληνικά ονόματα διότι αυτά μεταφέρουν συγκεκριμένες πνευματικές και ηθικές ιδιότητες των φερόντων αυτά. Ας μην ξεχνούμε ότι στην Ελλάδα του Περικλέους και του Λεωνίδου τα ονόματα ήταν επίσκεψις ιδιοτήτων, οι φέροντες αυτά Ήσαν αυτά: ο Λεωνίδας ήταν η δύναμις και η όρασις του Λαού, όπως και ο Περικλής ήταν περί του κλέους της Πόλεώς του: οι Νεοέλληνες του 1821  ηύρον ταύτισιν του ήθους των του χαρακτήρος των του πνεύματός των με τα όνόματα που έφερον. Άρα διά των ονομάτων  επλησίασαν την κουλτούρα και την ηθική πράξη των Ελλήνων. Ο Αριστόδημος ήταν ο  Άριστος του Δήμου, προκειμένου να γνωρίσει την Αριστεία του Δήμου εμελετούσαν πώς θα την κατακτήσουν άρα το όνομα εγένετο εφαλτήριο ατομικής και συλλογικής γνώσης και πράξης μίμησης.

Από τα μέσα λοιπόν περίπου του 18ου αι. πολλοί των Ελλήνων έδιδον στα παιδιά των Ελληνικά ονόματα ως βαφτιστικά προκειμένου να προχωρήσουν στην ομοίωση του ήθους και των σκέψεων των προγόνων των. Η πρακτική αυτή ξεκίνησε από τους μορφωμένους όμως πολύ γρήγορα προχώρησε προς τους υπολοίπους των Ελλήνων ένδειξις ότι οι Έλληνες  είχαν αρραγείς σχέσεις με το υποσυνείδητο αλλά και συνειδητό παρελθόν των, ένδοξο παρελθόν των.  Έφθασαν μάλιστα στο σημείο πολλές οικογένειες να μεταλλάσσουν και τα επίθετά των επί το Ελληνικότερον: ο Μπιρίκος έγινε Εμπειρίκος, ο Καλμούκος Καλλίμαχος κ.λ.π. Η τάσις ήταν το Ελληνικό κράτος να καταστή πολιτειακή και αξιακή  Ελληνική συνέχεια σκέψεως και ήθους (κάτι το οποίο ναυάγησε βέβαια στην πορεία).

Ακόμα και στα ένδοξα καράβια των έδωσαν οι Έλληνες Ελληνικά ονόματα για να δηλώσουν την διηνεκή  ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού: ο  Τσαμαδός ωνόμασε το μπρίκι του Άρης, η θρυλική ναυαρχίδα της Μπουμπουλίνας ονομαζόταν Αγαμέμνων. Λέγεται μάλιστα ότι ο  Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε στα χέρια του δαχτυλίδια με αρχαία Ελληνικά σύμβολα. Σχεδόν επί τη ενάρξει του αγώνος το σύνολο των καραβιών της Ύδρας, Σπετσών, Ψαρών είχον Ελληνικά ονόματα. Εννοείται ότι το σύνολο των εκπαιδευτικών με πάμπολλους όσους τρόπους εστήριξαν αυτήν την προσπάθεια κρίνοντας ότι είναι σημαντική για την ενιαία  στο χρόνο συνέχεια και ταυτότητα των  Ελλήνων: ο δάσκαλος και λόγιος Διονύσιος Μπούρος από την Καστανιά Τρικάλων άλλαξε το όνομά του σε Πύρρος, Πύρρος μάλιστα ο Θετταλός. Ο Λυκούργος Κρεστενίτης έδιδε στους μαθητές του ονόματα παρμένα και αλιευμένα από τους Έλληνες της αρχαιότητος: κάτι που απερίφραστα επεδοκίμαζε ο Αδαμάντιος Κοραής εν έτει 1815.

Υπάρχει υγεία;

 


Υπάρχει υγεία;

Η Υγεία ως ετυμολογία στηρίζεται στην λέξη Γαία, Γή, άρα στο ρήμα: Γίγνομαι: είναι η ιδιότητα ο Άνθρωπος να Γίγνεται επί της Επιγείας Παρουσίας του. Άρα Υγεία είναι η διαμόρφωση του ανθρώπου κατά την επίγειον ζωή του. Βέβαια η Επίγειος ζωή του ανθρώπου δεν είναι αποκομμένη από την Συμπαντική συνέχειά του άρα Υγεία είναι η Συμπαντική συνέχεια του Ανθρώπου διά της Γαίας. Δεν υπάρχει Υγεία αποκομμένη από την Συμπαντική μας συνέχεια διότι δεν υπάρχει κανένα  γήϊνο Γίγνεσθαι αποκομμένο από το Συμπαντικό Γίγνεσθαι.

Άρα Υγιής είναι ο Άνθρωπος ο οποίος απελευθερώνει επί Γής όλες εκείνες τις δυνάμεις οι οποίες καθορίζουν την Συμπαντική του συνέχεια: αυτό το οποίο σήμερα θεωρούμε ως υγιές (δηλαδή το να  έχουυμε την ισορροπία των στοιχείων που αποτελούν την ζωτική μας λειτουργία) δεν είναι υγεία αλλά γήϊνη εμμένεια λήθης της συμπαντικής μας συνεχείας, δεν είναι υγεία αλλά μία αυθαίρετη και πρόσκαιρη ισορροπία των στοιχείων που αποτελούν την ζωτική λειτουργία του ανθρώπου, η οποία αυθαιρέτως αποκόπτεται από την συμπαντική συνέχεια του ανθρώπου και τον καθηλώνει σε ένα πρόσκαιρο άγχος να έχει μία επίπλαστη ισορροπία στοιχείων ώστε να είναι υγιής.

Όμως όλο αυτό είναι  ψέμμα: αυτό το οποίο  έχει επικρατήσει ως υγεία δεν έχει κανένα οντολογικό αντίκρυσμα διότι ο υγιής άνθρωπος είναι αυτός ο οποίος διά των δυνάμεών του συνδέεται με το χθές όπου ήταν και διά της γής ευρίσκει την συμπαντική συνέχειά του, ο υγιής,ο οντολογικά υγιής άνθρωπος, είναι αυτός ο οποίος κατανοεί ότι είναι σύνολο οντολογικών δυνάμεων τις οποίες χαίρεται να τις βλέπει να συνθέτουν ένα ωραίο σώμα όμως χαίρεται αυτές να αποσωματοποιούνται να σταματήσουν να είναι σταδιακά σώμα και να μετατρέπονται σε δυνάμεις άλλης συμπαντικής συνεχείας. Αυτό το οποίο σήμερα θεωρούμε ως υγεία (δηλαδή την σταθερή ισορροπία των  ζωτικών μας δυνάμεων) είναι μία  αντιοντολογική θεώρηση, μία ανύπαρκτη πνευματική κατασκευή, κάτι το οποίο δεν έχει συμπαντικό αντίκρυσμα, διότι οι συμπαντικές  δυνάμεις συνθέτουν όλα τα ζωτικά όργανα, αυτές στερεοποιούνται στα ζωτικά όργανα, όμως οντολογική υγεία αυτές υπό τον γνωσιακό Έλεγχο του υγιούς ανθρώπου να διαλύονται σταδιακά και ο άνθρωπος διά αυτών των δυνάμεων οι οποίες σταδιακά παύουν να είναι καρδιά, πνεύμονες, νεφροί κ.λ.π.οντολογική λοιπόν υγεία είναι  να προχωρεί ο Εαυτός διά αυτών των διαλυομένων δυνάμεων στις επόμενες συμπαντικές μεταζωϊκές και μετασωματικές στιγμές του.

Η έννοια της υγείας όπως  σήμερα την εννοούμε είναι ανύπαρκτος οντολογικώς. Οι δυνάμεις οι οποίες συνθέτουν το σώμα είναι χαοτικές δυνάμεις και είναι δυνάμεις συνεχείας. Η συμπαντική υγεία είναι ο άνθρωπος να γνωρίζει ότι δεν είναι κάτι το συγκεκριμένο και σταθερό, το σώμα του είναι σύνολο συνεχώς μεταβαλλομένων δυνάμεων. Άρα συμπαντική υγεία είναι ο άνθρωπος να ακολουθεί την αλλαγή και την συνέχεια των δυνάμεων που συνθέτουν το σώμα του, την συμπαντική του συνέχεια και εξέλιξη, ώστε να προχωρεί προς την ατομική του Ιθάκη  ακολουθώντας όλες τις αλλαγές, δρόμους και οδούς που καταδεικνύουν ως δυνάμεις συνεχείας όλες αυτές οι δυνάμεις οι οποίες για λίγο ονομάζονται: σώμα.Άρα υγιής είναι ο άνθρωπος ο οποίος ακολουθεί τις μετατροπές των σωματικών του  δυνάμεων σε κάτι άλλο (όπως ήταν οι οντολογικές δυνάμεις πρίν να γίνουν σωματικές και πάλι θα γίνουν οντολογικές και ο οντολογικά υγιής άνθρωπος ακολουθεί χωρίς φόβο αυτήν την πορεία διότι με αυτόν τον τρόπο ελέγχει την πνευματική του και συμπαντική και οντολογική συνέχειά του ακολουθώντας τον ατομικό του δρόμο προς την Ιθάκη την δική του).

Λεξιλογικές ασκήσεις , αρχαία Ελληνικά από το πρωτότυπο, Α΄γυμνασίου.

 


Λεξιλογικές ασκήσεις , αρχαία Ελληνικά από το πρωτότυπο, Α΄γυμνασίου.

Ενότητα 4.

1.Να συμπληρώσετε τα παρακάτω κενά με τις λέξεις που δίδονται: πολυφωνικός, μεγαλόφωνα,  γραμμόφωνο φωνογράφος φωνοληψία φωνολογία.

Α.Συζητεί πάντοτε με δυνατή φωνή, ιδιαιτέρως δηλαδή………………………………..

Β. Η χορωδία αυτή είναι …………………………

Γ. Το παλαιό……………………………………..παίζει ωραία τραγούδια

Δ.Η……………………………………….της ταινίας ήταν ιδιαιτέρως επιτυχημένη.

Ε. Ο παλαιός……………………………………ακούγεται ακόμα  με συμπάθεια.

Δ.Η……………………………………είναι κλάδος της γλωσσολογίας.

2. Να αντιστοιχίσετε τις παρακάτω στήλες.

Α.συμφωνία                            1.ριζική

Β.καλλίφωνος                        2.ψάλτης

  Γ. παράφωνος                         3.τραγουδιστής

Δ.φωνήεν                                 4.μακρόχρονο

Ε. διαφωνία                             5.του Μπετόβεν

Απόσπασμα από το βιβλίο μου: Είναι και Συνέχεια: η γένεσις της Λέξεως.

 


Οι Γίγαντες είμαστε εμείς ως Οντολογικοί Άνθρωποι κινούμενοι ως Πρώτη και Κύρια Οντολογική δύναμις. Χωρίς την ανάγκη Λόγου, Λέξεων, Ομιλίας. Ας προσπαθήσουμε να χαράξουμε τα όρια ανάμεσα στο  Όν και στην Λέξη: Αναμφίβολα οι οντολογικές δυνάμεις, μέρος των οποίων είναι και η δυνητική μορφή του ανθρώπου, και κάθε άλλη μορφή, κινούνται παράλληλα με τα λοιπά δομικά στοιχεία του όντος. Αυτό είναι και το πλέον σημαντικό στοιχείο στην όλη μας έρευνα: η ανθρώπινη μορφή (πρίν  μετατραπεί σε σωματική (με τον τρόπο που την έχουμε νοηματοδοτήσει) κινείται παράλληλα με τις οντολογικές δυνάμεις οι οποίες θα δώσουν ύδωρ, αέρα, την γαία και το πύρ: ο Άνθρωπος ως αγνή οντολογική μορφή Είναι ένα με αυτές τις δυνάμεις. Όταν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι συζήτησαν ότι η Αρχή του Κόσμου μας είναι κάποιο, ή κάποια από αυτά τα στοιχεία, δεν έλαβαν υπ΄όψιν (προκειμένου να μην χαθεί η οντολογική σειρά (εάν εξαιρέσουμε τον Ηράκλειτο) ότι υπήρχε στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος  ως δύναμις οντολογική ήταν κοινή δύναμις με τα τέσσαρα Εμπεδόκλεια ριζώματα: Άρα οι προσωκρατικοί δεν συζήτησαν επί του Όντος αλλά επί επικρατουσών δομών του Όντος (Κόσμος και Άνθρωπος).

Σε ποιο σημείο επέρχεται η Λέξις: η Λέξις ως Λόγος και Ομιλία επέρχεται όταν πλήρως ο άνθρωπος Υποκειμενικοποιηθεί έναντι του Κόσμου  όχι ως Οντολογική δύναμις αλλά ως Σκέψις: η Λέξη λοιπόν είναι καθαρά προϊόν της Σκέψης για αυτό το λόγο όλα τα διασκεπτικά συστήματα (από την φιλοσοφία έως την θεολογία) στηρίζονται και μόνον στην Σκέψη (δεν ασχολούνται καθόλου με ό,τι δεν εμπεριέχεται στην δομή του πρώτου Κόσμου ( με ό,τι μπορεί να περιχωρηθεί στην ανθρώπινη Ιδέα) (κάθε τι το οποίο δεν εμπεριέχεται στην πρώτη δομή του Κόσμου χαρακτηρίζεται ως Κακόν ( άρα η Λέξις  τροφοδοτείται και μόνον από την πρώτη δομή του συνειλημένου (συλλαμβανομένου) κόσμου): άρα:η Λέξη στηρίζεται στην λήθη του Όντος (δεν υπάρχει ούτε μία λέξη για όσα δεν σκέφτηκαν π.χ οι προσωκρατικοί  πέρα από την πρώτη δομή του κόσμου η οποία εστήριξε το σύστημά των) στηρίζεται επίσης σε ό,τι μπόρεσε ο άνθρωπος να σκεφθεί ως κοσμική δομή η οποία διά της  δομής – ιδέας θα δώσει τον άνθρωπο ως δομή: άρα η λέξη είναι μερικοποιημένο και λειψό Όν, για αυτό και τα βιβλία απλά περιέχουν αυτήν την λειψή εικόνα  του Όντος η οποία μπορεί να υπερβαθεί μόνον και  μόνον μέσα από την ατομική ενορατική επιστροφή του λεκτικού ανθρώπου στον πρίν και μετά οντολογικό χαρακτήρα του.

Πώς γεννήθηκε η Λέξη;

Όταν λοιπόν ο Θαλής και ο Αναξιμένης και ο Ηράκλειτος και ο Εμπεδοκλής  και ο Αναξίμανδρος και ο Παρμενίδης συνέλαβον τα ριζώματα ως αρχή του κόσμου ουσιαστικά έθεσαν την Υποκειμενική σχέση του Ελλόγου Υποκειμένου σε σχέση με αυτά τα ριζώματα: ο Άνθρωπος από απλός παρατηρητής μετατράπηκε σε εκτελεστικό διαμορφωτή με βάση  την ιδέα του κόσμου που απεκόλησε από το Όν επί του οποίου κόσμου αυτού θα έκτιζε την μετέπειτα ιστορική ζωή του. Ο Άνθρωπος ως έλλογο υποκείμενο πλήρως εξουσίασε τα ριζώματα και τον κόσμο που αυτά συνέθεσαν (απλή συνέχεια όλων αυτών είναι ο Αριστοτέλης ο οποίος δεν είπε ό,τι ισχύει αλλά είπε όλα όσα μπόρεσε το Υποκείμενο να επιβάλει στον αποκοληθέντα κόσμο του Λόγου): η Λέξη λοιπόν αποτελεί τρόπο εξουσίας του ανθρώπου επί του αποκολληθέντος κόσμου και των ριζωμάτων του.

Η Οντολογικότητα του Ομηρικού ρήματος (Ιλιάδα, ραψωδία: Α) σε διαρκή αναφορά με την νοησιοκρατικότητα του Πλατωνικού ρήματος (Απολογία Σωκράτους).

 


Η Οντολογικότητα του Ομηρικού ρήματος (Ιλιάδα, ραψωδία: Α) σε διαρκή αναφορά με την νοησιοκρατικότητα του Πλατωνικού ρήματος (Απολογία Σωκράτους).

Η δύναμις, η εξέλιξις, η ενέργεια, σε μία πρόταση, στο λόγο γενικότερα, επέρχεται διά του ρήματος: το ρήμα κινεί τα υποκείμενα και τα αντικείμενα, και τους λοιπούς όρους μίας πρότασης: το ρήμα ρέει την ενέργεια και τις  δυνάμεις της Φύσης, της Ιδέας, του Ανθρώπου. Σκοπός αυτής της εργασίας είναι να φανεί και ίσως να αποδειχθή ότι το Ομηρικό Ρήμα κινείται και εξελίσσει έναν ευρύτερο κόσμο Όντων και Υποκειμένων επειδή ακριβώς δεν έχει καταστή τόσο προσωπικό όσο το πλατωνικό υποκείμενο: ίσως η εξήγηση να είναι απλή: ο Ομηρικός κόσμος προσπαθεί να εξέλθη του Μύθου και σε αυτήν την μεταιχμιακή προσπάθεια όλα τα Όντα έχουν  δύναμιν και ενέργεια ροής, πράξης, εξέλιξης.

Αντιθέτως φαίνεται ότι στο νοησιοκρατικό πλατωνικό σύμπαν το ρήμα προσωποποιείται: το υποκείμενο δεν μπορεί να είναι παρά το έλλογο υποκείμενο το οποίο δια του ρήματος ρέει δυνάμεις λόγου, αρετής, ηθικής πράξης και ενδελεχούς εξέλιξης. Ένα πρώτο παράδειγμα σε αυτή τη διαπίστωση είναι οι στίχοι του προοιμίου: ἣ μυρί᾽ Ἀχαιοῖς ἄλγε᾽ ἔθηκε  (Α,2): Η Μῆνις του Αχιλλέως έθεσε πολλά δεινά στους Αχαιούς: Παρατηρούμε ότι ο Όμηρος Υποκειμενοποιεί το οργιώδες συναίσθημα του Βασιλέως της Φθίας προκειμένου να τονίσει ότι αυτό εκίνησε τις εξελίξεις σε σχέση με τη ροή του Τρωϊκού πολέμου: Ο Σωκράτης ανοίγει την Απολογία του με την περίφημον φράσιν: Ὅτι μὲν ὑμεῖς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πεπόνθατε ὑπὸ τῶν ἐμῶν κατηγόρων (17a): Ας προσέξουμε ότι ο Όμηρος διαχωρίζει την οργή από το πρόσωπο διότι πολύ απλά ακόμη το πρόσωπο δεν είναι κατασταλαγμένο  ως έλλογος συνειδητή ύπαρξις σε  σχέση με τον εαυτόν του και τους άλλους:  ειδικά οι ήρωες είναι ελεύθεροι σε σχέση με τα συναισθήματά των και τις πράξεις των σε σχέση με τον Εαυτόν των και τους Άλλους: ο Σωκράτης όμως δεν θεωρεί ότι η οργή  που ένοιωσαν κάποιοι ακούγοντας τους κατηγόρους του είναι κάτι ξεχωριστό από την προσωπικότητά των: για αυτό και ταυτίζει το όνομα κατήγορος ως συνειδητή έλλογον ύπαρξη με το σύνολο των συναισθημάτων και σκέψεων και υποκειμενοποιεί τον κατήγορο και όχι την οργή που αυτοί προξένησαν: Άρα οι κατήγοροι προκάλεσαν οργή αλλά το  υποκείμενο (έστω ως ποιητικό αίτιο) πρέπει να είναι οι κατήγοροι διότι πλέον στην προσωποπαγή έλλογον πολιτεία του Πλάτωνος ο άνθρωπος είναι ένα με τα συναισθήματά του και τις σκέψεις του.

Ο στίχος (Α, 55) είναι εκπληκτικής για την Ιλιάδα συμπαντικής δυναμικής και σημασίας: τῷ γὰρ ἐπὶ φρεσὶ θῆκε θεὰ λευκώλενος Ἥρη·(εννοείται ἐπὶ φρεσὶ Αχιλλέως): η Ήρα προσπάθησε να λογικεύσει το όλο πράγμα με τον λοιμό ο οποίος έπληξε τους Αχαιούς, έθεσε λοιπόν στο Νού (τας φρένας) του Αχιλλεώς σκέψιν σύγκλησης συνέλευσης των Αχαιών όπου ο μάντις Κάλχας θα έπρεπε να εξηγήσει την πηγή του κακού: η Ήρα ως ροή δυνάμεων και ενεργειών είναι  πηγή σκέψεως στον Αχιλλέα, στον Ομηρικό άνθρωπο γενικότερα: το ρήμα στον Όμηρο πηγάζει από τις συμπαντικές πηγές και καταλήγει στα ρείθρα των Ανθρώπων, μεταφέροντας σκέψεις και πράξεις ως απορροές συμπαντικών δυνάμεων: άρα το ρήμα εμπερικλείει στον Όμηρο ένα ολόκληρο σύμπαν στο οποίο ο άνθρωπος δεν σκέπτεται αλλά δέχεται σκέψεις: ο Αχιλλέας δεν εσκέφθη αυτός , εδέχθη την ροή της  σκέψης εκ της Ήρας: το ρήμα στον  Όμηρο παρουσιάζει τον Άνθρωπο ως αποδέκτη θείας σκέψης και προσφέρει όλη την οδό πορείας της σκέψης έως τα φρένας του Αχιλλέως.

Αρχαία Ελληνικά, Πανελλαδικές εξετάσεις , 2026: συζητώντας για το παράλληλο κείμενο.

 


Αρχαία Ελληνικά, Πανελλαδικές εξετάσεις , 2026: συζητώντας για το παράλληλο κείμενο.

Στα θέματα Πανελλαδικών εξετάσεων 2026, και στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών εδόθη διδαγμένο κείμενο από τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλους ( Β 1.5-8, 1103b2-25).

Η ερώτηση Β2 είχε ως ακολούθως:

Πώς παρουσιάζονται η συμπεριφορά και οι επιλογές του ατόμου στα πεδία της ανθρώπινης πράξης στο παράλληλο κείμενο και στο απόσπασμα «Οὕτω δὴ … ἄδικοι» από το διδαγμένο κείμενο;

Ας δώσουμε και τα δύο κείμενα:

Α. Αριστοτέλους , Ηθικά Νικομάχεια: Οὕτω δὴ καὶ ἐπί τῶν ἀρετῶν ἔχει· πράττοντες γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι,…

Β. ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

 Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από την ομιλία του καθηγητή Μιχάλη Σταθόπουλου, μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο (www.constitutionalism.gr) και αφορά τον ρόλο της δικαιοσύνης.

Στη δικαιοσύνη λοιπόν εμπεριέχεται ο φιλάλληλος και κοινωνικός χαρακτήρας και σ’ αυτό έγκειται η αξία της και στον πέρα από το δίκαιο χώρο. Είναι η δικαιοσύνη ως επιείκεια. […] Η δικαιοσύνη και η επιείκεια και στον πέραν του δικαίου χώρο είναι η «αρετή προς έτερον». Απαιτεί τη θεώρηση και της οπτικής του άλλου, όχι αναγκαίως για να τη δεχθούμε, αλλά για να την κατανοήσουμε. Και η θεώρηση αυτή σημαίνει, βέβαια, περαιτέρω και στήριξη του άλλου, όταν χρειάζεται, σημαίνει αυτό που επιτάσσει η διάταξη του Συντάγματός μας, όταν αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η δίκαιη αυτή συμπεριφορά του πολίτη, του ατόμου γενικότερα αφορά όλες τις  σχέσεις του, τις προσωπικές, τις κοινωνικές, ακαδημαϊκές, επαγγελματικές, συναδελφικές, προς υφιστάμενο, προς προϊστάμενο, τις πολιτικές σχέσεις, αλλά και τις διακρατικές, διεθνείς, διαπολιτισμικές, διαθρησκευτικές και όποιες άλλες ανθρώπινες, ατομικές ή συλλογικές, σχέσεις….

Σαφώς η πρώτη ανάγνωση, ειδικά η πρώτη ανάγνωση υπό το αγχώδες βάρος των πανελλδικών εξετάσεων, παρασύρει τον αναγνώστη προς το ότι τα δύο κείμενα έχουν βαθεία σχέση. Όμως μία προσεκτική και ενδελεχής ματιά  και ανάγνωση στα δύο κείμενα μας οδηγούν σε άλλα συμπεράσματα. Προκειμένου να  οδηγηθούμε στην βαθεία κατανόηση του Αριστοτελικού κειμένου. Τη στιγμή κατά την οποία ο Αριστοτέλης ολοκλήρωσε την πλατωνική ηθική και νοησιοκρατική φιλοσοφία, θα πρέπει τα αριστοτελικά κείμενα να διδάσκονται  (άρα και να εξετάζονται) σε σχέση με την πλατωνική ολοκλήρωσίν των, θα πρέπει να αναφαίνεται το πραγματικό βάθος των ώστε οι μαθητές να έχουν κυκλική ολοκληρωμένη άποψη για την νοητική και ηθική προσφορά του Αριστοτέλους και σε σχέση με τα δικά του γραπτά, τον Πλάτωνα (τον οποίο ολοκληρώνει) μέσα στην συγχρονία και στην διαχρονία.